Ένα ποίημα 16 χρονών…

XΧIΧ. Οι παλιοί Φίλοι

Στον Πέτρο Κ.

 OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Πες μου λοιπόν απόψε

Τι περίμεναν όλοι όπως βαριά γύριζαν οι ώρες

Την  έκρηξη όταν μπαίνει γκολ στο γήπεδο;

Την τρικυμία όταν ξεσπάει ο καυγάς στην ταβέρνα;

Το φως που ανάβει και σε καλεί όταν νιώθεις το βράδι να σε διώχνει;

Την καλημέρα όταν αδύναμα βαδίζεις σε μια καινούργια εβδομάδα;

 

Όλα αυτά που κοίταζαν σε ξένα παράθυρα

                                                            περίμεναν.

Τις λεγεώνες από πρόσωπα φτιαγμένα για τις φωτογραφίες

Τα σύννεφα από λόγια εφήμερα σκορπισμένα στις οθόνες.

Όλα αυτά που δεν είναι καλοκαίρι, ποίηση, βροχή.

Όλα όσα είναι

“ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε”, εξώφυλλο και καληνύχτα.

Όσα γίνονται σκοτεινά και σκοτεινά θα μένουν

Καθώς περνάει η ζωή μας σα σκούρος ωκεανός

 

Αυτά περίμεναν

Φυγάδες, οι ξεχασμένοι φίλοι μου

Με επώνυμα λαθραία με ψεύτικα χαρτιά

Πάντα ριγμένοι δίχως όπλα σ’ ένα γκρεμό

Προσεύχονται κι η νύχτα τρέμει

OLYMPUS DIGITAL CAMERA 

Πες μου

Κι απόψε θ’ ανάψω τα κεριά

Που πίσω μας θα σπρώξουν το σκοτάδι

Πες μου

Πως πέρασες τόσους δρόμους κι ήρθες εδώ

Παγιδευμένος, φίλε,  πίσω απ’ τα σκούρα σου γυαλιά

Και μοιάζει μάσκα η νύχτα που σε κρύβει

Ντυμένη

Τόση ξενόγλωσση ομίχλη

 

Γεμάτος φαίνεσαι

Ώρες αναμονής σε ασήμαντες άκρες του χάρτη

Βαδίζοντας ξανά στην ξεχασμένη όψη των πραγμάτων

Πες μου

Απόψε που τίποτα δε με καλεί

Κανείς δεν περιμένει

Απόψε που βγήκε βόλτα η ερημιά, βρήκε την πόλη άδεια

και σκουριασμένες τις περασμένες μας κουβέντες

Ωστόσο πές μου

Για τον ορίζοντα που είδες ένα μεσημέρι όπως σήκωνες το ποτήρι σου, μιλώντας μιαν άγνωστη γλώσσα κάτω από μια ξένη βροχή.

Πες για τη μουσική που σ’άνοιγε τις πόρτες

Για τα κορίτσια που λατρεύουν το φεγγάρι

Όπως σκορπίζει ανυπεράσπιστο στους δρόμους 

 OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Λέγε απόψε

Εσύ να μου μιλάς κι εγώ ν’ ακούω.

Πως πλήθυναν τ’ αστέρια ξαφνικά

Στον άγνωστο θόλο μιας ξένης πόλης, πές μου

Πως άνοιγαν οι αφιλόξενες ματιές

Όπως έκλεινες τις νύχτες

Λέγε απόψε σε μια εξαίρεση στον κόσμο του θορύβου

 

Μοιάζουν τόσο μακρινά όλα τα δικά μας

Κι επικίνδυνα, απόψε

Έτσι που τυλίγονται αργά

Στο χιονισμένο σάβανο της σιωπής

 

από το πρώτο ποιητικό βιβλίο της αφεντιάς μου «Η Βία της Βδομάδας», αφιερωμένο στον Πέτρο Κ. τον καιρό της αποδημίας του στο Ηνωμένο Βασίλειο, με ένα σχέδιο του  Γιάννη Χρηστάκου.

Ξαρχάκος – Γκάτσος – Ψαρονίκος…  τίποτα λιγότερο.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s