Κυρα Λεβαντία: η πληρωμένη απάντηση

old lady with a hat voting

 

Δημοτικές εκλογές, στο μικρό μας Δήμο, που προήλθε από Καποδίστρια πριν τον Καλλικράτη. Πέντε χιλιάδες κάτοικοι, τρεις χιλιάδες, με το ζόρι, ψηφοφόροι. Κι όπως γίνεται συνήθως στις τοπικές εκλογές ανακατεύονται της κάτω γης τα χώματα: αδέρφια, ξαδέρφια, θείοι, συγγενείς, κουμπάροι, μπατζανάκηδες, συμπέθεροι, συννιφάδες, βαφτιστήρια και νονοί, συμμαθητές, συναθλητές, συμπότες, συνδαιτημόνες, σύντροφοι, παλιές γκόμενες και γκόμενοι, αλλά και παλαιοί ερωτικοί πόθοι. Κι ακόμα. Ο τάδε που του έχω υποχρέωση. Ο άλλος που με τακτοποίησε όταν… Μύλος. Αυτό που κάνει ομελέτα τα μυαλά των επιτελείων και τις δημοσκοπήσεις κουκουρούκου εντελώς.

Η κυρα Λεβαντία είχε δυο γιούς. Παλικάρια προκομμένα, ίσαμε εκεί πάνω. Το Χάρη και το Μανόλη. Φιλότιμοι κι αγαπημένοι. Και στη δουλειά και στη ζωή τους. Αλλά πως τα είχε φέρει ο καιρός, αντίθετοι στα φρονήματα τα πολιτικά. Ο Χάρης της δεξιάς, ο Μανόλης της αριστεράς. Χωρίς να σκοτώνονται μεταξύ τους, κάθε άλλο. Μιλάμε για δεκαετία του 1990, δίχως μαχαίρια. Γίνονται οι εκλογές και ο Χάρης βάζει με τον αναντάμ δεξιό κι ο Μανόλης με τον αριστερό. Σφήνα μπαίνει ο Δημόκριτος. Γειτονάκι. Καλό παιδί κι αγαπητό. Με μουστάκι και καλή καρδιά. Και γιός παπά επιπρόσθετα. Κεντρώος, με το μάτι στον ήλιο τον πράσινο.

Οι εκλογές πλησιάζουν. Περιοδείες, σταυρωμένα ψηφοδέλτια, τηλέφωνα, μηχανάκια να κορνάρουν. Τα έχει πει κι ο Παπαδιαμάντης αυτά πολύ ωραία. Η κυρα Λεβαντία ζορίζεται. Όχι πως τη ζορίζουν τα παιδιά της, Θεός φυλάξοι. Ίσα ίσα που αγαπημένοι τρώνε όλοι μαζί την Κυριακή το μεσημέρι, καλαμπουρίζουν κιόλας. «Άντε ρε που πήρατε αυτόν τον ταγματασφαλίτη στο συνδυασμό». «Σώπα ρε μ’ αυτόν που έσφαζε τον κοσμάκη με τα κονσερβοκούτια». Τώρα θα μου πεις αγαπημένοι με τέτοιες κουβέντες; Δύσκολα… Και όμως.

Η κυρά Λεβαντία ζορίζοταν με τις κουβέντες των άλλων. Των γύρω γύρω. Της γειτονιάς. Των μακρινών φίλων. Των οικογενειακών γνωστών. Της τυχαίας συνάντησης στο μπακάλη που είχε πάει για λίγη φέτα και μακαρόνια. «Εσύ κυρά Λεβαντία ποιον θα σταυρώσεις, τον Χάρη ή το Μανόλη;». Χαιρέκακες μύγες που ζουζουνίζουνε, να μάθουν τον καημό του άλλου. Ιησούν ή Βαραββάν; Αλλά η μεγάλη γυναίκα δεν τους χαρίστηκε. Είχε κλείσει το πορτοφολάκι της, και σήκωνε τη σακουλίτσα με τα ψώνια. «Το Δημόκριτο θα ψηφίσω, της εκκλησίας παιδί, τι θα πει κι ο πατέρας του ο παπάς;». Είχε κάνει σκόνη τη γειτονιά με μια κουβέντα…

 

 

 

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s