Ο Παπαφλέσσας στον «Αστέρα»

papaflessas

Στα 1971, τη χρονιά που γυρίστηκε η ηρωική και επική ταινία «Παπαφλέσσας», ήμουνα τεσσάρων ετών. Άντε να την είδαμε, στο περιστατικό που ακολουθεί, το 1972, οπότε θα ήμουνα πέντε. Μικρή σημασία έχει. Σημασία έχει ότι στη γειτονιά μας πρέπει να είχε πέσει συναγερμός. Έργο ηρωικό και εθνικό, με την αφρόκρεμα των αστέρων της εποχής, παιζόταν στον κεντρικό κινηματογράφο της πόλης μας. Όσοι, ελάχιστοι είχαν τηλεόραση έβλεπαν κάτι ασπρόμαυρα. Αλλά ετούτο εδώ. Εργάρα έγχρωμη και σε μεγάλη οθόνη.

Έτσι υποθέτω ότι θα σκέφτηκε σύμπασα η γειτονιά μας, είπαμε ήμουν μικρός και δεν τα καλοθυμάμαι, και ξεκίνησε να δει τον «Παπαφλέσσα» στον Κινηματογράφο «Αστέρα». Ο «Αστήρ» που έχει κατεδαφιστεί πλέον και στεγάζει καφετέριες και λοιπά διασκεδαστήρια, στο λιμάνι, ήταν τα χρόνια εκείνα καινούργιος και λουσάτος κινηματογράφος της πόλης. Ξεκίνησε λοιπόν η γειτονιά που σήμαινε μανάδες, γειτόνισσες, ξαδέρφια και λοιπά. Θα πρέπει να πιάναμε ολόκληρη σειρά καθισμάτων. Μαζί τους κι εγώ. Από σινεμά τι να ήξερα; Μόνο ότι αγαπούσα τη Βουγιουκλάκη θυμάμαι.

Αλλά θα είχε μανταρινάδα και σάμαλι, οπότε όλα καλά. Άρχισε η ταινία. Να τα άλογα να τρέχουνε, να οι φουστανέλες και τα σαρίκια να τσακώνονται, να πιστόλες, γιαταγάνια και καριοφίλια. Όλο το πακέτο του εθνικού έπους. Η ώρα περνούσε, δεν πολυκαταλάβαινα, αλλά ρουφούσα τη μανταρινάδα και τις εικόνες της μεγάλης οθόνης. Μέχρι που φτάσαμε στο κρίσιμο σημείο.

papaflessas1

Εκεί που ο Δράμαλης Πασάς (Φερνάντο Σάντσο) συλλαμβάνει το παλικάρι (Γιάννης Κατράνης) και βάζει στη σκηνή του να το βασανίσουνε. (Η επίμαχη σκηνή στο 1.06.00 της ταινίας). Κάτι η μουσική του Καπνίση, κάτι ο αγριομούρης με τα μαχαίρια, κάτι τα μαύρα σκοτάδια, μ’ έπιασε φόβος και τρόμος. Κι έμπηξα τις φωνές. Τι φωνές δηλαδή; Κλάμα γοερό κι απαρηγόρητο. Και καθώς αυτά τα πράγματα είναι μεταδοτικά, κι είχε κι άλλα πιτσιρίκια  στο σινεμά, σύντομα ξεσηκώθηκε η αίθουσα. Κλάματα, φωνές τρόμου, «θέλω να φύγω, θέλω να πάω σπίτι μου». Τίποτα δεν μας έλεγαν οι ηρωικές σκηνές που είχαμε παρακολουθήσει. Κλαυθμός και οδυρμός. Αναπόφευκτα άναψαν τα φώτα κι η προβολή σταμάτησε στη μέση. Πρέπει, την αφεντιά μου και διάφορους άλλους κιοτήδες πιτσιρικάδες, να μας έβγαλαν σπρωχτούς οι μανάδες μας. Και να ακολούθησε άτακτη φυγή προς το σπίτι. Ούτε καν την τελική μάχη στο Μανιάκι δεν είχαμε δει. Το βάλαμε στα πόδια.

Από τότε, όπως όλοι μας, πρέπει να έχω δει δεκάδες φορές τον Παπαφλέσσα μέχρι το τέλος στην τηλεόραση. Και δεν ξαναφοβήθηκα. Με τα χρόνια ήρθε κι η γενναιότης!

Υ.Γ. Αργότερα μας πήγαν με το σχολείο και στον «Παύλο Μελά» αλλά αυτά θα τα πούμε σε άλλη ανάρτηση.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s