Για έναν εργάτη της γραφής

PETROS K.

«Η ανάγκη για γράψιμο δημιουργείται πολύ πριν εμείς πάρουμε την απόφαση, ερήμην μας, σε έναν παρελθόντα χρόνο. Απλώς απομένει να αποδεχτείς την πρόκληση. Ήξερα ότι κάποια στιγμή θα τη γράψω αυτήν την ιστορία. Το θέμα υπήρχε, τη στιγμή περίμενα» από συνέντευξη του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου

Για τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο που αύριο το μεσημέρι θα είμαστε στο Κοιμητήριο της Καισαριανής να του πούμε ένα τελευταίο «Γειά Πετράν» θα μπορούσα να γράψω δεκάδες πράγματα. Καρπό της πολύχρονης αδερφικής μας φιλίας, και των πολυάριθμων κοινών μας αναμνήσεων. Αλλά δεν είναι η ώρα. Διαλέγω, σαν αποχαιρετιστήριο χρέος, να γράψω δυο κουβέντες για τον Πέτρο και τον τρόπο που έγραφε. Αυτό είναι κάτι που πρέπει ίσως να μείνει.

SKEPH

Ο Πέτρος έγραφε δύσκολα, λιτά, με μόχθο, με κόστος. Με κόστος προσωπικό με την τρέχουσα έννοια. Είχε αρνηθεί εργασίες που θα του έδιναν περισσότερα χρήματα, για να διασφαλίσει το δικαίωμά του στο χρόνο για να γράφει. Ήθελε ο βιοπορισμός του να καλύπτει τα αναγκαία , αλλά να του αφήνει τα παράθυρα στη μέρα του που θα έπιανε το γράψιμο.  Έγραφε δύσκολα. Ξανάβλεπε, διόρθωνε, άλλαζε. Έκοβε παραγράφους, άλλαζε άλλες. Καρπός της δουλειάς του ίσως, αυτή του διορθωτή επιμελητή κειμένων. Όμως πιστεύω, βαθύτερα, καρπός της ιδιοσυγκρασίας, των βιωμάτων, του χαρακτήρα του. Τίποτα δεν είχε βρει εύκολο ο Πέτρος στη ζωή του. Γι’ αυτό και η γραφή τού ήταν δύσκολη, βασανιστική. Από την άλλη γραφή στερεή μέσα στη λιτότητά της. Σαν τη «Σκεπή», αυτό το βαθιά διεισδυτικό διήγημα, με την εμβληματική εικόνα μιας στέγης που ξαναχτίζεται πέτρα την πέτρα. Ο Πέτρος ήταν Εργάτης. Το λέω με περηφάνια που κι ο ίδιος θα καταλάβαινε: «το γράψιμο είναι μεροκάματο» μου έλεγε συχνά. Με την έννοια ότι πρέπει καθημερινά να πιάνεις το κείμενο, να το βασανίζεις, να το προχωράς πιο μπροστά. Δεν μπορείς να το αφήνεις, να περιμένεις να σου έρθει η δήθεν έμπνευση, πρέπει να μετριέσαι καθημερινά μαζί του. Δεν ήταν πολυλογάς, το αντίθετο. Η λιτότητα, ήταν το μέγιστο επίτευγμα της γραφής του. Όπως και της ζωής του.  Κι όμως όλο αυτό, που εσφαλμένα κάποιος μπορεί να το πάρει ως ασκητικό βίο, ο Πέτρος το χάρηκε. Γιατί μπορούσε, παρά τις δυσκολίες, τις στενότητες, τα τροχαία ατυχήματα, τις αναποδιές, να ταιριάξει τη ζωή του όπως την ήθελε. Με απίστευτο πείσμα, με δύναμη θαυμαστή. Με πλατύ χαμόγελο, σπιρτόζο πνεύμα στην παρέα, όμορφες κι έξυπνες κουβέντες. Η «Πόλη Παιδιών» ήταν για εκείνον ένα μεγάλο στοίχημα, μια πρόκληση ζωής. Την ολοκλήρωσε με πολύ κόπο, με πολλή δουλειά, με αγωνία και με προσωπική κατάδυση. Την έζησα κεφάλαιο το κεφάλαιο. Την κουβεντιάζαμε όπως στηνόταν, κοντά τρία χρόνια αδιάκοπης δουλειάς. Κι έζησα και τη χαρά του Πέτρου όταν βρήκε το δρόμο της να εκδοθεί, να κυκλοφορήσει στον κόσμο. Κι ακόμα  περισσότερο όταν είδε ο Πέτρος την αποδοχή και από τους ομότεχνους, αλλά κυρίως από τους αναγνώστες.

 POLI PAIDION

Αυτός ήταν για μένα ο συγγραφέας Πέτρος Κουτσιαμπασάκος, ο καλός μου φίλος. Ένας πολύ δυνατός κι ωραίος άνθρωπος κι ένας εργάτης της γραφής. Τον αποχαιρετώ με μια δυνατή, πολύ δυνατή φράση από ένα διήγημά του:  «δεν είναι ζωή Ζωίτσα και θάνατος Θανάση.»

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s