Η κραυγή – ανέκδοτο διήγημα

pali;a geitoni;a 1

Η κραυγή ακουγόταν στην αρχή από μακριά, από τις κάτω γειτονιές. Σιγά σιγά ανηφόριζε τα στενά δρομάκια προς το λόφο που ήταν το δικό μας σπίτι, η γειτονιά μας. Φωνή σοπράνο, που στο τελικό –ηηηηηη, είχε διάρκεια κι ανέβαινε απότομα. Κάποιες φορές, λίγες, έφτανε μέχρι και κάτω από τα παράθυρά μας, τις περισσότερες ξεμάκραινε και έσβηνε αργά.

«Παντελήηηηηη! Μανόληηηηηη!»

Εκείνες τις λίγες φορές που έφτανε κάτω από το σπίτι μας, ο πατέρας μου σηκωνότανε μουρμουρίζοντας στο μισοΰπνι του. «Μπα που να σκάσεις θεόμουρλη!…». Η μάνα μου του έβαζε πόστα «Ντροπή Μήτσο να μιλάς έτσι, δεν κάνει…». Εκείνος βρόνταγε με δύναμη τα τζάμια μπαϊλντισμένος, να κλείσει απέξω την κραυγή που του έκοβε τον ύπνο.

Ήταν εκείνα τα καλοκαιρινά μεσημέρια που παρ’ όλη τη ζέστη ο μεσημεριανός υπνάκος ήταν για τους μεγάλους απαραίτητος και για μας τα παιδιά υποχρεωτικός κι αβάσταχτος. Σου έκλειναν τα παντζούρια και σ’ έβαζαν να κοιμηθείς με το ζόρι, αντί να είσαι στη θάλασσα ή ακόμα και στον αυλόγυρο της εκκλησιάς παίζοντας μπάλα. Μόνο με κάτι Μίκυ Μάους και Μπλεκ που τα διαβάζαμε στο ημίφως την παλεύαμε, μέχρι να πάει πέντε η ώρα και να βγούμε νομίμως έξω από το σπίτι ξανά.

Τη Δημητριάδαινα, αυτή ήταν που έβγαζε την κραυγή, την είχαμε δει κάποιες φορές. Περπατούσε σκονισμένη τον ανήφορο και κάθε τόσο στεκόταν κοίταγε προσεχτικά και φώναζε τα παιδιά της: «Παντελήηηη… Μανόληηη». Όταν τύχαινε κι ήταν η ώρα που η παρέα μας ήταν έξω σταματούσε και μας κοίταζε. Ποτέ δεν μας είχε ρωτήσει σχετικά. Της έφτανε που δεν έβλεπε τα αγόρια της ανάμεσά μας, σκούπιζε τον ιδρώτα  και συνέχιζε το δρόμο της.

Το παράξενο ήταν που κι εμείς δεν τους είχαμε δει ποτέ αυτούς τους δυο. Ούτε τον Παντελή, ούτε τον Μανόλη. Η πόλη μας ήταν μικρή και κάπου θα τους είχαμε πετύχει. Στο σχολείο, στη βόλτα στην Πλατεία και στην Προκυμαία, στη θάλασσα. Αυτοί πουθενά. Αλλά κάπου μέσα μας ενώ φαινομενικά τους θεωρούσαμε «παλιόπαιδα», τους πιστεύαμε και μάγκες. Ακούς εκεί να μη μαντρώνονται με τίποτα όσο κι αν τους ψάχνει η μάνα τους.

Όταν είσαι στις τελευταίες του Δημοτικού, το μάντρωμα που σου κλέβει χρόνο από την παρέα και το παιχνίδι το αντιπαθείς, το σιχαίνεσαι. Πότε για φαΐ, πότε για ύπνο, πότε –Θεός φυλάξοι- για τίποτα επισκέψεις σε θείες και μακρινά ξαδέρφια που δεν καλοξέραμε. Αλλά εμείς που ήμασταν καλά παιδιά με την πρώτη φωνή των μανάδων μας μαζευόμασταν σπίτι.   Κι ας αφήναμε στη μέση κανέναν Τρωϊκό Πόλεμο, ή κανέναν Τελικό Κυπέλλου. Αυτοί όμως, ο Παντελής κι ο Μανόλης είχαν την εκτίμηση μας.

Άλλοτε πάλι, όταν μεγαλώσαμε λιγάκι και ξανοιγόμασταν σε άλλες γειτονιές ή όταν κοιτώντας, από μια ηλικία και μετά τα κορίτσια, αργούσαμε να γυρίσουμε σπίτι η επίπληξη των μανάδων μας ήταν δεδομένη «σαν τη Δημητριάδαινα θα με κάνεις να βγαίνω να σε ψάχνω;…».

 

***

 Munk

 

Δεν με λυπάστε; Δεν τη λυπάστε τη μάνα σας; Θέλετε να με βλέπετε όλη μέρα να σας ψάχνω; Δεν απαντάτε. Παντελή. Μανόλη; Δεν απαντάτε. Θέλετε να σας λένε παλιόπαιδα που όλο γυρίζουν μέσα στους δρόμους. Που σπίτι, γονείς, μάνα δεν έχουν. Δεν απαντάτε. Δεν τα λέω στο μικρό. Σε σένα τα λέω Παντελή, εσύ πρέπει να προσέχεις τον αδερφό σου. Είσαι υπεύθυνος. Εσύ είσαι ο μεγάλος, έτσι πάνε αυτά. Εσύ πρέπει να τον συμβουλεύεις, να τον ορμηνεύεις.  Κι αντί γι’ αυτό περιμένετε να νυχτώσει για να μαζευτείτε σπίτι. Ορίστε νύχτωσε. Μέχρι την απάνω γειτονιά σας έψαχνα, σας φώναζα, κόπηκαν τα πόδια μου μέσα στο δρόμο.

Κοίτα τα γόνατά σου Μανόλη… που τα σκότωσες καρδιά μου, στη μπάλα πάλι ε; Κι εσύ Παντελή που είχες το μυαλό σου; Πιάσε από το ντουλάπι βαμβάκι και ιώδιο. Από εκεί έτσι μπράβο. Την ευχή μου να έχεις παλικάρι μου. Μπράβο. Λίγο στην αρχή θα τσούξει Μανολάκη, αλλά εσύ θα φανείς λεβέντης, έτσι; Να σε καμαρώνω λεβέντη μου. Να σας χαίρομαι ψυχούλες μου. Να μαζεύεστε σπίτι, να μην σας ψάχνω στις γειτονιές… να μη με τρώει το κρύο και το λιοπύρι να σας γυρεύω. Έτσι καμάρια μου; Άντε να σας βάλω να φάτε τώρα, βάλατε μπουκιά στο στόμα σας όλη μέρα;

Βόηθησε τον αδερφό σου Παντελή να φάει. Εσύ βρε είσαι ο μεγάλος μου, ο πρώτος, εσύ… Μανολάκη θα το αδειάσεις το πιάτο σου έτσι;  Έτσι μπράβο. Να πάτε για ύπνο τώρα, την προσευχή σας και για ύπνο. Να σβήσω το φως, να γείρω κι εγώ. Εμείς είμαστε. Μόνοι μας είμαστε. Να είστε καλά παιδιά. Αγαπημένα, κι όχι καβγάδες έτσι; Μπράβο παιδιά μου. Εμείς είμαστε. Μόνοι μας είμαστε.

Που πάτε; Πάλι ξεπορτίζετε; Τέτοια ώρα; Που πάτε που; Είναι νύχτα έξω θα χαθείτε. Που πάτε, που πάτε να γυρίζετε πάλι; Που φεύγετε και μ’ αφήνετε. Τη μάνα σας μωρέ. Που φεύγετε να με κάνετε να πάρω πάλι τους δρόμους;

Παντελή!

Μανόλη!

 ***

 kafeneio

Από την πόλη των παιδικών μου χρόνων φύγαμε όταν τελείωνα το Γυμνάσιο. Αποχωρίστηκα τις συντροφιές μου και δυσκολεύτηκα να βρω ρίζες αλλού. Η δουλειά του πατέρα, όμως, τον έστειλε σε άλλη πόλη κι ύστερα στην πρωτεύουσα. Μετά σπουδές, στρατός  και δουλειά, έκανα χρόνια να επιστρέψω. Περιστασιακές επισκέψεις όλα αυτά τα χρόνια για μια δυο μέρες δεν αρκούσαν να αναπληρώσουν το χαμένο χρόνο.

Οι δικοί μου επέστρεψαν με τη σύνταξη πριν λίγο καιρό, ανακαίνισαν το πατρικό κι εγκαταστάθηκαν. Έτσι βρέθηκα κι εγώ ξανά στην παιδική μου γειτονιά για λίγες μέρες καλοκαιρινής ξεκούρασης.

Με κάποιους από την παλιά παρέα, του σχολειού και της γειτονιάς είχαμε κρατήσει επαφή. Αυτοί άλλωστε ποτέ τους δεν είχαν χωρίσει. Όταν έβλεπες τυχαία τον έναν μάθαινες τα νέα και των υπολοίπων.  Κι έτσι βρεθήκαμε καλοκαιρινό απομεσήμερο να πίνουμε παγωμένες μπίρες με μεζεδάκια στο καφενείο του Σωτήρη. Είχε ζέστη αλλά είχαμε πιάσει παχιά δροσιά, κουτσομπολεύαμε, πειραζόμασταν, διαφωνούσαμε, μια χαρά περνούσαμε. Εκείνη την ώρα, λες και γύρισα καμιά εικοσαριά χρόνια πίσω άκουσα τη φωνή: «Παντελήηηηηηη! Μανόληηηηηηη!».

Κοίταξα την παρέα με αγωνία και απορία λες και είχα δει φάντασμα μπροστά μου. Ανέλαβε να μου εξηγήσει ο Βαγγελάκης ο δάσκαλος, εκείνος έμενε ακόμα στην παλιά γειτονιά και ήξερε όλες τις παλιές ιστορίες.

«Ναι ρε συ η Δημητριάδαινα είναι, ακόμα τους ψάχνει.»

«Δεν είσαι σοβαρός ρε Βαγγέλη!… αυτοί θα είναι σαραντακάτι σαν κι εμάς ρε!…» του απάντησα.

«Άκου να δεις πως έχουν τα πράγματα… όταν γεννήθηκε ο Μανόλης, ο Παντελής θα ήταν δυο χρονών, η μάνα τους, η Δημητριάδαινα σαλτάρισε. Τρελάθηκε, πως το λένε, έχει κι ένα επιστημονικό όνομα αλλά δεν το θυμάμαι. Την κλείσανε σε ίδρυμα. Ο άντρας της, ο Δημητριάδης, καθόλου δεν της στάθηκε, μάλλον φοβόταν τη ρετσινιά, αφορμή γύρευε, ποιος ξέρει. Πήρε τα παιδιά και έφυγε. Άνοιξε η γης και τους κατάπιε. Στην Αθήνα θα πήγαν ή ακόμα μακρύτερα. Χρόνια μετά, όταν εμείς κοντεύαμε τα δέκα, η γυναίκα πήρε εξιτήριο. Γύρισε πίσω δεν βρήκε ούτε άντρα, ούτε Μανόλη, ούτε Παντελή. Ε, δεν ήθελε και πολύ. Πήρε τους δρόμους να τα ψάχνει, να τα φωνάζει τα παιδιά της… οι δικοί μας την ήξεραν βέβαια την ιστορία αλλά δεν ήταν για τ’ αυτιά μας. Ζει σε μια χαμοκέλα στις κάτω γειτονιές. Κάτι της δίνει η Πρόνοια, κάτι οι γείτονες. Άκακη είναι δεν πειράζει κανέναν… μόνο κάθε μεσημέρι τα ίδια, χρόνια τώρα…».

            Στην παρέα έπεσε σιωπή, ανάψαμε τσιγάρο και παραγγείλαμε άλλο ένα γύρο. Τότε μίλησε ο Πετράκης ο λογιστής.

«Σήμερα τα παιδιά μας τα γυρεύουμε στα κινητά…»

            Μια ζωή ο στόκος της παρέας ο Πετράκης.

copyright K.Z. 2013

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s