Πήγα στην Τράπεζα και…

Η παρέα πίνει κάτι σεμνά ουζάκια της Παρασκευής, καλά αραγμένη πάνω στο επερχόμενο Σαββατοκύριακο. Ελάχιστος μεζές, κάτι λίγα θαλασσινά που κεντάνε και ωραία τυράκια. Το πρωί έριχνε καρέκλες, τώρα κάνει ζέστη. Κουβέντες πολλές και διαφορετικές.  Ο Αντωνάκης, αναπόσπαστο μέλος της παρέας, μπλαμπλάκιας και «οικονομολόγος» έχει επιδοθεί σε αναλύσεις ατελείωτες κατά το συνήθειο του.  Όλα αυτά τα χρόνια που η λίγο πολύ σταθερή παρέα συναντιέται μεσημέρι Παρασκευής, ο Αντωνάκης , έχει προβλέψει 20 μπανκ ραν μετά γκρέξιτ, 15 χρεοκοπίες, 10 εμφυλίους, καμιά εικοσαριά επιστροφές στη δραχμή κι άλλους τόσους λιμούς. Όλα αυτά με το μεζεδάκι τσιμπημένο στο πηρούνι.  Όταν αρχίζει την ιερεμιάδα (τον τελευταίο καιρό πιο έντονη) έχει την κλισέ φράση, σήμα κατατεθέν: «Πήγα το πρωί στην Τράπεζα και μου είπανε…». Εκεί επικαλείται πηγές εμπιστευτικές, μυστικές πληροφορίες, φωνές εξ ουρανού, κρυφά μηνύματα της CIA.  Ωστόσο πάντα :  «Πήγα το πρωί στην Τράπεζα και μου είπανε…».  Σήμερα από το βάθος της παρέας, ο συνήθως αμίλητος, Μάρκος  του απάντησε με φωνή σπηλαιώδη. «Ρε συ Αντώνη κάθε πρωί πας στην Τράπεζα και σου τα λένε αυτά;»… Θιγμένος ο Αντωνάκης απαντά στο φτερό «Μάλιστα κύριε, έχετε πρόβλημα;»… «Κανένα πρόβλημα ρε συ. Αλλά να τους πεις να σου δίνουνε από βραδίς το κλειδί να πέφτεις να κοιμάσαι, και κάθε πρωί να στα λένε ρε μπαγάσα να τα έχεις και φρέσκα…». Κέρασα τα επόμενα. Και με ομελέτα με μπαστρουμά. Μπανκ Ραν.

Advertisements
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Αποχαιρετισμός

Οι ξαφνικές δυσάρεστες ειδήσεις είναι οι χειρότερες. Μικρές και μεγάλες. Μια μικρή είδηση απόψε στη γειτονιά μας, αποδείχτηκε «μη διαχειρίσιμη». Οι καλοί μας γείτονες, απέναντι στο πατρικό, μια πόρτα είμαστε, ο Γιάννης κι η Άννα μας ανακοίνωσαν ότι τα μαζεύουν κι επιστρέφουν στη Βουλγαρία.  Καμιά 10ετία γειτονάκια. Γεννήθηκε η Ζακλίνα, σπίτι μας μπουσούλησε, και τώρα έχει γίνει μια κουκλάρα δεσποινίς. Πέρσι γεννήθηκε κι ο μικρός Γιάννης -δεν έχει ακόμα όνομα-, μηνών ακόμα μας βλέπει και μας γελάει κάθε πρωί και βράδι.

Ο Γιάννης, καλός μάστορας της οικοδομής, δούλεψε χρόνια πολλά στο νησί. Τώρα έχει δουλειά, αλλά τα αφεντικά δεν πληρώνουνε πια, του χρωστάνε κι εγώ δεν ξέρω πόσα. Η Άννα, χρόνια και χρόνια λάντζα στα ξενυχτάδικα, νύχτα έφευγε ξημέρωμα γύριζε, δεν μπορεί πια και με δεύτερο παιδί να βοηθήσει. Κι επιστρέφουν στην εστία τους με την οικοσκευή σχεδόν φορτωμένη στο φορτηγό. Κρεβάτια, ντουλάπες, οικιακές συσκευές, μπόγοι με ρούχα κι άλλα πράγματα.

Άνθρωποι δεμένοι μαζί σου σε δύσκολες στιγμές.  Το πότισμα στα λουλούδια όταν όλοι έλειπαν. Μια ματιά στο σπίτι. Τα πεσκέσια και τα κεράσματα. Το φως απέναντι τη νύχτα να το βλέπει η μάνα στη μοναξιά της. Τα αγκαλιάσματα όταν έφυγε ο πατέρας. Όλα αυτά που θα μείνουν πίσω κι η ζωή θα συνεχίζεται.

Ο Γιάννης κι η Άννα θα γυρίσουν στη Βουλγαρία λοιπόν. Η Ζακλίνα σκέφτεται τους φίλους και τις φιλενάδες που θα αφήσει πίσω. Έχει κλειστεί σε μια σιωπή που όλους μας καταδικάζει. Το μωρό έχει σοβαρέψει λες και καταλαβαίνει. Οι γυναίκες κλαίνε. Εμείς οι άντρες πάμε λίγο παράμερα. Ο Γιάννης με κερνάει τσιγάρο. Είναι πάνω από χρόνος που δεν καπνίζω. Το ανάβω. Κοιταζόμαστε. «Καλή αντάμωση» μου λέει. «Καλή τύχη» του λέω. Καταλαβαινόμαστε.

Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Δαγκοκάβλης Καιρός

XIOS1

Ήρθε στην μικρή μας πολιτεία ο Δαγκοκάβλης καιρός. Συμπαθάτε με αλλά έτσι το λέμε. Κοντά στο μηδέν η θερμοκρασία και μανιασμένος βοριάς. Απόγευμα που σε άλλες περιστάσεις θα έβαζες κάργα τη σόμπα να δουλεύει και αναπαυτικά στον καναπέ, θα ξεφύλλιζες καμιά εφημερίδα, θα έπιανες κανένα βιβλίο, ή θα κουβέντιαζες χαλαρά τις ειδήσεις της μέρας με την καλή σου. Κι όμως, έγινε αλλιώς. Καβάλα  στο (ιστορικό, ένδοξο και μάλλον αρχαίο) μηχανάκι πήγες στην Πλατεία. Τι σε έσπρωχνε για εκεί; Ότι έσπρωξε εκατοντάδες συμπολίτες, να βρεθούν εκεί. Μπαμπουλωμένοι, παλτοσφιγμένοι, κασκολοδεμένοι. Είπαμε, ο Δαγκοκάβλης δεν παλεύεται εύκολα.  Κι εκεί βρεθήκαμε. Γνωστοί και άγνωστοι. Καινούργιοι και παλιοί. Το καλαμπούρι είναι ότι με κουκούλες, γάντια, κασκόλ, full face, και άλλα παραφερνάλια, περνούσες δίπλα από τον γνωστό κι ήταν σα να συναντηθήκατε στον Πόλο. Η Πλατεία ψιλογέμισε. Φώτιζε το Μετζιτιέ Τζαμί κι ο Μιναρές, αυτό που οι φασίστες έλεγαν να γκρεμίσει. Εκεί μαζευτήκαμε, με λίγες κουβέντες, καλή μουσική κι ένα κονιακάκι στο φλασκί.  Ξέρουμε ότι οι ξερόλες στα κανάλια θα μας που πάλι, άλλα των αλλών. Χαμογελάσαμε. Εμείς πάντως μαζευτήκαμε. Όχι για μεγάλα πράγματα. Για μια ζεστή καλησπέρα, μια αγκαλιά κι ένα γαμώτο.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η ψήφος…

votachile

Ι.

Είναι ζευγάρι στα πενήντα κάτι τους. Η γυναίκα άνεργη, ο άντρας ημιαποσχολούμενος, μήπως και συμπληρώσει κανένα ένσημο. Μιλάμε στο τηλέφωνο. Λέμε για τις εκλογές και για τα τοπικά. Καλαμπουρίζουμε για τα συντροφικά μαχαιρώματα και για τα τοπικά κουτσομπολιά υποψηφίων. «Θα ανέβετε από νωρίς αύριο στο χωριό για την ψήφο;». Αμηχανία… μικρές σιωπές στο τηλέφωνο. «Ξέρεις το αμάξι κάτι έχει πάθει και δεν το πολυεμπιστεύομαι, μην με αφήσει φοβάμαι». Μιλάμε για απόσταση 40+40 = 80 χιλιόμετρα μέχρι το χωριό και το εκλογικό τμήμα. Χωρίς να το ξεψαχνίζουμε το καταλαβαίνω. Είναι τέλος του μήνα και δεν υπάρχει το 20ευρω για βενζίνη. Αν ήθελαν, θα τηλεφωνούσαν στον χουβαρντά υποψήφιο να τους στείλει ταξί πήγαινέλα. Αλλά δεν θέλουν. Υπάρχει και φιλότιμο. Ευγενικά, χωρίς μεγάλα λόγια γίνεται η συνεννόηση, κάνουμε κουμάντο. Θα ανέβει αύριο κι ο τάδε, κάτσε να δούμε μην έχει θέση. Έχει. «Νωρίς θα ξεκινήσουμε, θα ψηφίσουμε και θα κατέβουμε νωρίς, είναι και ο καιρός μουντός και τα μαζεύει μην πάθουμε καμιά πλάκα».

ΙΙ.

Η μικρή μας δουλεύει πωλήτρια σε καλό μαγαζί της πρωτεύουσας. Με ψίχουλα, αλλά «πάλι καλά» και τα λοιπά. Το πτυχίο των ΤΕΙ έχει μπει σε κορνίζα και καλά αναπαύεται στη θέση του. Θέλει να έρθει στο νησί να ψηφίσει, ευκαιρία να μας δει κιόλας, που την βλέπουμε ελάχιστα. Και να την δούμε κι εμείς. Μιλάμε στα τηλέφωνα και στα διαδίκτυα. Το ψάχνουμε. Θα βρεθεί εισιτήριο, βαπόρι το απόγευμα του Σαββάτου για να φτάσει ξημερώματα Κυριακής και να φύγει Κυριακή βράδι να είναι Δευτέρα στη δουλειά. Καλό ακούγεται. Αλλά ποιος το λέει στη σκύλα την προϊσταμένη; Το μαγαζί δουλεύει μέχρι τις 9 το βράδι του Σαββάτου, για να αγοράζουν κάτι πλούσιες τα σχετικά τους. Καμιά περίπτωση να φύγει η μικρή νωρίτερα να προλάβει το πλοίο. Για εκλογές; Για εκλογική άδεια, νομοθετημένη, κατοχυρωμένη στον ιδιωτικό τομέα; Πείτε κι άλλα ανέκδοτα να γελάσουμε.

ΙΙΙ.

Ο Μάκης θα ξυπνήσει αργά την Κυριακή. Και θα στρωθεί κατά τις 12 στην προκυμαία. Θα πίνει φρέντο, χειμωνιάτικα,. θα βαριέται με το τάμπλετ, θα λέει μαλακίες με τους κολλητούς. Θα ειρωνεύεται, όσους πάνε να ψηφίσουν με καλαμπούρια κι έξυπνα αστεία  που έχει ψαρέψει στα διαδίκτυα. Ο προχώ και μάγκας και ψαγμένος. Που συνδυάζει όλες τις αρρώστιες της φυλής. Οίηση, ξερολισμό, τζάμπα μαγκιά, παπαρολογία. Χωρίς πυξίδα και πολιτική απόχρωση, γι’ αυτό και πιο φασίστας από τους φασίστες. Ο Μάκης. Ο υπεράνω. Που δεν καταδέχεται να στηθεί στην ουρά για να ψηφίσει. Ο μαλάκας.

ΥΓ.

Οι εκλογές είναι αυτό που είναι. Καμιά αυταπάτη και καμιά φαντασίωση δεν κρύβουν. Ωστόσο. Το δικαίωμα να στέκεσαι σε κλειστό παραβάν και να αποφασίζεις, όσο σε παίρνει και για όσα σε αφορούν κάποιοι το πάλεψαν σκληρά, κάποιοι το στερήθηκαν και το στερούνται. Μην το πετάς στα σκουπίδια. Μην το σπαταλάς. 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Λογαριασμοί κι αθλητικά παπούτσια

λογαριασμοί

Είχε το χαρτί μπροστά της, τους λογαριασμούς στο πλάι. Έγραφε κι έσβηνε. Έσβηνε κι έγραφε. Οι πράξεις δεν έβγαιναν. Έβαζε τα γυαλάκια της και πάλι από την αρχή. Δεν την καλοήξερε κιόλας αυτή τη δουλειά. Άλλος την έκανε τόσα χρόνια. Αλλά τώρα που είχε μείνει μόνη της έπρεπε κι αυτή να την επωμιστεί. Πάμε ξανά. Τόσο η δόση για τη ΔΕΗ, τόσο η ύδρευση, τόσο ο μπακάλης, τόσα χρώσταγε στο φαρμακείο. Πετρέλαιο δεν είχε βάλει, το πάλευε όπως όπως με μια ηλεκτρική κουκουνάρα και «δόξα σοι ο Θεός, αληθινά κρύα ακόμα δεν είχε κάνει». Πάμε ξανά. Τόσα στο φαρμακείο, τόσα για το ρεύμα… Με την άκρη του ματιού της κοίταγε κάτι τσαλακωμένα εικοσάρικα και κάτι στήλες κέρματα. Μεγαλωμένη χρόνια και χρόνια με το μάντρα «των φρονίμων τα παιδιά» και το άλλο πάλι «τα στερνά τιμούν τα πρώτα». Μαθημένη στην ηθική του «βγάζω τις υποχρεώσεις μου» και ύστερα όλα τα άλλα. Αλλά οι λογαριασμοί δεν έβγαιναν γιατί έμπαινε στο τέλος του μήνα η υποχρέωση της δόσης εκείνου του καινούργιου φόρου για τα σπίτια. Άραγε τον πλήρωναν από πάντα αυτόν. Δεν θυμόταν. Αλλά αυτή ακριβώς η δόση την έβγαζε ολωσδιόλου έξω από τους υπολογισμούς της. Είχε κουραστεί να σκέφτεται. Είχε κουραστεί να λογαριάζει σε έναν κύκλο όπου οι πράξεις δεν έβγαιναν με τίποτα. Κι από την άλλη, τέλος του μήνα η γιορτή του εγγονού, κάτι δεν έπρεπε να πάρει;  Όχι τίποτα σπουδαίο, κάτι όμορφο, ίσως και χρειαζούμενο. Αθλητικά παπούτσια, από κείνα τα φανταχτερά που ο μικρός τα λιγουρευόταν. Αλλά δεν περίσσευε δραχμή, ναι εκείνη πάντα δραχμές τα έλεγε τα χρήματα. Άκουσε την εξώπορτα να ανοιγοκλείνει. Σηκώθηκε από το τραπέζι και κούτσα κούτσα πήγε ως την αυλή. Της είχαν πετάξει έναν φουσκωμένο κλειστό φάκελο. Είδε το όνομά της τυπωμένο απέξω. Τον άνοιξε. Μέσα άστραφτε το χαμόγελο του υποψήφιου με τη γραβάτα στο ακριβό φυλλάδιο. Έλεγε και κάτι παχιά λόγια αλλά δεν τα καλοέβλεπε. Ούτε τα σταυρωμένα ψηφοδέλτια μπήκε στον κόπο να κοιτάξει. Ξανακάθισε στο τραπέζι. Μηχανικά έκανε ψηφοδέλτια, φυλλάδια, λογαριασμούς ένα σωρό και τον παραμέρισε. Έβγαλε και τα γυαλάκια της και τα άφησε στην άκρη. «Αθλητικά παπούτσια» σκέφτηκε. Από κείνα τα φανταχτερά. Χαμογέλασε.  

παπούτσια

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η ζωή που για καλό την έζησες – Διήγημα

Του Marco Peressi

μτφ. Κ.Ζ.

 SannioAntico

Επίγειος παράδεισος: έτσι μου είχε φανεί η περιοχή των Σαμνιτών[1],  όταν την  επισκέφθηκα με τη βέσπα, κατά τη διάρκεια ενός γύρου της Ιταλικής Χερσονήσου που έκανα πριν από πολλά χρόνια. Δεν είχα βρεθεί ποτέ νοτιότερα της Ρώμης, ούτε είχα φτάσει σ’ αυτή την ιστορική από την αρχαιότητα επαρχία. Η τότε αγαπημένη μου είχε καταγωγή από εκείνα τα φωτεινά μέρη, με ονόματα που ξύπναγαν την περηφάνια των κατοίκων. Κοντά στο χωριουδάκι που σταματήσαμε, ανάμεσα στους λόφους, πρέπει να ήταν η τοποθεσία των Forche Caudine[2]: οι λεγεωνάριοι της Ρώμης όφειλαν να περνούν σκύβοντας το κεφάλι, ένδειξη σεβασμού σ’ αυτόν τον πολεμικό λαό.

Φτάσαμε μια καυτή μέρα του Αυγούστου. Μόλις κατεβήκαμε από το βαρυφορτωμένο σκούτερ, ένα  σμάρι πιτσιρικάδων ήρθε καταπάνω μας κάνοντας δεκάδες ερωτήσεις.   Στο δρόμο υπήρχαν οι πάγκοι που πουλούσαν το «mussο», κομμάτια κρύου χοιρινού βρασμένα και καρυκευμένα, με χυμό από λεμόνια του Αμάλφι. Τα έτρωγες στη λαδόκολλα. Νοστιμιές των διακοπών.

Συνεχίζοντας την Αππία Οδό, πέσαμε πάνω στον ξυλόφουρνο, ιδιοκτησίας του θείου της R. Τον δούλευε μόνος του, πέντε μ’ έξι φουρνίσματα τη μέρα. Μας καλωσόρισε το άρωμα του ψωμιού του και κολατσίσαμε με μια ζεστή ακόμα φέτα, όπου είχε πέσει ένα αραβούργημα από ελαιόλαδο, από ένα τενεκεδένιο λαδωτήρι. Με μια πρέζα αλάτι μοσχοβολούσε. Κατάδυση στη γεύση.

forno a legna

Ένιωθα χαμένος, χαμένος στο φως και στη μυρωδιά του ζεστού ψωμιού. Ο θείος, κρυμμένος στο ημίφως, μικροκαμωμένος κι αεικίνητος, ξεφούρνιζε τα καυτά καρβέλια και, με μια γρήγορη κίνηση, τα πέταγε σε μια ξύλινη σκάφη για να «ξεκουραστούν». Άσπρο φανελάκι και παντελόνι, μαντήλι στο λαιμό, έπρεπε να περιμένω την Κυριακή, που πήγε στη λειτουργία, για να καταλάβω ότι τα μαλλιά του ήταν μαύρα και το δέρμα του σκούρο, ότι ο ασπρομάλλης που είχα δει, ήταν απλά αλευρωμένος σαν ψάρι που περιμένει να πέσει στο τηγάνι. «Έχω εφτά κόρες», μου είπε με σκοτεινιά στη φωνή, με τον τόνο κάποιου που εξιστορεί μια συμφορά. Μου το είπε όπως μιλάμε για αρρώστιες, πραγματικές ή κατά φαντασία, στην αίθουσα αναμονής του γιατρού.

Η γριά μάνα του καθόταν στην εξώπορτα σε μια μεγάλη ιερατική πολυθρόνα. Χαιρετούσε με μια αδιόρατη κίνηση του χεριού, όσους περνούσαν από μπροστά της, όπως ευλογεί ο Πάπας από το θρόνο του.

Μια γυναίκα με όψη αιγυπτιακής μούμιας, ακίνητη, απαθής, που διατηρούσε, ωστόσο, αναπάντεχες αδυναμίες: μια σταγόνα άρωμα, τα μεταξωτά πουκαμισάκια που έτρεμαν στο παραμικρό αεράκι, τα πουράκια που κάπνιζε. Είχα δει φωτογραφίες από την Αϊτή: υπήρχαν τέτοιες γριές, με θολό βλέμμα και πούρο στο στόμα, με μάτια που δεν είχαν πλέον ανάγκη την όραση για να βλέπουν, γυναίκες που έκαναν κουμάντο στο τελευταίο τους βήμα, κομματιασμένες από τα γερατειά χωρίς να μπορούν να πεθάνουν, όπως η γειτόνισσα η Σίβυλλα η Κυμαία. Στεγνές, αφυδατωμένες, τελειωμένες, έδειχναν την ασημαντότητά τους σε αντίστιξη με τη θαλερή, οργιαστική φύση της παλλόμενης  ζωής, με τη φασαρία των παιδιών, με τις νέες κοπέλες που το έντονο βλέμμα τους ήταν σχεδόν επικίνδυνο.

Τότε είδα με τα μάτια μου και άκουσα με τ’ αυτιά μου, τη γιαγιά να γελάει γουργουριστά προς την κατεύθυνση του γιου της του φούρναρη που φταρνίστηκε: «Χεχε, Τσιτσίλο, με τις υγείες σου! Και με το καλό ο γιος… χεχεχε!».

Ο κακομοίρης γύρισε σα γάτος γύρω από την ουρά του, και με σφιγμένα δόντια μουρμούρισε ένα «ευ-χα-ρι-στώ» φορτωμένο μίσος. Μετά από την έβδομη κόρη, ο φούρναρης, ο μόνος που έφερνε μεροκάματο στο σπίτι, δεν είχε πια την αποκοτιά να τα βάλει με τη μοίρα του, πασχίζοντας για το γιό, κι είχε παραδοθεί στο πεπρωμένο. Κι ήταν ίσως αυτή η παράδοση που η μάνα του δεν του συγχωρούσε, κι έτσι διαρκώς τον βασάνιζε. Το λένε και μητρική αγάπη.

Ο αδερφός του φούρναρη ήταν χειροτέχνης, μαραγκός κι επιπλοποιός. Προερχόταν από μια ναπολιτάνικη σχολή κι είχε κερδίσει με τη δουλειά του τον τίτλο του Μάστορα. Αυστηρές ογκώδεις ντουλάπες, κατάλληλες για γραφεία συμβολαιογράφων ή για το ιερό των εκκλησιών, διπλά κρεβάτια με κεφαλάρια από όπου πρόβαλαν αγγελάκια, χριστοί και μαντόνες, σκεπασμένα με θόλους από πλουμιστό ύφασμα στηριγμένους σε φιδογυριστά κολωνάκια , όλα φτιαγμένα από σκούρο ξύλο καρυδιάς. Ήταν ένας άνθρωπος αυστηρός, κλειστός, λιγομίλητος. Τον πλησίασα με σεβασμό, ρωτώντας τον αν είχε παραγιούς ή εργάτες να τους μεταδώσει την τέχνη του. «Είχα έναν άξιο μαθητή, αλλά πήρε τα μάτια του να πάει να δουλέψει για τη Φίατ». «Μαθητής» ήταν το αντίστοιχο του δικού μας «εκπαιδευόμενου», αλλά πόση ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δυο όρους!

Η γριά ποτέ της δεν τον είχε μειώσει, τον αντιμετώπιζε με σεβασμό, ίσως γνώριζε το μέλλον. Ίσως «έβλεπε». Σε λίγες μέρες, ο ξυλουργός ξαφνικά σταμάτησε τη δουλειά και κατέρρευσε αφήνοντας το σκαρπέλο  να του πέσει από τα χέρια.  Η κηδεία διέσχισε όλο το χωριό: τέσσερα μαύρα άλογα, στην άμαξα μαύρες κορδέλες, κρύσταλλα γύρω από το φέρετρο, ο αμαξάς με ψηλό καπέλο και μανδύα μαύρο.

Μόνο οι άνθρωποι του Νότου, γνωρίζουν πώς να κάνουν κηδείες σαν γάμους, και γάμους σαν κηδείες, με τη μεγαλοπρέπεια που ταιριάζει στην ιερότητα των στιγμών που σημαδεύουν τη ζωή των ανθρώπων. Για ισορροπία.

Κάποιες μέρες αργότερα, τακτοποιώντας τα πράγματα του νεκρού, οι συγγενείς βρήκανε σε μια αθέατη θήκη του πορτοφολιού του μακαρίτη, ένα χαρτάκι προσεκτικά διπλωμένο. Γραμμένες στο χέρι, με γαλάζιο μελάνι, υπήρχαν οι ακόλουθες λέξεις: «Η ζωή που για καλό την έζησες, μακριά ζωή είναι», με σύνταξη αδιόρατα παλιομοδίτικη και αρχαιοπρεπή.

carro funebre

[1] Περιοχή στη σημερινή Καμπανία όπου κατοικούσε ο αρχαίος πολεμικός λαός των Σαμνιτών, οι οποίοι συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τη Ρώμη. (Σ.τ.Μ)

[2] Στην περιοχή Forche Caudine της Καμπανίας οι Ρωμαίοι υπέστησαν δεινή ήττα από τους Σαμνίτες κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Σαμνιτικού Πολέμου το 321 π.Χ. Σε ανάμνηση αυτής της ήττας οι λεγεωνάριοι περνούσαν από την τοποθεσία με σκυφτό το κεφάλι (Σ.τ.Μ)

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Αντίδοτο στο βούρκο

το κειμενάκι που θα διαβάσετε,  ήταν η συμβολή μου στο αφιέρωμα της καλής πολιτικής/πολιτιστικής ιστοσελίδας Aplotaria.gr της Χίου, για πράγματα που δεν πρέπει να ξεχάσουμε από το 2014, απόψε ειδικά που ο δημόσιος βίος πραγματικά κυλιέται στο βούρκο και στην ξεφτίλα νομίζω, ότι η θύμηση του κυρίου Πάνου και των συναγωνιστών του είναι η μόνη σωτηρία.  

PANOS KARASOULIS

Η αναχώρηση του Πάνου Καρασούλη

Ήταν πρωί της 9ης Οκτωβρίου, όταν μάθαμε από το μακρινό Βανκούβερ του Καναδά, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια με τα παιδιά του, το άγγελμα του θανάτου του συμπολίτη μας αντιστασιακού Πάνου Καρασούλη. Του ασυρματιστή της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής στη Χίο το 1943-44. Του συναγωνιστή του αδικοχαμένου από προδοσία Ανθυπολοχαγού Ιάσονα Καλαμπόκα. Τον αποχαιρετήσαμε, εδώ στη Χίο, αρκετές μέρες αργότερα.

Τον κ. Πάνο τον γνωρίσαμε παιδιά σχεδόν, ως άριστο τεχνίτη ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών στο μικρό μαγαζάκι του στα στενά της αγοράς. Αργότερα μάθαμε για τη δράση του. Τον γνωρίσαμε ακόμα από το βιβλίο του για την Αντίσταση στο νησί μας, τα άρθρα του και την αδιάκοπη προσπάθεια του, να μην ξεχαστούν οι αγώνες της γενιάς του και να τιμηθούν όπως τους αξίζει. Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, κάτι για το οποίο αγωνιούσε μέχρι τις τελευταίες του στιγμές, παίρνει ξεχωριστή σημασία σήμερα που το τέρας του φασισμού σηκώνει κεφάλι, στην Ελλάδα και αλλού.

Η γενιά της Εθνικής μας Αντίστασης, σιγά σιγά κλείνει το βιολογικό της κύκλο. Όλο και λιγότεροι μένουν πια κοντά μας. Κι επειδή η απόσταση, αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, συχνά νομίζουμε ότι πρόκειται για ανθρώπους εξωπραγματικούς, για μεγέθη πέρα από τα δικά μας μέτρα. Κι όμως. Πρόκειται για ανθρώπους απλούς, καθημερινούς, σαν όλους μας. Τέτοιοι απλοί άνθρωποι, σαν τον Πάνο Καρασούλη, ήταν που πήραν τις μεγάλες αποφάσεις και έκαναν τα μεγάλα έργα της Αντίστασης. Κι αυτό είναι που τους κάνει ακόμα πιο συγκλονιστικούς.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε