Χαμένα Ονόματα Χαμένοι Άνθρωποι (Διήγημα)

του Richard Currey

Από τη Συλλογή DC Noir 2

Μετάφραση: Κ.Ζ.  2011   Επιμέλεια:      Ανδρομάχη Σ.

LiquorStore

Ο Λίμπμαν κλείδωσε την είσοδο και γύρισε στο πίσω μέρος του μαγαζιού του. Σφήνωσε την πόρτα για να μείνει ανοιχτή και μάζεψε τα τελευταία χαρτόκουτα. Στο τέλος της μέρας δεν του έμεναν πάνω από δύο ή τρία. Τα έπαιρναν όσοι έρχονταν ειδικά για να αγοράσουν, αντί για ποτά, αυτά τα ανθεκτικά χαρτόκουτα, ανθεκτικά για μετακομίσεις, ή για αποθήκευση πραγμάτων. Εκείνο το βράδι του έμενε ένα χαρτόκουτο από μπέρμπον Γουάιλντ Τέρκι, μέσα σε ένα άλλο από φιάλες κρασιού Μόγκεν Ντέιβιντ, κι αυτό μέσα σε ένα άλλο, μεγάλο, το οποίο περείχε κάποια στιγμή μπίρες Άιρον Σίτι.

Μετέφερε τον σωρό έξω στο στενό και τον πέταξε στον κάδο.

Ήταν Νοέμβρης στην πόλη της Ουάσινγκτον και τώρα πια το πυκνό σκοτάδι έπεφτε γρήγορα. Ο Λίμπμαν στάθηκε για μια στιγμή έξω, στο τσουχτερό κρύο, το ίδιο μεταλλικό κρύο με το οποίο είχε μεγαλώσει στη Γερμανία. Τον Νοέμβρη το κλίμα της Ουάσινγκτον γινόταν ευρωπαϊκό, η ίδια γκρίζα υγρασία, ο ουρανός χαμηλός, ασφυκτικός και σκληρός. Έμεναν μόνο λίγες εβδομάδες για τη μέρα των Ευχαριστιών[1], και μετά για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Όσο και αν ο Λίμπμαν δεν είχε αγαπήσει ποτέ το κλίμα, εκείνη ήταν η καλύτερη περίοδος για τις δουλειές του, αφού το μαγαζί του ήταν η μοναδική ανοιχτή κάβα, σε ακτίνα δεκαπέντε χιλιομέτρων, μέχρι τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς. Πουλούσε ποτά μέχρι τη στιγμή που η μεγάλη φωτεινή σφαίρα της Τάιμς Σκουέαρ εμφανιζόταν στην οθόνη της μικρής ασπρόμαυρης τηλεόρασης που έπαιζε στο μαγαζί του. Και ο Λίμπμαν δεν είχε πού αλλού να πάει.  Αν για κάποιον άλλον αυτή η διαπίστωση ίσως γεννούσε θλίψη και μοναξιά, στον Λίμπμαν προκαλούσε μόνο μια απροσδιόριστη μελαγχολία. Ήταν έμπορος, έλεγε στον εαυτό του, και οι δουλειές πήγαιναν καλά.

Στο βάθος του στενού πέρασε ένα αμάξι από την Κάλμια Ρόουντ, φωτίζοντας με τους προβολείς του το σκοτάδι. Εκείνος γύρισε και κοίταξε τη λάμψη των φαναριών από το μαγαζί του, και σκέφτηκε ότι σε λίγο θα έμπαινε το 1968. Ζούσε στην Αμερική εικοσιδύο χρόνια και ήταν ιδιοκτήτης της κάβας δεκαεφτά. Περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη κι αυτός ήταν ακόμα εκεί, επιζούσε. Στάθηκε για μια στιγμή στην παγωνιά, μετά γύρισε μέσα να κλείσει το μαγαζί του. Ακόμα μια μέρα είχε τελειώσει.

Ο Λίμπμαν είχε παντρευτεί, κάποτε. Η γυναίκα του είχε πεθάνει. Από καρκίνο, το 1962. Κανείς δεν είχε μπορέσει να κάνει τίποτα. Την είχε γνωρίσει στη δημόσια βιβλιοθήκη του Σέφερντ Παρκ, στη γωνία ανάμεσα στη Τζόρτζια Άβενιου και την Τζεράνιουμ Στριτ. Είχε δει το βλέμμα της και είχε καταλάβει αμέσως ότι ήταν κι εκείνη μια επιζήσασα. Μίλησαν για λίγο αγγλικά και μετά εκείνος το γύρισε στα γερμανικά κι εκείνη του χαμογέλασε πλατιά. Μετά από μια στιγμή σιωπής και δισταγμού, εκεί στα σκαλιά της βιβλιοθήκης, αυτή είπε μια μόνο λέξη: Mauthausen. Ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αυστρία. Κατάλαβε· σ’ αυτό ακριβώς το μέρος την είχαν μεταφέρει στη διάρκεια του πολέμου.

Καθόταν ένα σκαλί χαμηλότερα. Είχε σηκώσει τα μάτια και είχε πει: Auschwitz. Und danach Flossenburg[2]. Λιγότερο από τέσσερις μήνες αργότερα παντρεύτηκαν και έστησαν το σπιτικό τους στο παλιό διαμέρισμα χωρίς ανελκυστήρα. Εκείνη είχε φέρει στο σπίτι το γυναικείο άγγιγμα. Μαγείρευε γερμανικό φαγητό και υποχρέωσε τον Λίμπμαν να αγοράσει ραδιόφωνο. Είχαν καταλάβει πώς παιζόταν το μπέιζμπολ και πήγαιναν τακτικά να δουν τα παιχνίδια των Σένατορς, στην αγαπημένη θέση τους πάνω από τις γραμμές της τρίτης βάσης. Του είχε μεταδώσει τη συνήθεια των μεγάλων περιπάτων στις γειτονιές γύρω από το Σέφερντ Παρκ.

conc 1

Για αυτόν δεν ήταν ένα συγκλονιστικό πάθος, όχι στην αρχή: δεν είχε ερωτευτεί όπως άλλοι που συναντιούνται και πέφτουν μαζί στη θέρμη, στην έκπληξη και στο μυστήριο της αμοιβαίας ανακάλυψης. Όμως, και πάλι, επρόκειτο για ένα μυστήριο, η αγάπη του για εκείνη μεγάλωνε σαν να ζωγράφιζε σταδιακά ένα πορτρέτο κάποιου που δεν είχε δει ποτέ πριν, ούτε είχε μπορέσει ποτέ να φανταστεί. Είχαν ανάγκη να ξέρουν μονάχα πού είχαν βρεθεί και πώς κατέληξαν εκεί που κατέληξαν. Ήταν σύντροφοι, τους ένωνε η στοργή. Δούλευαν μαζί στην κάβα. Αποταμίευαν για να αγοράσουν ένα σπίτι. Η γυναίκα του ήθελε να κατοικήσει στη Μορνινγκσάιντ Ντράιβ: τον πήγαινε για περίπατο σ’ εκείνα τα μέρη και μαζί θαύμαζαν τις μεγάλες βίλες, με τους άψογους κήπους, τις ανθισμένες πρασιές με τη γεωμετρική συμμετρία και τα φροντισμένα λιθόστρωτα δρομάκια.

Φαντάζονταν μαζί τη μέρα που θα μπορούσαν να μετακομίσουν.

Όταν εκείνη αρρώστησε και ήταν πλέον προφανές ότι της έμενε λίγη ζωή, κάποιες φορές ο Λίμπμαν δεν κατάφερνε να κοιμηθεί, και σηκωνόταν τη νύχτα στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας κοιτάζοντας προς τη Τζόρτζια Άβενιου. Χάιδευε το τατουάζ στο αριστερό του χέρι.

Κανείς δεν είχε μπορέσει να κάνει τίποτα.

Από το Άουσβιτς τον είχαν μεταφέρει στο στρατόπεδο του Φλόζενμπουργκ για να δουλέψει στο νταμάρι.  Σε κείνο το στάδιο του πολέμου, οι ναζί είχαν εξοντώσει σχεδόν όλους τους πιο ηλικιωμένους κρατούμενους, με δουλειά, πείνα, με εκτελέσεις. Ο Λίμπμαν ήταν νέος και ήταν ακόμα σε θέση να στέκεται στα πόδια του και να κρατάει τον κασμά. Όταν οι Αμερικανοί έφτασαν στο Φλόζενμπουργκ ήταν ανάμεσα στους λίγους επιζήσαντες. Στο κέντρο των προσφύγων όπου τον έντυσαν και τον τάισαν κι όπου είχε πάρει δέκα κιλά σε δέκα μέρες, ο Λίμπμαν τους είχε ξεκαθαρίσει ότι ήθελε να πάει στην Αμερική, δεν ήθελε να ξαναδεί τη Γερμανία. Με την άφιξή τους στην Αμερική, τους σκόρπισαν σε διάφορες πόλεις και στον Λίμπμαν έτυχε η Ουάσινγκτον, η γειτονιά του Σέφερντ Πάρκ. Του έδωσαν ένα διαμέρισμα όπου θα έμενε χωρίς να πληρώνει ενοίκιο για ένα χρόνο, μετά από τον οποίο θα έπρεπε να μπορεί να πληρώνει μόνος του.

Εικοσιδύο χρόνια αργότερα ο Λίμπμαν ήταν ακόμα εκεί στο τεσσάρι χωρίς ανελκυστήρα, στο νούμερο 7701 της Τζόρτζια Άβενιου. Ανταποκρινόταν μια χαρά στις ανάγκες του.

Το Σέφερντ Παρκ καταλάμβανε μια γωνία στο απώτατο όριο του Διαμερίσματος της Κολούμπια, πολύ κοντά στην κωμόπολη του Σίλβερ Σπρινγκ του Μέριλαντ.  Λίγα τετράγωνα δυτικά από το σπίτι του Λίμπμαν υπήρχε ένας πράσινος λαβύρινθος από ήσυχους σιωπηλούς δρόμους και σπίτια με κόκκινα τούβλα ή βίλες σε στιλ Τυδόρ και διώροφα για πλούσιους· η ζώνη της περιοχής όπου ήθελε η γυναίκα του να μετακομίσουν. Πιο δυτικά, κατά μήκος της 16ης, υπήρχαν μεγάλες βίλες σε οικόπεδα δύο χιλιάδων τετραγωνικών που εκτείνονταν προς το Ροκ Κρικ Παρκ. Αλλά εκεί όπου ζούσε ο Λίμπμαν, στη γωνία Τζόρτζια και Τζούνιπερ Στριτ, τη γειτονιά την είχε πάρει η κάτω βόλτα. Ο Λίμπμαν είχε δει τα έξι ή εφτά γειτονικά τετράγωνα να ξεπέφτουν και να φθίνουν σε μια μακρόχρονη παρακμή που τα τελευταία χρόνια γινόταν όλο και πιο γρήγορη, όλο και πιο καταστροφική. Μαγαζιά και μπαρ, το ζαχαροπλαστείο, το φαρμακείο και το πλυντήριο της γειτονιάς είχαν κλείσει ή είχαν μετακομίσει στα προάστια. Στο Γουίτον υπήρχε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, μια καινούργια εφεύρεση που τραβούσε πελάτες, και οι έμποροι μετακινούνταν βόρεια, στο Μέριλαντ όπου υπήρχαν τα λεφτά.

Κατά τη διάρκεια της παρακμής της γειτονιάς ο Λίμπμαν υπήρξε θύμα ληστείας από έναν μαύρο υστερικό και αλλήθωρο. Ο ληστής είχε αρχίσει να ουρλιάζει κραδαίνοντας ένα πιστόλι. Ο Λίμπμαν είχε αδειάσει το περιεχόμενο του ταμείου σε μια χαρτοσακούλα, ο άλλος την πήρε και την κοπάνησε. Τέσσερις πελάτες έφυγαν τρέχοντας, χωρίς να αγοράσουν τίποτα. Ο Λίμπμαν έκανε μήνυση· ένας από τους αστυφύλακες που ήρθαν στη συνέχεια τον συμβούλεψε να αγοράσει ένα όπλο για προστασία. «Στην περίπτωση που ξανασυμβεί. Κι όπως πάνε τα πράγματα στη γειτονιά, σίγουρα θα ξανασυμβεί».

REV 22

Κάποιοι από τους γνωστούς του είχαν πει να τα πουλήσει όλα και να σηκωθεί να φύγει. Έρχονταν να ψωνίσουν κάνα δυο μπουκάλια Μόγκεν Ντέιβιντ ή Μανίσεβιτς και φλυαρούσαν μαζί του την ώρα που πλήρωναν. Τζέικομπ, του έλεγαν, είναι ώρα ν’ αλλάξεις γειτονιά. Νοίκιασε ένα άλλο μαγαζί στο Γουίτον. Ο τζίρος σου καθόλου δεν θ’ αλλάξει. Αλλά ο Λίμπμαν ούτε να το φανταστεί δεν μπορούσε. Η γυναίκα του δεν υπήρχε πια. Παιδιά δεν είχε. Δεν είχε κανέναν για τον οποίο θα έπρεπε ν’ αλλάξει ζωή. Ακολούθησε τη συμβουλή του αστυνομικού κι αγόρασε ένα 22άρι, ένα μικρό περίστροφο με λαβή από άσπρο πλαστικό που του κόστισε 50 δολάρια μεταχειρισμένο. Ο ιδιοκτήτης του οπλοπωλείου τού έδειξε στα γρήγορα πώς να το χρησιμοποιεί. Ο Λίμπμαν πήρε το όπλο στο μαγαζί, το γέμισε, έκανε το μύλο να γυρίσει κι έβαλε την ασφάλεια, μετά το κλείδωσε στο συρτάρι του μικρού γραφείου του.

Ο πόλεμος του είχε αφήσει έναν τρόμο για τα όπλα. Ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να το χρησιμοποιεί.

Ήταν σαρανταδύο χρονών, αλλά ένιωθε σαν να είχε τα διπλά χρόνια.

Δεν είχε αυτοκίνητο· δεν είχε ποτέ σκεφτεί ν’ αποκτήσει αν και τα οικονομικά του τού επέτρεπαν να πάρει όποιο αμάξι ήθελε. Αν ήθελε να πάει κάπου πήγαινε με τα πόδια ή έπαιρνε το τραμ και στη συνέχεια το λεωφορείο. Έτρωγε σχεδόν πάντα στο Τζίμι’ς Καφέ, δίπλα στο μαγαζί, ή κάποιες φορές στο Κρίσφιλντ’ς στο Σίλβερ Σπρινγκ. Τις νύχτες που τα πρόσωπα της αδερφής και των γονιών του ερχόταν στον ύπνο του με υπερβολική καθαρότητα, περπατούσε λίγο πιο μακριά μέχρι τη Συναγωγή της 16ης, έμπαινε στον λατρευτικό χώρο και καθόταν στο βάθος, ψάχνοντας παρηγοριά στις τελετουργίες του λαού του.

Την Κυριακή, την μόνη μέρα που έκλεινε το μαγαζί του, ο Λίμπμαν ανέβαινε στο λεωφορείο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό: οι βόλτες του ήταν ένας τρόπος να ξεπεράσει το άγχος που μπορούσε να αναδυθεί ανά πάσα στιγμή στις σκέψεις του, τις μνήμες που έτρεχαν διάφανες και γρήγορες σαν ορμητικό ποτάμι στο βάθος του καθημερινού ρυθμού της ζωής του, εκείνης του μαγαζάτορα.

Εκείνη την Κυριακή στα μέσα του Νοέμβρη διέσχισε τον δρόμο για να πάρει το λεωφορείο που πήγαινε στο κέντρο, ανέβηκε, χαιρέτησε τον οδηγό, πλήρωσε τη διαδρομή και κατευθύνθηκε προς τη θέση του στη μέση του λεωφορείου. Προτιμούσε να κάθεται στη δεξιά πλευρά αν και δεν ήξερε να εξηγήσει το γιατί. Η παρακμή της Ουάσινγκτον περνούσε  μπροστά από το βρώμικο παράθυρο: οι βιτρίνες του Πέτγουορθ κλεισμένες με σανίδες, η καταστροφή του Σόου, τα στενά δρομάκια γύρω από το Πανεπιστήμιο Χάουαρντ, εγκαταλειμμένα σε κάθε πιθανή βρωμιά.

bus

Το λεωφορείο ανηφόρισε για το κέντρο και μπήκε στην παράκαμψη του Φέντεραλ Τράιανγκλ, όπου κατέβηκαν οι δυο τελευταίοι επιβάτες. Ο Λίμπμαν έμεινε καθισμένος. Ο οδηγός πέρασε από το διάδρομο για να μαζέψει σκουπίδια ή σκισμένα εισιτήρια από το πάτωμα ή τα καθίσματα. Σταμάτησε και κάθισε μπροστά στον Λίμπμαν.

«Κύριε Λίμπμαν» είπε. Αναστέναξε βαθιά κι έπεσε στο κόκκινο πλαστικό κάθισμα. Ήταν ένας άντρας σωματώδης, υπέρβαρος από τόσες ώρες στο τιμόνι.

«Πώς είστε σήμερα, φίλε μου;» ρώτησε ο Λίμπμαν.

«Όχι κι άσχημα» απάντησε ο οδηγός. Ήταν πάνω κάτω πενήντα χρονών, κι είχε την έκφραση θλίψης και παραίτησης που ο Λίμπμαν είχε προσέξει σε πολλούς μαύρους της γειτονιάς. «Βγήκατε για τη βόλτα της Κυριακής;»

Ο Λίμπμαν είπε ναι.

«Εεε, χαίρομαι για σας. Για μένα είναι πάντα το ίδιο. Δεν βρίσκω καμιά ευχαρίστηση στη δουλειά μου. Χαίρομαι μόνο που σταμάτησε αυτή η παλιοβροχή».

Οι ναζί έφτασαν όταν ο Λίμπμαν ήταν δεκαεφτά χρονών. Οι δικοί του έμεναν στο Βερολίνο, σε μια παλιά πολυκατοικία γεμάτη εβραϊκές οικογένειες. Μετά τον χαμό των αγαπημένων του, αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν η δική του και τόσες άλλες φαμίλιες να συνεχίζουν να ζουν δίπλα δίπλα στις ίδιες συνοικίες, στα ίδια κτίρια, να κυκλοφορούν στους ίδιους δρόμους, πολύ καιρό αφότου κατάλαβαν πολύ καλά τι έκαναν οι ναζί, αφότου τόσοι άλλοι είχαν ήδη εξοριστεί.

Εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμα καταλάβει, πόσα λίγα πράγματα μπορούσαν να κάνουν ο πατέρας του ή οι άλλοι πατεράδες, με τα γερμανικά σύνορα κλειστά, χωρίς δουλειά, χωρίς να έχουν να φάνε, με κάθε δυνατότητα να δραπετεύσουν ή να κρυφτούν ανύπαρκτη, και με τον κλοιό να σφίγγεται γύρω τους κάθε μέρα που περνούσε. Στο τέλος, μια αυγή του 1943, έφτασαν τα Ες Ες, ανεβαίνοντας τις σκάλες τις πολυκατοικίας, χτυπώντας τις πόρτες και ουρλιάζοντας ανάμεσα στα γαυγίσματα των λυκόσκυλων στους διαδρόμους.

Ο Λίμπμαν είχε ξυπνήσει την αδερφή του, κάνοντας της νόημα να σηκωθεί στα γρήγορα και να ντυθεί. Για κάποιο λόγο φοβόταν να μιλήσει, σαν να φοβόταν ν’ αποκαλύψει την παρουσία του στους στρατιώτες που ήδη είχαν μπει στο κτίριο και ερευνούσαν τα διαμερίσματα. Ντύθηκε βιαστικά και δεν είχε ακόμα δέσει τα κορδόνια του όταν άκουσε την πόρτα του διαμερίσματος να παραβιάζεται, τον πατέρα του να διαμαρτύρεται, και μια φωνή να κατέβουν αμέσως στο δρόμο. Άκουσε κάτι να γίνεται θρύψαλα, πιάτο ή ποτήρι, κι αμέσως η πόρτα του δωματίου άνοιξε βίαια. Ο άντρας των Ες Ες στο κατώφλι φάνταζε γιγάντιος, αλλά δεν ήταν πολύ μεγαλύτερος από εκείνον. Στο στήθος του κρατούσε ένα πολυβόλο. Το όπλο ήταν μαύρο και γυάλιζε λαδωμένο. Ο στρατιώτης έμεινε ακίνητος, ανέκφραστος και ήρεμος, κοιτάζοντας πρώτα το Λίμπμαν και ύστερα την αδερφή του, ακόμα με τα νυχτικά. Εκείνη ήταν μόνο έντεκα χρονών.

Ο στρατιώτης τους κοίταζε σαν να ήταν δυο οικόσιτα ζώα που έπρεπε ν’ αποφασίσει για την τύχη τους. Μετά από μια στιγμή τους έκανε με το όπλο νόημα να κουνηθούν κι έκανε στην άκρη αφήνοντάς τους να περάσουν.

 ss_k9

Στην επιστροφή ο Λίμπμαν έμεινε στο λεωφορείο και πέρα από τη στάση του. Σκεφτόταν να κατέβει στο Νάσιοναλ Γκαρντ Άρμορι στο Σίλβερ Σπρινγκ, να περάσει από το εστιατόριο και να πιει έναν καφέ πριν να γυρίσει με τα πόδια στη Τζόρτζια Άβενιου, στο σπίτι. Στη στάση της Κάλμια Ρόουντ ανέβηκαν τρεις νεαροί σπρώχνοντας, προσπέρασαν τον οδηγό και πήγαν προς τα καθίσματα.

Ο Λίμπμαν αναγνώρισε αμέσως έναν από αυτούς. Το περιστατικό είχε συμβεί στην κάβα έναν μήνα νωρίτερα. Εκείνη τη μέρα ο μικρός είχε έρθει με κάνα δυο φίλους του. Παιδιά εργατών, μα με τις κόκκινες φάτσες του επαρχιώτη, που κατοικούσαν μάλλον στις γειτονιές λευκών του Γκλένμοντ ή του Άσπεν Χιλ, και τριγύριζαν στην πόλη μεθυσμένοι από αυτό το είδος της λαθραίας ελευθερίας, που κανείς δεν νοιάζεται ποιος είσαι, πού πας και τι κάνεις.

Ο οδηγός τους φώναξε να πληρώσουν το εισιτήριο και ο πιο ψηλός πιτσιρικάς, εκείνος που είχε πετάξει έξω από την κάβα ο Λίμπμαν, γύρισε μπροστά.

«Εβδομήντα πέντε σεντς» είπε ο οδηγός δείχνοντας το κουτί με τα κέρματα. Ο μικρός στάθηκε άνετος και κοίταξε τον οδηγό. Στηρίχθηκε στο κουτί, έξυσε τον καβάλο του και κοίταξε τους φίλους του που περίμεναν να απαντήσει όπως έπρεπε. Οι άλλοι είχαν σκαρφαλώσει σε καθίσματα στο βάθος του λεωφορείου κι άρχισαν να χασκογελούν.

«Νόμιζα ότι ήταν είκοσι πέντε σεντς, το εισιτήριο». Ο μικρός είχε ξανθά μαλλιά καρφάκια, φορούσε άσπρο μπλουζάκι και μαύρο δερμάτινο μπουφάν μοτοσυκλετιστή.

Ο οδηγός σταμάτησε το λεωφορείο σε ένα κόκκινο φανάρι. «Είστε τρεις –είπε. – Είκοσι πέντε επί τρία. Τον καταφέρνεις μόνος σου το λογαριασμό, ή σου πέφτει δύσκολος;»

Ο μικρός απέστρεψε το βλέμμα από το κοινό του και κοίταξε τον οδηγό. «Έχουμε μεγάλη γλώσσα ε;»

Ο οδηγός δεν απάντησε. Άπλωσε το χέρι στο μοχλό στα δεξιά του και τον τράβηξε ανοίγοντας την πόρτα πίσω από τον μικρό.

«Κατέβα» είπε.

«Δεν κατεβαίνω –απάντησε ο μικρός- δεν είναι η στάση μου».

Ήταν βράδι Σαββάτου όταν ένας από τους υπαλλήλους του Λίμπμαν είχε  δει ακριβώς εκείνο το παιδί να κρύβει ένα μισόλιτρο βότκα στο δερμάτινο μπουφάν του. Ο μικρός ήταν δεκαοκτώ χρονών ή τουλάχιστον έτσι έγραφε η άδεια οδήγησης και είχε δικαίωμα να αγοράσει οινοπνευματώδη στην πόλη. Αλλά προσπαθούσε να το βουτήξει το μπουκάλι.

Το φανάρι έγινε πράσινο.

 Ο οδηγός κοίταξε τον πιτσιρικά και περίμενε, κι ο μικρός είπε: «Στο είπα δεν κατεβαίνω. Θα κατέβω στη στάση μου».

Ένα αμάξι πίσω από το λεωφορείο κορνάρισε.

Όταν ο Λίμπμαν του είχε πει να βγάλει το μπουκάλι που έκρυβε στο μπουφάν, ο μικρός είχε απαντήσει ότι ήταν αναγκασμένος να κλέβει επειδή οι τιμές σ’ εκείνο τα μαγαζί ήταν τιμές «εβραίου». Αλλά είχε επιστρέψει το μπουκάλι κι είχε φύγει ήρεμα, δείχνοντας να μη βιάζεται αντιμετωπίζοντας τα βλέμματα των πελατών με μακάρια αδιαφορία.

Ο οδηγός έσβησε τη μηχανή του λεωφορείου, τράβηξε το χειρόφρενο και άναψε τα αλάρμ. Ο μικρός είπε: «Δεν μπορείς να με κατεβάσεις από το λεωφορείο γαμώτο, είναι παράνομο».

«Αυτό είναι το λεωφορείο μου και εδώ ο νόμος είμαι εγώ. –ο οδηγός μίλησε με χαμηλή συγκρατημένη φωνή. – Κατέβα για να μη σε κατεβάσω εγώ».

Ο μικρός οπισθοχώρησε προς τις πόρτες, παραπάτησε αλλά ξαναβρήκε την ισορροπία του: «Το μόνο που μπορείς να μου κάνεις είναι να μου κλάσεις τ’ αρχίδια».

«Κούνα τον κώλο σου και κατέβα».

Ο μικρός κοίταξε στο βάθος του λεωφορείου. Είχαν μείνει λίγοι επιβάτες. Ένας άντρας τρία καθίσματα μπροστά από τον Λίμπμαν κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο έξω από το παράθυρο περιμένοντας να τελειώσει η σκηνή, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Ο Λίμπμαν σηκώθηκε από τη θέση του και κοίταξε τον μικρό.

«Για δες για δες – είπε ο πιτσιρικάς- Τώρα έχουμε και τον εβραίο. Θέλεις να μου κλάσεις και συ τ’ αρχίδια ραβίνε; Για έλα εδώ…»

Ο οδηγός σηκώθηκε και τον άρπαξε από τους γιακάδες του δερμάτινου. Ο μικρός τραντάχτηκε κι έπεσε μπρος στις μύτες των ποδιών του. Για μια στιγμή προσπάθησε ν’ αντισταθεί, μετά τα παράτησε κι έμεινε  ακίνητος με τα μάγουλά του κατακόκκινα.

«Τράβα τα κωλόχερά σου ρε  σκυλάραπα…». Έτρεμε η φωνή του αλλά ζοριζόταν να το παίξει σκληρός.

Ο οδηγός τον άφησε κι ο μικρός παραπάτησε κουτρουβαλώντας τα δυο σκαλιά ως το πεζοδρόμιο. Ο οδηγός ξανάκλεισε τις πόρτες, έβαλε μπροστά και επιταχύνοντας πέρασε τη διασταύρωση.

Όταν τον προσπέρασε το λεωφορείο ο μικρός έκανε κωλοδάχτυλα και με τα δυο χέρια.

Ο Λίμπμαν γύρισε στη θέση του. Έριξε μια ματιά στους δυο φίλους του πιτσιρικά που έμοιαζαν δαρμένοι σκύλοι.

Ο οδηγός τους φώναξε με δυνατή φωνή: «Πενήντα σεντς παιδιά. Κουνηθείτε!»

 Οι δύο σηκώθηκαν, έριξαν τα κέρματα στο κουτί και γύρισαν πίσω στο βάθος του λεωφορείου, μακριά απ’ όλους.

Ο οδηγός σταμάτησε το λεωφορείο στη βόρεια πλευρά του Άρμορυ στο Σίλβερ Σπρινγκς κι έσβησε τη μηχανή. Οι δυο πιτσιρικάδες κατέβηκαν από τις πίσω πόρτες, έκαναν κάποια βήματα, μετά άρχισαν να τρέχουν νευρικά κι εξαφανίστηκαν μέσα στο κτίριο του Άρμορι. Οι άλλοι επιβάτες κατέβηκαν κι εκείνοι από τις πίσω πόρτες.

Ο Λίμπμαν περίμενε να κατέβουν όλοι, μετά πήγε μπροστά και κάθισε δίπλα στον οδηγό. «Το ξέρω αυτό το παιδί –είπε. –Είχε έρθει στο μαγαζί μου. Προσπάθησε να κλέψει».

«Κωλόπαιδο» είπε ο οδηγός.

«Τον πέταξα έξω».

«Απ’ ό,τι φαίνεται μόνο σ’ αυτό είναι καλός –είπε ο οδηγός. –Στο να τον πετάνε έξω. Μαλακισμένο κωλόπαιδο».

«Λυπάμαι».

Ο οδηγός αναστέναξε και κοίταξε το Λίμπμαν. «Όχι, εγώ λυπάμαι. Λυπάμαι που σας μίλησαν μ’ αυτό τον τρόπο πάνω στο λεωφορείο μου».

Ο Λίμπμαν σήκωσε τους ώμους. Υπήρξε μια στιγμή σιωπής.

«Τελειώσατε τη δουλειά;» ρώτησε ο Λίμπμαν.

«Ναι, Πρέπει να πάω στο αμαξοστάσιο αλλά για σήμερα τελείωσα».

«Τότε θα τα πούμε την άλλη βδομάδα» είπε ο Λίμπμαν.

«Ας ελπίσουμε να κάνουμε μια ήσυχη βόλτα».

Μόλις γύρισε στο σπίτι, ο Λίμπμαν κάθισε μπροστά στο παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο. Το άνοιξε, παρά το κρύο, τράβηξε μια καρέκλα από την κουζίνα, και κάθισε χωρίς να βγάλει το παλτό του. Τα δέντρα της Τζόρτζια Άβενιου έμοιαζαν σκελετοί, μαύρες σκιές στο ατελείωτο μεσημέρι. Λίγες μέρες μετά που πέταξε τον πιτσιρικά από την κάβα, επειδή είχε προσπαθήσει να βουτήξει τη βότκα, ο Λίμπμαν πηγαίνοντας στο μαγαζί του είχε δει στη βιτρίνα του γραμμένο με κόκκινο σπρέι ΣΚΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ.

Έμεινε να κοιτάζει τις λέξεις που είχαν γραφτεί με τρεμάμενο χέρι πάνω στο τζάμι ενώ πίσω του περνούσε η πρωινή κυκλοφορία. Ενώ αναθυμόταν το γεγονός τώρα, στο σπίτι του, άγγιξε το μανίκι του παλτού στο μπράτσο του σ’ εκείνο το σημείο που είχε το τατουάζ. Ανέκαθεν είχε τη βεβαιότητα ότι μπορούσε να το νιώσει, όσα ρούχα κι αν φορούσε, το τατουάζ το χαραγμένο ανάμεσα στο δέρμα του και στο αίμα που κυλούσε από κάτω.

 CONC 2

Ο άνθρωπος που του είχε κάνει το τατουάζ στο Άουσβιτς είχε τη φήμη του καλύτερου καλλιτέχνη τατουάζ στο Βερολίνο. Μιλούσαν όλοι για τις αυτοσχέδιες περίτεχνες ζωγραφιές του από ιστιοφόρα στη θάλασσα, ή καρδιές με χαραγμένα γυναικεία ονόματα σε καλλιγραφικά συμπλέγματα. Ήταν όμως Εβραίος. Και τώρα μαρκάριζε τους ανθρώπους του λαού του, με γράμματα και νούμερα, τον έναν πίσω από τον άλλον σε ατέλειωτες σειρές. Ήταν αδύνατος, με μακρουλή φάτσα, ανήσυχα μάτια και γυαλιά με μεταλλικό σκελετό. Δεν σήκωνε ποτέ το κεφάλι, δεν κοίταζε ποτέ καταπρόσωπο τους ανθρώπους που σημάδευε, αυτούς που εγκατέλειπαν το όνομά τους για ένα νούμερο. Το γνώριζαν όλοι ότι δεν είχε άλλη επιλογή.

Κάποιες βδομάδες αργότερα οι φρουροί μπήκαν στον κοιτώνα και τους διέταξαν όλους να βγουν έξω.

Ήταν σχεδόν αυγή. Είχαν ξυπνήσει όλον τον κοιτώνα με φωνές και τους είχαν όλους υποχρεώσει να βγουν έξω στο χιόνι, να παγώνουν ντυμένοι με κουρέλια. Συνήθως σ’ αυτές τις περιστάσεις επέλεγαν έναν κρατούμενο από τον σωρό και τον έπαιρναν μαζί τους. Εκείνη τη φορά ένας αξιωματικός των Ες Ες είχε δείξει τον καλλιτέχνη του τατουάζ. Δυο δεκανείς τον τράβηξαν έξω από την ομάδα και τον έσπρωξαν πίσω από τη γωνία του κτιρίου. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε μια τουφεκιά. Ένας ξερός ήχος που εξαφανίστηκε με την ηχώ στο σκοτεινό δάσος πέρα από την περίφραξη με το συρματόπλεγμα.

Οι δυο δεκανείς κι ο ταγματάρχης γύρισαν από τη γωνία ήσυχοι σα να είχαν πάει στην τουαλέτα ή να κάπνισαν απλά ένα τσιγάρο. Τους διέταξαν όλους να γυρίσουν πίσω. Ο Λίμπμαν γύρισε στον κοιτώνα κι έπεσε πάνω στα σανίδια που είχε για κρεβάτι. Τότε κατάλαβε ότι ούτε ήξερε πως τον έλεγαν τον καλλιτέχνη, και τώρα άνθρωπος και όνομα είχαν χαθεί μαζί, είχαν εξαφανιστεί. Ο Λίμπμαν είχε αρχίσει να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά το όνομά του, Γιάκομπ Λίμπμαν, Γιάκομπ Λίμπμαν· ήταν ξαφνικά βέβαιος ότι αυτό θα του χρησίμευε σαν προστασία, σαν ξόρκι, σαν προσευχή που απευθυνόταν σε όλα τα ονόματα του κόσμου που είχαν χαθεί και είχαν σωπάσει, μέσα σε χίλιες νύχτες  εγκατάλειψης τον τελευταίο χειμώνα του πολέμου, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς προορισμό.

Ο Λίμπμαν περπατούσε στους δρόμους  του Σέφερντ Πάρκ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, τη βδομάδα ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Λίγες ώρες πριν είχε ελαφρά χιονόπτωση που είχε αφήσει τα ίχνη της στον ουρανό των αμαξιών και στα δέντρα.

Πολύ συχνά όταν δεν τον έπαιρνε ο ύπνος, ο Λίμπμαν ντυνόταν και περπατούσε στους δρόμους. Το χιόνι έκανε τη νύχτα ακόμα πιο σιωπηλή. Βγαίνοντας από το σπίτι πήγε νότια, διέσχισε τη Τζόρτζια Άβενιου κι ακολούθησε το δρόμο μέχρι τη Φερν, έστριψε αριστερά κι ακολούθησε την περίφραξη του Γουόλτερ Ριντ, του γιγάντιου στρατιωτικού νοσοκομείου. Μπήκε στη συνοικία της 13ης κι είδε ότι το χιόνι είχε αρχίσει να σκεπάζει σαν μανδύας τα ρείθρα των πεζοδρομίων, τα σκαλοπάτια και τα στέγαστρα. Τα σπίτια ήταν σχεδόν όλα σκοτεινά, με κάποια σκόρπια φώτα αναμμένα σε κάποιο σαλόνι, ή πίσω από τις κουρτίνες κάποιας κρεβατοκάμαρας. Ενώ έστριβε τη γωνία όπου συναντιόταν η Αλάσκα Άβενιου και η Τζόρτζια, είδε φώτα να κινούνται στο μαγαζί του.

Έφτασε στη διασταύρωση της Αλάσκα και της Τζόρτζια με την Κάλμια Ρόουντ, μετά σταμάτησε ακριβώς μπροστά στη βιτρίνα της κάβας. Στο εσωτερικό διακρίνονταν φώτα που τρεμόπαιζαν και μετακινούνταν. Σε μια πρώτη στιγμή ο Λίμπμαν έμεινε μπερδεμένος, μετά κατάλαβε: φακοί. Στην ησυχία του δρόμου, ακόμα και από την απόσταση που βρισκόταν, άκουγε θόρυβο από γυαλιά που θρυμματίζονταν, από μπουκάλια που έσπαγαν το ένα πάνω στο άλλο. Και γέλια.

Κάποιος ήταν μέσα, έσπαγε μπουκάλια και γελούσε.

Αργότερα ο Λίμπμαν θυμόταν ότι δεν είχε κάποια σκέψη ή κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο καθώς κινούνταν προς το πίσω μέρος του μαγαζιού κολλημένος στον τοίχο. Η τζαμαρία της πίσω πόρτας ήταν κατεβασμένη. Έσκυψε και μπήκε από το κενό, προσέχοντας να μην ακουμπήσει στα κομμάτια τζάμι που κρέμονταν στο τελάρο της πόρτας. Ανασηκώθηκε και είδε τρεις σκιές συνεπαρμένες από μια ευφορική μανία να ρίχνουν κόντρα στον τοίχο μπουκάλια του λίτρου από ουίσκι, βότκα και τζιν, ουρλιάζοντας και γελώντας καθώς τα μπουκάλια γίνονταν θρύψαλα. Ένας από τους τρεις χτύπησε κάτι πάνω σ’ ένα ράφι κάνοντας τα μπουκάλια να πετάξουν και να σκάσουν στο πάτωμα σα βόμβες.

Μια ανυπόφορη βρώμα από αλκοόλ που χυνόταν καταγής, δυνατού και γλυκερού, γέμιζε το χώρο.

Οι τρεις συνέχισαν χωρίς να πάρουν είδηση τον Λίμπμαν, που πήγε στο γραφείο του, πήρε το κλειδί από το πρεβάζι της πόρτας και ξεκλείδωσε το συρτάρι χαμηλά στ’ αριστερά. Τράβηξε το μικρό περίστροφο, έβγαλε την ασφάλεια και γύρισε στο μαγαζί. Σήκωσε το όπλο πάνω από το κεφάλι του με τεντωμένο χέρι και πάτησε τη σκανδάλη.

Ο θόρυβος στο εσωτερικό της κάβας ήταν εντελώς διαφορετικός από τον ξερό ήχο του Λούγκερ στον παγωμένο αέρα της Γερμανίας: ήταν μια βροντή κεραυνού, η ξαφνική έκρηξη μια απελευθερωμένης πρωταρχικής δύναμης.

Οι τρεις σκιές αναπήδησαν και χαμήλωσαν προς το πάτωμα, γυρίζοντας προς το μέρος του· μετά έμειναν ακίνητες. Ο Λίμπμαν έκανε ένα βήμα μπροστά κάνοντας τα σπασμένα γυαλιά να τρίξουν. Το πάτωμα ήταν μουσκεμένο και γλιστρούσε.

Δύο από αυτούς την κοπάνησαν, γλιστρώντας και κουνώντας τα χέρια τους σαν να περπατούσαν στον πάγο, κατευθυνόμενοι προς την πόρτα. Ένας γλίστρησε κι έπεσε καταγής στα σπασμένα γυαλιά, στριγγλίζοντας από τον πόνο.

Ο Λίμπμαν δεν του έδωσε σημασία και σταμάτησε τρία μέτρα από τον μικρό με τα μαλλιά καρφάκια. Φορούσε το μπουφάν του μοτοσυκλετιστή. Στο δεξί χέρι κρατούσε ένα μπαστούνι του μπέιζμπολ.

«Δεν τα κατάφερες έτσι; -είπε ο Λίμπμαν.- Να κοιτάς τη δουλειά σου. Να μ’ αφήσεις ήσυχο».

Ο μικρός τον κοίταξε για μια στιγμή με την ίδια αυθάδη έκφραση της μέρας που ο Λίμπμαν τον είχε πετάξει από το μαγαζί του ή της μέρας που ο οδηγός τον είχε κυνηγήσει από το λεωφορείο. Μετά είπε: «Εγώ φεύγω». Άρχισε να κινείται.

Ο Λίμπμαν σήκωσε το όπλο για να τον κάνει να το δει καλά, κρατώντας το μπροστά στο πρόσωπό του και σημαδεύοντας ψηλά. «Μη βιάζεσαι. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσαμε να πούμε δυο λογάκια».

Μπροστά στο όπλο ο μικρός πάγωσε, αλλά σχεδόν αμέσως ξαναβρήκε την εχθρική και τσαμπουκαλεμένη του έκφραση. «Ε, λοιπόν τι θα κάνεις, θα με πυροβολήσεις; Γι’ αυτό; Χαβαλέ θέλαμε μόνο να κάνουμε».

«Εσύ έγραψες εκείνες τις λέξεις, έτσι;»

«Ποιες λέξεις;»

Ο Λίμπμαν σήκωσε το όπλο και έριξε στον τοίχο. Ο μικρός πήδηξε προς τα πίσω, διπλώθηκε στα δυο, ούρλιαξε, άφησε το μπαστούνι να πέσει και σήκωσε τα χέρια για να προφυλαχτεί.

«Εκείνες τις λέξεις –είπε ο Λίμπμαν όταν η ηχώ του πυροβολισμού διαλύθηκε- Κόκκινη μπογιά. Στη βιτρίνα».

 Ο μικρός σηκώθηκε, αφήνοντας τα χέρια του να πέσουν στο πλάι. «Και λοιπόν;» άρχισε ν’ απομακρύνεται προσέχοντας τα σπασμένα γυαλιά.

Ο Λίμπμαν έστρεψε το όπλο πάνω του, ακολουθώντας τον καθώς κινούνταν. Ο μικρός κρατιόταν σε απόσταση κάποιων μέτρων από τον Λίμπμαν και είπε: «Μην κάνεις μαλακίες ρε φίλε. Ένα αστείο ήταν».

Ο Λίμπμαν έστρεψε το όπλο στα δεξιά κι έριξε, κι αυτή τη φορά στον τοίχο. Σκόπευσε λίγο πιο πλάγια και ξανάριξε. Ένα κασόνι Κόκα Κόλα έσκασε κι άρχισε να ξερνάει αφρισμένο υγρό. Ο Λίμπμαν ξανασημάδεψε και πυροβόλησε ακόμα πιο πλάι. Ο μικρός ούρλιαξε τρελαμένος σκεπάζοντας το πρόσωπο με τα χέρια. Τα γόνατα του λύγισαν.

Ο Λίμπμαν πυροβόλησε σ’ ένα ράφι με κρασιά από την Αλσατία, Ρίζλινγκ και Γκεβιρτστραμίνερ. Τα μπουκάλια έσκασαν σε λαμπερά θραύσματα, ελευθερώνοντας καταρράκτες από ασημί γυαλί και κεχριμπαρένιο υγρό.

Τώρα η ηχώ και το τράνταγμα του όπλου συνέθεταν ολόκληρο τον κόσμο, αντηχούσαν στους τοίχους και στο ταβάνι, εξωπραγματικά και γεμάτα κτηνώδη αγνότητα, σαν άγριο ζώο. Αυτός ο ήχος είχε καταστρέψει κάτι μέσα στον Λίμπμαν.

Ο μικρός κλαψούριζε, γονατιστός στο πάτωμα. «Είσαι τρελός, κωλόγερε –είπε αγκομαχώντας, φτύνοντας όλη την υποτιθέμενη μαγκιά του. –Θες να με σκοτώσεις, έτσι;»

Από το δρόμο πέρασε ένα αμάξι και τα φανάρια του φώτισαν το μαγαζί σαν προβολείς, αποκαλύπτοντας για μια στιγμή την έκταση της καταστροφής. Το πάτωμα έλαμπε από χυμένα ποτά και θραύσματα γυαλιού όμοια με πολύτιμους λίθους.

Ο Λίμπμαν γύρισε και κοίταξε για ώρα τον μικρό. Στο τέλος είπε: «Δεν σου αξίζει να πεθάνεις. Δεν είσαι άξιος τέτοιας τιμής». Έτρεμε η φωνή του. Κοβόταν η αναπνοή του, αισθανόταν βρώμικος με έναν τρόπο που μόνο τώρα τον καταλάβαινε. Χαμήλωσε το περίστροφο στο πλάι του.

«Είσαι τρελός –είπε ο μικρός. –Σκατοεβραίε».

Ο Λίμπμαν κοίταξε τον νεαρό για ακόμα ένα λεπτό και είπε: «Φύγε. Εξαφανίσου».

Ο μικρός ξανασηκώθηκε όρθιος, γλιστρώντας και προσπαθώντας να κρατηθεί στο υγρό πάτωμα.

smash-fascism-vector-sticke

Ο Λίμπμαν γύρισε και επέστρεψε, περπατώντας πάνω στα σπασμένα γυαλιά, στο μικρό γραφείο στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Άνοιξε το συρτάρι κι έβαλε ξανά το όπλο στη θέση του. Ο νεαρός πήγε προς την πόρτα, γλίστρησε κι έπεσε στο γόνατο, στηρίχτηκε στο χέρι κάνοντας έναν μορφασμό. Όταν σηκώθηκε υπήρχε αίμα στο πάτωμα, μαύρο μέσα στη σκιά.

Ο Λίμπμαν δεν τον κοίταζε πια. Έμεινε καθισμένος στο γραφείο με τις πλάτες γυρισμένες στο δωμάτιο. «Εξαφανίσου –είπε κοιτώντας τον τοίχο. –Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ πια. Ποτέ πια. Ποτέ σε όλη μου τη ζωή».

Ο μικρός σταμάτησε μπροστά στην είσοδο του γραφείου. «Το έκανες μόνο και μόνο για να με δεις να τα κάνω πάνω μου. Ε… τα κατάφερες. Ευχαριστήθηκες;»

Ο Λίμπμαν δεν απάντησε.

Ο μικρός είπε: «Είσαι τρελός».

Ο Λίμπμαν έμεινε ακίνητος για ώρα πολλή μετά που έφυγε ο μικρός και επανήλθε η ησυχία της νύχτας. Κάθε τόσο ακούγονταν αμάξια από το δρόμο, αμάξια που γλιστρούσαν στη βρεγμένη άσφαλτο. Έμεινε καθισμένος στο σκοτάδι να κοιτάζει τον τοίχο. Με έκπληξη σκέφτηκε ότι δεν είχε έρθει ούτε αστυνομία, ούτε πυροσβεστική, ούτε κάποιος γείτονας που ανησύχησε· φαινόταν ότι κανείς δεν είχε ακούσει τίποτα. Το Σέφερντ Παρκ δεν είναι πια η γειτονιά που ήταν μια εποχή, σκέφτηκε. Αυτή η σκέψη δεν του έκανε καμιά αίσθηση, ούτε καλή, ούτε άσχημη. Το πρωί θα καλούσε την αστυνομία και την ασφαλιστική εταιρεία για να κάνει καταγγελία και θα δήλωνε ότι ανακάλυψε τις καταστροφές με το άνοιγμα του μαγαζιού. Θα έλεγε ότι είχε έρθει ν’ ανοίξει ως συνήθως μόνο που βρέθηκε μπροστά σε μια άσχημη έκπληξη. Θα εξηγούσε πόσο είχε ταραχτεί. Τι άλλο μπορούσε να κάνει; Πόσο μάλλον που δεν θα κατάφερνε ποτέ να το εξηγήσει. Ή να πει γιατί συνέβη ό,τι συνέβη, αν έφτανε ποτέ μέχρι εκεί. Ή να εξηγήσει γιατί δεν είχε καλέσει την αστυνομία όταν είδε τα φώτα στο μαγαζί και άκουσε τους ήχους της εισβολής. Εκείνη τη στιγμή, με τα μάτια κολλημένα στον τοίχο, εξαντλημένος και λίγο ζαλισμένος, ο Λίμπμαν κατάλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει σε αγνώστους τη ντροπή του. Υπήρξε ένα πρόβλημα, το πρόβλημα ήταν μονάχα δικό του και το είχε λύσει: όσο τον αφορούσε θα άφηνε το πράγμα έτσι. Δεν είχε σκοπό να εξηγήσει πως είχε μείνει κολλημένος στο χρόνο, πως μια απλή κρίση ζωώδους οργής μεταμορφώθηκε σε εξέγερση απέναντι στους τρόπους που είχαν σφραγίσει τη ζωή του.

Δεν υπήρχε γλώσσα που να μπορούσε να περιγράψει μια παρόμοια ιστορία.

Ήρθαν τρεις αστυνομικοί, δυο ένστολοι κι ένας με πολιτικά που τριγύριζε στα συντρίμμια προσέχοντας να μη χαλάσει τα παπούτσια του. Οι ένστολοι έμειναν στην είσοδο να κοιτάνε και μετά γύρισαν στο περιπολικό που είχαν παρκάρει κάθετα στο πεζοδρόμιο μπροστά από την κάβα.

«Έχετε ιδέα για το ύψος των ζημιών;» ρώτησε ο αστυνομικός.

«Όχι ακόμα –είπε ο Λίμπμαν. –Χρειάζομαι κάποιες μέρες για να κάνω τον απολογισμό».

«Βέβαια –είπε ο άλλος. –Καταλαβαίνω. –Γλίστρησε και κρατήθηκε από ένα ράφι. –Γαμώτο. Σίγουρα είναι παλιοκατάσταση. Ποιος μπορεί να ήταν;»

Ο Λίμπμαν σκούπιζε με μια μεγάλη βιομηχανική σκούπα. Δεν είπε τίποτα.

Ο αστυνομικός κοίταξε γύρω με την έκφραση ανθρώπου που ήθελε να τελειώνει και να συνεχίσει τη μέρα του. «Κάποιος εχθρός; Κανένας καβγάς; Κανένας δυσαρεστημένος πελάτης;»

«Όχι» είπε ο Λίμπμαν.

Ο μπάτσος σήκωσε τους ώμους. «Βάνδαλοι. Όλο και χειρότερα πάμε. Όλο και πιο πολλά τέτοια βλέπουμε. Αλλά είναι δύσκολο να τους βρεις, εκτός κι αν τους πιάσεις στα πράσα».

Καμιά ώρα αργότερα ήρθε ο εκτιμητής  της ασφαλιστικής. Πιο μεγάλος από τον αστυνομικό, πρόσωπο κουρασμένο απ’ τον κόσμο, γυαλιά με μαύρο σκελετό και φθαρμένο μπλε κουστούμι. Μόλις έφτασε αυτός, ο Λίμπμαν άνοιξε διαδρόμους ανάμεσα στα σπασμένα γυαλιά. Το πάτωμα ήταν γεμάτο από τα σιρόπια των λικέρ που είχαν χυθεί και τα παπούτσια του εκτιμητή κολλούσαν σαν βεντούζες. Είχε ένα σημειωματάριο. Επιθεώρησε τις ζημιές πιο κοντά και πιο προσεκτικά απ’ ό,τι ο αστυνομικός, μετακινούμενος στα συντρίμμια και κρατώντας σημειώσεις. Μετά άφησε στον Λίμπμαν την κάρτα του και μουρμούρισε ότι λυπόταν πολύ.

Κάθε τόσο στα όνειρα του Λίμπμαν ερχόταν η αδερφή του και του μιλούσε. Δεν την είχε ξαναδεί μετά από εκείνο το πρωινό στο δωμάτιο τους στο οικογενειακό σπίτι στο Βερολίνο. Έξω, στο δρόμο, οι ναζί είχαν χωρίσει τους άνδρες από τις γυναίκες: ο Λίμπμαν είχε κοιτάξει τη μητέρα του και την αδερφή του όπως τις έπαιρναν μακριά. Ένας αξιωματικός ούρλιαζε στα μεγάφωνα ότι για την ασφάλεια τους ήταν απαραίτητο να τους μεταφέρουν σε άλλες κατοικίες μακριά από το Βερολίνο και τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, και ο Λίμπμαν είχε κοιτάξει την αδερφή του με τα καφέ παπουτσάκια της να φεύγει κρατώντας από το χέρι τη μητέρα τους. Μια στιγμή πριν χαθούν από το οπτικό του πεδίο εκείνη γύρισε και του χαμογέλασε κουνώντας του το χέρι.

Στο όνειρο ο Λίμπμαν άκουγε τη φωνή της να τρέμει από την απέραντη ευτυχία των παιδιών, του μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, μια γλώσσα που έμοιαζε πιότερο σε καμπάνες από μακρινή απόσταση παρά σε ακατανόητες λέξεις. Αυτή μιλούσε και το κατάλευκο πρόσωπό της αιωρούνταν σε έναν αραιό χρωματιστό αέρα.

Ούτε ο αστυνομικός, ούτε ο ασφαλιστής πήραν είδηση τις τρύπες από τις σφαίρες στον τοίχο. Ο Λίμπμαν τις είδε όταν επέστρεψε στην κάβα την επόμενη μέρα. Ήταν εκεί, αν κάποιος έμπαινε στον κόπο να τις ψάξει. Ήξερε όμως ότι κανένας δεν θα τις έψαχνε.

Ο Λίμπμαν συμπλήρωσε τις μηνύσεις. Κάλεσε ένα συνεργείο καθαρισμού, αντικατέστησε το εμπόρευμα και ταχυδρόμησε τις αποδείξεις στην ασφαλιστική εταιρεία. Ξαναπούλησε το όπλο για 25 δολάρια σε έναν έμπορο σε έκθεση όπλων στο Άρμορι και περίπου έξι βδομάδες αργότερα έλαβε μια επιταγή από την ασφάλεια ως αποζημίωση. Οι δουλειές συνεχίστηκαν ως συνήθως. Καλυτέρευσαν ως συνήθως. Κάθε μέρα συνέχισαν να έρχονται πελάτες για ν’ αγοράσουν τα χαρτόκουτα που χρειάζονταν για τις μετακομίσεις, για να αποθηκεύσουν τα πράγματά τους, για οποιονδήποτε λόγο. Κάποιοι από τους τακτικούς πελάτες προσπάθησαν να τον παρηγορήσουν. Λυπάμαι για ό,τι συνέβη Τζέικομπ. Ίσως είναι η ώρα να μετακομίσεις στο Γουίτον.

Ο Λίμπμαν συγκατένευε. Μάλλον ναι, έλεγε. Ίσως, αργά ή γρήγορα, να το σκεφτώ.  

 


[1] (Σ.τ.Μ.: Στις ΗΠΑ η μέρα των Ευχαριστιών γιορτάζεται την τέταρτη Πέμπτη του Νεομβρίου)

[2] (Σ.τ.Μ.: Και μετά στο Φλόσενμπουργκ)

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

3 Responses to Χαμένα Ονόματα Χαμένοι Άνθρωποι (Διήγημα)

  1. Ο/Η Stavrula λέει:

    Μπράβο, Κώστα!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s