Ένα Τζόνι σε ψηλό – ιστορίες των μπαρ και των πλατώ

bar_2

Στα μπαρ της δεκαετίας του 1980 ήμουν θαμώνας, πριν γίνουν για πολύτιμους μήνες και χρόνια, βιοπορισμός. Θαμώνας σήμαινε όχι τίποτα φραγκάτος, που θα έκανε μεγάλες καταναλώσεις και «ζημιές», αλλά πιστός πελάτης του μαγαζιού. Το οποίον σημαίνει, πήγαινες σχεδόν κάθε βράδι, ακόμα και για καλησπέρα… η κατανάλωση ασήμαντη αλλά κουβέντιαζες με όλον τον κόσμο. Κι ακόμα, κάτι που ξέχασα, κουβέντιαζες και για μουσική… πράγμα που δεν ξέρω αν γίνεται σήμερα. Η πρόταση να δουλέψω σε μαγαζί… φοιτητάκι τότε σε διακοπές, ήρθε από μαγαζί φίλων. Έλα να βάζεις μουσική, καλό μεροκάματο. Να προσθέσω ακόμα ότι, εκείνη την μακρινή εποχή (φτου γμτ. Μαθουσαλίξ αισθάνομαι) μουσική στα μπαρ παιζόταν από πικάπ-μίκτη-βινύλιο. Οπότε ο έχων καλή συλλογή δίσκων, είχε προβάδισμα. Για χρόνια το έκανα, καλό μερο (νυχτο) κάματο, βασικά διασκέδαση, άντε και λίγος βεντετισμός… τρεις μικρές πινελιές.

Ι.

johny RedΕρχόταν κάθε βράδι μόλις ανοίγαμε. Δεν κόλλαγε με τίποτα στο μπαράκι, εναλλακτικό και λοιπά. Καμιά 70 παρά ο άνθρωπος, με κουστουμάκι στην πένα, και μάτι κοφτερό. Κι επειδή τότε νωρίς, ο δισκοθέτης (ώπα!) έκανε και τον μπάρμαν και όλα… παράγγελνε, «ένα Τζόνι… σε ψηλό»… Του το έβαζα, σέρβιρα με φιστικάκια, κοιταζόμασταν… Πιάναμε κουβέντες άσχετες, αλλά ωραίες. Μετά κάποια στιγμή, αφού είχαν περάσει μέρες αρκετές… μου το σκάσανε το μυστικό. Ο τύπος με το κουστουμάκι ήταν ο Άρχων της νύχτας του νησιού, με δικά του μαγαζιά, τα λεγόμενα «κωλόμπαρα» και ποινικό μητρώο και δε συμμαζεύεται. Αλλά πριν πάει στο δικό του μαγαζί, έκανε μια εθιμοτυπική βόλτα πίνοντας ουϊσκάκι, στα μαγαζιά των ανταγωνιστών. Μια φορά μόνο μου είπε και το κρατώ…  «ξέρω και τον μπαμπά σου και το θείο σου, θα  γίνεις καλό αντράκι».

 ΙΙ.

Η συμφωνία με το αφεντικό (την αφεντικίνα, καλύτερα) ήταν δέκα το βράδι πιάνεις δουλειά. Αν στις μία τη νύχτα δεν έχει δουλειά το μαγαζί βάζεις κασέτα και την κάνεις… Το μαγαζί είχε πάει άπατο. Έκανε κάτι σοβαρές εισπράξεις τις εορτές των Χριστουγέννων, κ.λπ.. Και κάτι Σαββατοκύριακα το πάλευε. Αλλά ο δύσκολος Φλεβάρης στο νησί  ήταν τελείως άνυδρος. Οπότε κι εγώ, δίχως καμιά επιχειρηματικότητα, κανένα πνεύμα καινοτομίας (που είναι της μόδας) είπα «ΟΚ να σχολάμε να πάμε σπίτια μας». Ολέθριο λάθος. Ρε γαμώτο σα να ήταν στημένο, σχεδόν κάθε βράδι… μία παρά την ώρα που έλεγες όπου να ναι σχολάω, έσκαγε μύτη ο Παντελής Θ. εξαίρετος τραγουδοποιός, πατριώτης και φίλος με πολυπληθή παρέα… το μαγαζί σχεδόν γέμιζε…  «Παίζεις ωραίες μουσικές ρε» μου έλεγε, κι εγώ μέσα μου έλεγα καντίλια.

dj

 ΙΙΙ.

Το μαγαζί ήταν καλοκαιρινό σε παραλία, αλλά τον κόσμο τον κράταγε  και βράδι. Είχαμε συμφωνήσει σε μεγαλειώδες μεροκάματο. Με έξι χιλιάδες δραχμές παγκουί το χίλια εννιακόσια ενενήντα κάτι έκανες παπάδες. Μόνο που το μαγαζί έπαιζε ξένα, και το αφεντικό άκουγε ελληνικά. Εκεί είχαμε θέμα. Και Μάκη και Άντζελα έχω παίξει, και γουστάρω κιόλας … αλλά σε άλλο πλαίσιο (καθώς λέμε εμείς των Κοινωνικών  Επιστημών και καλά). Η ουσία ήταν ότι την ώρα που έπαιζαREM,  ή ακόμα και Clash ή ακόμα και Donna Summer, ο τύπος, αφεντικό και καλά εμφανιζόταν με παραγγελιά για κι εγώ δεν ξέρω τι… ελληνικό πάντα. Έλεγα όχι, μούτρωνε… αλλά το μαγαζί πήγαινε καλά οπότε συνεχίζαμε. Μέχρι που έκανε την μέγιστη πουστιά. Έχω βάλει μουσική και ο τύπος σκάει μύτη αφεντικό και μπάρμαν με γουόκμαν. Ακουστικά στ’ αυτιά. Χεσμένος ο ντιτζέης… Πάω και τον πιάνω… «Ρε συ τι κάνεις;». «Πήρα ένα δίσκο σήμερα, δεν πρόλαβα να τον ακούω και τον έγραψα σε κασέτα.». Το ίδιο βράδι την έκανα και κλείσαμε. Ο μάγκας είχε πιάσει να ακούει το τότε πρωτοαποκαλούμενο  «έντεχνο».

 Ακόμα νιώθω μια αγαπημένη στοργή όταν πιάνω στην παλάμη μου το βινύλιο, το ζυγιάζω και το τοποθετώ στο πλατώ, όταν στα ακουστικά ακούγεται το τσίκι τσίκι… κι όταν με κίνηση μαγική, χαϊδεύοντας με την άκρη του δακτύλου το μίκτη … βάζεις να ακούγονται στο μαγαζί τα πρώτα ακόρντα μιας δυνατής ροκ εν ρολ κιθάρας.

 

(είναι δεκάδες οι φίλοι που θα μπορούσε να αφιερωθεί το παραπάνω κείμενο και όλοι το ξέρουν… ξεχώρισα μόνο το Βασίλη Gigix. Που ακόμα με βινύλια, kai άλλα πολλά,  πορεύεται στον Κορινθιακό.)

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Ένα Τζόνι σε ψηλό – ιστορίες των μπαρ και των πλατώ

  1. Ο/Η vasilisbsax λέει:

    Το ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ μου είναι μεγάλο, για πολλούς λόγους, πέραν της special αφιέρωσης.
    Με πήγες χρόνια πίσω, μου έφερες πολλά στο νου, που δεν έχω ξεχάσει, γιατί κάνω σχεδόν καθημερινά την άσκηση μνήμης που αναφέρεις:
    «Ακόμα νιώθω μια αγαπημένη στοργή όταν πιάνω στην παλάμη μου το βινύλιο, το ζυγιάζω και το τοποθετώ στο πλατώ, όταν στα ακουστικά ακούγεται το τσίκι τσίκι… κι όταν με κίνηση μαγική, χαϊδεύοντας με την άκρη του δακτύλου το μίκτη … βάζεις να ακούγονται στο μαγαζί τα πρώτα ακόρντα μιας δυνατής ροκ εν ρολ κιθάρας»
    Κι ένα γαμώτο: έφυγα απ’ το νησί και δεν πρόλαβα να ζήσω στιγμές σαν αυτή της φωτό, καθημερινά (καθεβραδυνά μάλλον) ως θαμών, όπου υπήρξες δισκοθέτης!!!
    Και μιας και με ξεσήκωσες, να βάλω κάτι στο πλατώ και ένα καθιερωμένο στο γυαλί, έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s