Η αναψηλάφηση – Διήγημα του Andrea Camilleri

corvo

Μτφ. Κ.Ζ 2012

Επιμέλεια: Ανδρομάχη Σ. 

Δημοσιευμένο στο

“Gli Arancini di Montalbano” – ed. Oscar Mondadori, 1999

 

Η πρώτη φορά που ο Μονταλμπάνο είδε εκείνον τον άνδρα να περνάει από την αμμουδιά ήταν νωρίς το πρωί, αλλά η μέρα δεν ήταν κατάλληλη για βόλτες, ίσα ίσα ήταν καλύτερα να είσαι ξαπλωμένος, κουκουλωμένος με την κουβέρτα κι έτσι να μείνεις. Φυσούσε πράγματι ένας βοριάς παγωμένος και διαπεραστικός, η άμμος σου έμπαινε στα μάτια και στο στόμα, τα κύματα ξεκινούσαν ψηλά από τη γραμμή του ορίζοντα, χάνονταν το ένα πίσω από τ’ άλλο και ξεσπούσαν πεινασμένα στην ακτή για να την καταβροχθίσουν. Βήμα βήμα η θάλασσα είχε σχεδόν καταφέρει ν’ αγγίξει την ξύλινη βεραντούλα του σπιτιού του αστυνόμου. Ο άνδρας ήταν ντυμένος στα μαύρα, με το ένα χέρι κρατούσε σφιχτά το καπέλο στο κεφάλι του να μην του το πάρει ο άνεμος, ενώ το βαρύ παλτό χτυπούσε στο κορμί του, μπερδευόταν στα πόδια του. Δεν πήγαινε κάπου συγκεκριμένα, το καταλάβαινες από το βάδισμα που, παρόλο αυτό το χαμό, παρέμενε σταθερό, κανονικό. Αφού προσπέρασε καμιά πενηνταριά μέτρα το σπίτι του αστυνόμου, ο άνδρας γύρισε πίσω, κατευθυνόμενος προς τη Βιγκάτα.

Τον είδε κι άλλες φορές, νωρίς το πρωί, χωρίς παλτό γιατί είχε αλλάξει η εποχή, πάντα μαυροντυμένο, πάντα μόνο. Μια φορά που ο καιρός είχε πλέον φτιάξει, τόσο που να επιτρέπει στον αστυνόμο μια βουτιά στα ακόμα κρύα νερά, κάνοντας απλωτές για να βγει στην ακτή είχε δει τον άνδρα ακίνητο να τον κοιτάζει. Αν συνέχιζε στην ίδια κατεύθυνση ο Μονταλμπάνο θα έβγαινε από τη θάλασσα ακριβώς μπροστά του. Αισθάνθηκε αμήχανα. Έστριψε λίγο το κορμί του ώστε οι τελευταίες απλωτές να τον βγάλουν σε καμιά δεκαριά μέτρα απόσταση από τον άνδρα που εξακολουθούσε να τον κοιτάει. Όταν εκείνος κατάλαβε ότι η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση δεν θα γινόταν, γύρισε την πλάτη και πήρε  τη συνηθισμένη βόλτα του. Για κανένα μήνα τα πράγματα συνεχίστηκαν έτσι. Ένα πρωί ο άνδρας δεν φάνηκε κι ο Μονταλμπάνο ανησύχησε. Μετά του ήρθε μια ιδέα. Έσκυψε από τη βεραντούλα στην ακτή και είδε, καθαρά, τα χνάρια του άνδρα στην υγρή άμμο. Φαίνεται ότι έκανε τη βόλτα του νωρίτερα από το συνηθισμένο, ενώ ο αστυνόμος ήταν ακόμα ξαπλωμένος έκανε μπάνιο.

Μια βραδιά είχε σηκωθεί αέρας, αλλά προς το χάραμα ο αέρας έπεσε σα να είχε κουραστεί να φυσάει όλη τη νύχτα. Ξεκινούσε μια μέρα ζεστή, ηλιόλουστη αν και δεν είχε καλοκαιριάσει ακόμα. Ο νυχτερινός άνεμος είχε καθαρίσει την ακτή, είχε κλείσει τις μικρές λακούβες, η άμμος έμοιαζε στρωμένη, φωτεινή. Τα χνάρια του άνδρα ξεχώριζαν σα ζωγραφισμένα, αλλά η κατεύθυνσή τους παραξένεψε τον αστυνόμο. Αφού είχε περπατήσει στην ακροθαλασσιά, ο άνδρας είχε κατευθυνθεί προς το σπίτι, σταμάτησε ακριβώς κάτω από τη βεραντούλα , μετά έστριψε πίσω προς την ακτή. Για αρκετή ώρα ο αστυνόμος έμεινε να κοιτάζει αυτό το είδος “Λ ” που σχεδίαζαν οι πατημασιές, σα να μπορούσε μέσα από την επίμονη παρατήρηση να μπει στο μυαλό του άνδρα, στις σκέψεις που τον έσπρωξαν να κάνει αυτή την ξαφνική μεταβολή.

Imperia-spiaggia-inverno-02

Όταν έφτασε στο Τμήμα φώναξε τον αστυφύλακα Φάτσιο.

«Τον ξέρεις έναν άντρα μαυροντυμένο που κάθε πρωί κάνει βόλτα μπροστά από το σπίτι μου στην παραλία;»

«Γιατί, σας ενόχλησε;»

«Φάτσιο δεν με ενόχλησε. Αλλά ακόμα κι αν με ενοχλούσε πιστεύεις ότι δεν θα τα έβγαζα πέρα μόνος μου; Σε ρώτησα απλώς αν τον γνωρίζεις».

«Όχι αστυνόμε. Ούτε ήξερα ότι υπάρχει κάποιος μαυροντυμένος που κάνει βόλτες μπρος στο σπίτι σας. Θέλετε να μάθω;»

«Μπα. Άστο καλύτερα».

Όμως η περίπτωση του ερχόταν κάθε τόσο στο μυαλό. Το βράδι, όταν επέστρεψε στο σπίτι, είχε φτάσει στο συμπέρασμα, ότι εκείνο το “Λ” έκρυβε στην πραγματικότητα ένα ερωτηματικό, μια ερώτηση που ο μαυροντυμένος ήθελε να του κάνει, αλλά την τελευταία στιγμή του έλειψε το θάρρος. Γι’ αυτό το λόγο, έβαλε ξυπνητήρι για τις πέντε το πρωί: ήθελε να αποφύγει τον κίνδυνο να μη δει τον άντρα αν εκείνος για οποιονδήποτε λόγο έκανε τη βόλτα του νωρίτερα. Το ξυπνητήρι χτύπησε, βγήκε τρέχοντας, έφτιαξε καφέ και κάθισε στη βεράντα. Είχε το χρόνο να διαβάσει ένα αστυνομικό και να πιει έξι φλιτζάνια καφέ. Ο άνδρας ούτε που φάνηκε.

«Φάτσιο!»

«Διαταγάς, αστυνόμε».

«Θυμάσαι χτες που σου μίλησα για έναν μαυροντυμένο που κάθε πρωί…»

«Και βέβαια το θυμάμαι».

«Σήμερα δεν πέρασε».

Ο Φάτσιο τον κοίταξε μπλεγμένος.

«Είναι σοβαρό;»

«Σοβαρό δεν είναι. Αλλά θέλω να μάθω ποιος είναι».

«Θα προσπαθήσω» έκανε ο Φάτσιο αναστενάζοντας.

Ώρες ώρες ο αστυνόμος ήταν πραγματικά παράξενος. Γιατί είχε κολλήσει με έναν τύπο που έκανε ήσυχα ήσυχα τη βόλτα του στη θάλασσα; Τι τον πείραζε τον κύριο αστυνόμο;

Το απομεσήμερο ο Φάτσιο, χτύπησε, ζήτησε την άδεια, μπήκε στο γραφείο του Μονταλμπάνο, κάθισε, έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χαρτάκια γραμμένα στο με το χέρι, καθάρισε το λαιμό του βήχοντας ελαφρά.

«Τι έχουμε, συνέντευξη τύπου;» ρώτησε ο Μονταλμπάνο.

«Όχι κύριε αστυνόμε. Σας φέρνω τις πληροφορίες που ζητήσατε για το άτομο που το πρωί περνάει μπροστά από το σπίτι σας».

«Πριν ξεκινήσεις να διαβάζεις μια προειδοποίηση. Αν υποκύψεις στο ‘σύνδρομο του ληξιαρχείου’ κι αρχίσεις να μου αραδιάζεις γι’ αυτό το πρόσωπο ληξιαρχικές λεπτομέρειες που δεν μ’ ενδιαφέρουν, εγώ θα βγω από αυτό το γραφείο και θα πάω για καφέ».

«Ας το κάνουμε έτσι» είπε ο Φάτσιο ξαναδιπλώνοντας τα χαρτιά του και  ξαναβάζοντάς τα στην τσέπη. «Θα έρθω κι εγώ μαζί να πιω έναν καφέ».

caffe'

Βγήκαν κι οι δυο μαζί, σιωπηλοί, τσαντισμένοι. Πήγαν στο μπαρ κι ο καθένας πλήρωσε τον καφέ του. Γύρισαν, πάντα χωρίς να μιλάνε στο γραφείο και πήραν τις προηγούμενες θέσεις τους, μόνο που αυτή τη φορά ο Φάτσιο δεν έβγαλε τα χαρτιά του. Ο Μονταλμπάνο κατάλαβε ότι έπρεπε να κάνει την πρώτη κίνηση, ο Φάτσιο ήταν ικανός να μείνει σιωπηλός και μουτρωμένος μέχρι το βράδι.

«Πως ονομάζεται αυτό το πρόσωπο;»

«Λεονάρντο Ατάρ».

Οπότε όπως οι Κασάρ, οι Άμελ, οι Καμιλέρι, οι Μπουαγιάρ είχε μακρινή μαλτέζικη ρίζα.

«Με τι ασχολείται;»

«Ήταν δικαστικός. Τώρα συνταξιούχος. Ήταν σημαντικός δικαστής, έφτασε πρόεδρος εφετών».

«Και τι κάνει εδώ;»

«Λοιπόν. Γεννήθηκε στη Βιγκάτα. Έμεινε εδώ μέχρι τα έξι του χρόνια. Μετά ο πατέρας του, αξιωματικός του Λιμενικού, μετατέθηκε. Εκείνος μεγάλωσε, σπούδασε, έκανε καριέρα στο Βορρά. Όταν ήρθε εδώ, πριν οκτώ μήνες, δεν τον ήξερε κανείς».

«Είχε σπίτι στη Βιγκάτα; Καμιά κληρονομιά των δικών του, ας πούμε;»

«Όχι αστυνόμε. Το αγόρασε. Είναι μεγάλο σπίτι, πέντε μεγάλα δωμάτια, αλλά μένει μόνος. Τον φροντίζει μια υπηρέτρια».

«Δεν είναι παντρεμένος;»

«Ήταν. Έχει κι ένα γιο. Χήρεψε πριν τρία χρόνια».

«Δεν έκανε γνωριμίες στην πόλη;»

«Ούτε κατά διάνοια! Δεν τον γνωρίζει κανένας! Βγαίνει μόνο νωρίς το πρωί, κάνει τη βόλτα του και μετά δεν ξαναφαίνεται. Ό,τι του χρειάζεται, από εφημερίδες μέχρι τρόφιμα το αγοράζει η υπηρέτρια. Λέγεται Προυντέντσα το μικρό της, επώνυμο…. Μπορώ να δω τις σημειώσεις μου;»

«Όχι».

«Καλώς. Μίλησα με την υπηρέτρια. Πρέπει να σας πω ότι ο δικαστής έφυγε».

«Ξέρεις που πήγε;»

«Βέβαια. Στο Μπολτζάνο. Εκεί είναι ο γιος του. Παντρεμένος με δυο παιδιά. Το καλοκαίρι ο δικαστής θα το περάσει με το γιο του».

«Και πότε επιστρέφει;»

«Αρχές Σεπτεμβρίου».

«Έμαθες κάτι άλλο;»

«Ναι, ναι. Μετά από τρεις μέρες σ’ αυτό το σπίτι στη Βιγκάτα…»

«Πού βρίσκεται;»

«Το σπίτι; Ακριβώς ανάμεσα στο τέλος της Βιγκάτα και στην αρχή της Μαρινέλα. Κάπου 500 μέτρα από το δικό σας σπίτι».

«Ωραία. Συνέχισε».

«Έλεγα ότι τρεις μέρες αφότου μπήκε στο σπίτι, έφτασε μια νταλίκα».

«Με τα έπιπλα».

«Ποια έπιπλα; Ξέρετε ποια είναι τα έπιπλά του; Κρεβάτι, κομοδίνο, ντουλάπα στο υπνοδωμάτιο. Ψυγείο στην κουζίνα όπου τρώει. Δεν έχει τηλεόραση. Αυτό είναι όλο».

«Και η νταλίκα λοιπόν σε τι χρειαζόταν;»

«Να του φέρει τα χαρτιά».

«Ποια χαρτιά;»

«Από όσα μου είπε η υπηρέτρια, είναι τα αντίγραφα από τα πρακτικά όλων των δικών που δίκασε στη ζωή του».

«Παναγιά μου! Μα το ξέρεις ότι για κάθε δίκη γράφουν τουλάχιστον δέκα χιλιάδες σελίδες;»

«Ακριβώς. Η υπηρέτρια μου είπε ότι δεν υπάρχει γωνία σ’ αυτό το σπίτι που δεν είναι γεμάτη από τόμους, ντοσιέ, φακέλους μέχρι το ταβάνι. Λέει ότι η βασική της δουλειά, εκτός από το μαγείρεμα, είναι να ξεσκονίζει τα χαρτιά, που γεμίζουν συνέχεια με σκόνη».

«Τι τα κάνει αυτά τα χαρτιά;»

«Τα μελετάει. Ξέχασα να σας πω ότι από έπιπλα έχει κι ένα μεγάλο γραφείο και μια πολυθρόνα».

«Τα μελετάει;»

«Μάλιστα αστυνόμε. Νύχτα και μέρα».

«Και γιατί τα μελετάει;»

«Εμένα ρωτάτε; Ρωτήστε τον ίδιο, όταν γυρίσει το Σεπτέμβρη».

 pratiche

Ο δικαστής Λεονάρντο Ατάρ εμφανίστηκε ξανά ένα πρωί στις αρχές του Σεπτέμβρη, ένα πρωινό μιας μέρας που φαινόταν ζεστή. Ζεστή και υγρή.

Ο αστυνόμος τον είδε να περνάει, πάντα στα μαύρα ντυμένο, σαν μαύρο πουλί. Κι είχε την κομψότητα και την αξιοπρέπεια ενός μαύρου πουλιού. Για μια στιγμή του γεννήθηκε η επιθυμία να τρέξει να τον συναντήσει σε ένα είδος καλωσορίσματος. Μετά συγκρατήθηκε, αλλά ήταν ευχαριστημένος που τον είδε να περπατάει στη βρεγμένη άμμο, σίγουρος, αρμονικός.

Ύστερα, ένα πρωινό στο τέλος του Σεπτέμβρη που ο αστυνόμος καθόταν στην βεράντα διαβάζοντας εφημερίδα, φύσηξε ένα ξαφνικό αεράκι που είχε δυο αποτελέσματα: σκόρπισε τις σελίδες της εφημερίδας και ταυτόχρονα πέταξε το καπέλο του δικαστή προς τη βεραντούλα.  Ενώ ο κύριος Λεονάρντο Ατάρ έτρεχε για να το ξαναπιάσει, ο αστυνόμος σηκώθηκε το έπιασε στον αέρα και το ξανάδωσε στο δικαστή. Για τη γνωριμία τους είχε μπει στη μέση η φύση. Γιατί ήταν αναπόφευκτο, φυσικό, ότι κάποια μέρα αυτή η συνάντηση έπρεπε να συμβεί.

«Ευχαριστώ. Ατάρ» έκανε ο δικαστής  συστήνοντας τον εαυτό του.

«Μονταλμπάνο» είπε ο αστυνόμος.

Δεν χαμογέλασαν, δεν έδωσαν τα χέρια. Έμειναν για μια στιγμή να κοιτάζονται χωρίς να μιλάνε. Μετά, έκαναν αμοιβαία μια μικρή αστεία υπόκλιση, όπως οι γιαπωνέζοι. Ο αστυνόμος γύρισε στη βεράντα, ο δικαστής συνέχισε τη βόλτα του.

Κάποια φορά, είχαν ρωτήσει το Μονταλμπάνο ποια ήταν κατά τη γνώμη του η  μεγαλύτερη αρετή του αστυνομικού, το βασικό ταλέντο που πρέπει να έχει. Το χάρισμα της διαίσθησης; Η σταθερότητα στην έρευνα; Η ικανότητα να συνδυάζει γεγονότα φαινομενικά αταίριαστα μεταξύ τους; Το να γνωρίζεις ότι αν δυο και δυο κάνει  τέσσερα όταν τα πράγματα είναι φυσιολογικά, στην ανωμαλία του εγκλήματος δυο και δυο μπορεί να κάνει και πέντε; «Η κλινική ματιά» είχε απαντήσει ο Μονταλμπάνο.

Κι όλοι είχαν γελάσει με την καρδιά τους. Αλλά ο αστυνόμος δεν ήθελε να πουλήσει πνεύμα. Μόνο που δεν είχε θελήσει να εξηγήσει την απάντησή του, είχε προτιμήσει να την αφήσει έτσι , δεδομένου ότι στην παρέα ήταν και δυο γιατροί. Ο αστυνόμος με την «κλινική ματιά» εννοούσε ακριβώς την ικανότητα των γιατρών μιας άλλης εποχής να καταλαβαίνουν, ακριβώς με μια ματιά, αν κάποιος ήταν άρρωστος ή όχι. Χωρίς την ανάγκη, όπως κάνουν σήμερα πολλοί γιατροί, να υποβληθείς σε εκατό εξετάσεις πριν να καταλήξουν ότι είσαι τέρας υγείας.

Σ’ αυτή τη σύντομη ανταλλαγή βλεμμάτων που είχε με το δικαστή λοιπόν, ο Μονταλμπάνο ήταν βέβαιος ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν άρρωστος. Όχι από κάποια σωματική ασθένεια φυσικά, επρόκειτο για κάτι που τον έτρωγε από μέσα του, κάτι που έκανε τη ματιά του σταθερή κι αφηρημένη, σα να ήταν χαμένη σε μια σκέψη που διαρκώς επέστρεφε. Όταν το ξανασκέφτηκε κατάλαβε ότι ήταν απλά μια εντύπωση. Όμως η άλλη εντύπωση, κι αυτή ήταν πολύ πιο ακριβής, ήταν ότι ο δικαστής ήταν με κάποιο τρόπο ευχαριστημένος με τη γνωριμία τους. Ήταν βέβαιο ότι γνώριζε, από τότε που πριν από μήνες είχε σταθεί μπροστά στο σπίτι, χωρίς ν’ αποφασίζει αν θα χτυπούσε ή θα συνέχισε τη βόλτα, το επάγγελμα του Μονταλμπάνο.

Μια βδομάδα μετά τις συστάσεις, ένα πρωί που ο αστυνόμος έπινε τον καφέ του στη βεράντα, ο Λεονάρντο Ατάρ, φτάνοντας στο ύψος του σπιτιού, σήκωσε τα μάτια από την άμμο, κοίταξε το Μονταλμπάνο, και έβγαλε το καπέλο του σε χαιρετισμό.

Ο Μονταλμπάνο σηκώθηκε ξαφνικά και, βάζοντας τα χέρια γύρω από το στόμα, του φώναξε:

«Θα πάρετε έναν καφέ;»

Ο δικαστής, πάντα με το ήρεμο και μετρημένο βήμα του, λοξοδρόμησε και περπάτησε προς τη βεράντα. Ο Μονταλμπάνο μπήκε στο σπίτι, ξαναβγήκε με καθαρό φλιτζάνι. Έσφιξαν τα χέρια, ο αστυνόμος σέρβιρε τον καφέ. Κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλον. Ο Μονταλμπάνο δεν άνοιξε το στόμα του.

«Πολύ όμορφα είναι εδώ» είπε σε μια στιγμή ο δικαστής.

Ήταν τα μόνα ξεκάθαρα λόγια που είπε. Αφού ήπιε τον καφέ, σηκώθηκε, έβγαλε το καπέλο, μουρμούρισε κάποιες λέξεις, που ο αστυνόμος κατάλαβε ως καλημέρα κι ευχαριστώ, κατέβηκε στην αμμουδιά, συνέχισε τη βόλτα του.

Ο Μονταλμπάνο κατάλαβε ότι είχε σημειώσει έναν πόντο υπέρ του.

Η πρόσκληση για τον καφέ, πάντα με το συνηθισμένο σιωπηλό τελετουργικό συνέβη ακόμα δυο φορές. Την τρίτη φορά, ο δικαστής κοίταξε τον αστυνόμο και μίλησε αργά:

«Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση, αστυνόμε».

Έπαιζε με ανοιχτά χαρτιά, ποτέ ο Ατάρ δεν είχε πληροφορηθεί απευθείας πως έβγαζε το ψωμί του ο Μονταλμπάνο.

«Στη διάθεσή σας, κύριε δικαστά».

Κι αυτός λοιπόν θα έπαιζε με ανοιχτά χαρτιά.

«Δεν θα ήθελα όμως να παρεξηγηθώ».

«Δύσκολο να συμβεί κάτι τέτοιο».

«Εσείς, στην καριέρα σας, ήσασταν πάντοτε βέβαιος, μαθηματικά βέβαιος, ότι τα πρόσωπα που συλλάβατε ως ενόχους, ήταν πράγματι ένοχοι;»

Ο αστυνόμος όλα τα περίμενε, εκτός από εκείνη την ερώτηση. Άνοιξε το στόμα και αμέσως το ξανάκλεισε. Δεν ήταν μια ερώτηση στην οποία μπορούσε να απαντήσει χωρίς να την σκεφτεί. Και πάνω απ’ όλα κάτω από το σταθερό, προσηλωμένο βλέμμα του δικαστή. Που είχε γίνει τέτοιο ξαφνικά. Ο Ατάρ κατάλαβε την αμηχανία του Μονταλμπάνο.

«Δεν θέλω μια απάντηση τώρα, έτσι στο πόδι. Σκεφτείτε το. Καλημέρα κι ευχαριστώ».

Σηκώθηκε, έβγαλε το καπέλο, κατέβηκε στην αμμουδιά, συνέχισε τη βόλτα του. «Σκατά ευχαριστώ» σκέφτηκε ο Μονταλμπάνο πέφτοντας πίσω. Ωραίο χτύπημα του είχε ρίξει ο δικαστής.

Το απομεσήμερο της ίδιας μέρας, ο δικαστής τηλεφώνησε στον αστυνόμο.

«Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ στο γραφείο. Αλλά η ερώτησή μου σήμερα το πρωί υπήρξε το λιγότερο αδόκιμη. Σας ζητώ συγγνώμη. Απόψε, αν δεν έχετε κάτι άλλο να κάνετε, μετά τη δουλειά, μπορείτε να περάσετε από το σπίτι μου; Είναι στο δρόμο σας εξάλλου. Θα σας εξηγήσω που μένω».

Το πρώτο πράγμα που χτύπησε τον αστυνόμο μόλις μπήκε στο σπίτι του δικαστή ήταν η μυρωδιά. Όχι δυσαρέστη, αλλά διαπεραστική: μια οσμή παρόμοια με το άχυρο που έχει μείνει για πολύ στον ήλιο. Έπειτα κατάλαβε ότι ήταν οσμή από χαρτί, παλιό χαρτί, κιτρινισμένο. Εκατοντάδες χοντροί φάκελοι ήταν στοιβαγμένοι από το δάπεδο μέχρι το ταβάνι, σε ογκώδη ξύλινα κιβώτια που βρίσκονταν στα δωμάτια, στους διαδρόμους, στον προθάλαμο. Δεν ήταν σπίτι, ήταν ένα αρχείο στο εσωτερικό του οποίου είχε μείνει ο ελάχιστος και απαραίτητος χώρος για να ζήσει ένας άνθρωπος.

Ο Μονταλμπάνο έγινε δεκτός σε ένα δωμάτιο που στο κέντρο του υπήρχαν ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο έγγραφα, μια πολυθρόνα, μια καρέκλα.

«Πρέπει να σας απαντήσω θετικά» μίλησε πρώτος ο αστυνόμος.

«Σε ποιο πράγμα;»

«Στην πρωινή σας ερώτηση: για τα πρόσωπα που συνέλαβα, ή έκανα να συλληφθούν είμαι, στα δικά μου μέτρα, μαθηματικά βέβαιος για την ενοχή τους. Ακόμα κι αν, κάποιες φορές, η δικαιοσύνη δεν έκρινε έτσι και τα αθώωσε».

«Σας έχει συμβεί;»

«Κάποιες φορές ναι».

«Σας δυσαρέστησε αυτό;»

«Με τίποτα».

«Γιατί;»

«Γιατί έχω πολλή εμπειρία. Τώρα γνωρίζω πολύ καλά ότι υπάρχει μια δικαστική αλήθεια που βαδίζει σε μια παράλληλη γραμμή με την πραγματική αλήθεια. Αλλά οι δυο γραμμές δεν οδηγούν πάντοτε στον ίδιο σταθμό. Κάποιες φορές ναι, άλλες πάλι όχι».

Το μισό πρόσωπο του δικαστή χαμογέλασε. Το κάτω μισό. Το πάνω μισό, όχι. Ίσα ίσα τα μάτια του έγιναν ακόμα πιο ακίνητα και κρύα.

«Αυτή η συζήτηση μας βγάζει από το θέμα μας» είπε ο Ατάρ. «Άλλο είναι το πρόβλημά μου».

Με μια μεγάλη χειρονομία, ανοίγοντας σιγά σιγά τα χέρια του μέχρι που να μοιάζει εσταυρωμένος, έδειξε τα έγγραφα που βρίσκονταν γύρω τους.

«Το πρόβλημά μου είναι η αναψηλάφηση».

«Η αναψηλάφηση τίνος πράγματος;»

«Των δικών που δίκασα σε όλη τη ζωή μου».

Ο Μονταλμπάνο ένιωσε το δέρμα του να ιδρώνει.

«Έβαλα να μου φωτοτυπήσουν όλα τα πρακτικά και τα μετέφερα εδώ στη Βιγκάτα γιατί εδώ βρήκα τις ιδανικές συνθήκες για τη δουλειά αυτή. Ξόδεψα μια περιουσία, πιστέψτε με».

«Μα ποιος σας τη ζήτησε αυτή την αναψηλάφηση;»

« Η συνείδησή μου».

Κι εδώ ο Μονταλμπάνο αντέδρασε.

«Ε, όχι. Αν είστε βέβαιος ότι πάντοτε ενεργήσατε κατά συνείδηση…»

Ο δικαστής σήκωσε το χέρι για να τον διακόψει.

«Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Ο πυρήνας της υπόθεσης».

«Σκέφτεστε ότι κάποιες φορές κρίνατε με βάση συμφέροντα, εξωτερικές πιέσεις, τέτοια πράγματα;»

«Ποτέ.»

«Και τότε;»

«Κοιτάξτε,  υπάρχουν κάποιες γραμμές του Μοντέν που περιγράφουν μακροσκοπικά το ζήτημα. ‘Από το ίδιο φύλλο χαρτί πάνω στο οποίο σύνταξε την απόφαση για την καταδίκη μιας μοιχείας’ γράφει ο Μοντέν ‘ο ίδιος δικαστής κόβει ένα κομματάκι για να γράψει ένα ερωτικό ραβασάκι στη γυναίκα ενός συναδέλφου του’. Είναι ένα μακροσκοπικό παράδειγμα, το ξαναλέω, ωστόσο περιέχει μεγάλο μέρος της αλήθειας. Εξηγούμαι καλύτερα. Σε ποιες περιστάσεις βρισκόμουν, ως άνθρωπος εννοώ, την στιγμή κατά την οποία επέβαλα μια βαριά ποινή;»

«Δεν καταλαβαίνω, κύριε δικαστά».

«Αστυνόμε, δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε. Τα κατάφερα να διατηρώ πάντα την ιδιωτική μου ζωή διαχωρισμένη από την εφαρμογή του νόμου; Τα κατάφερα πάντοτε, ώστε η προσωπική μου κακή διάθεση, οι παραξενιές μου, τα ζητήματα του σπιτιού, οι στενοχώριες, οι στιγμές δυστυχίας, δεν λέκιασαν τη λευκή σελίδα  όπου θα έπρεπε να εκδώσω την ετυμηγορία μου; Τα κατάφερα ή όχι;»

Ο ιδρώτας μούσκεψε το πουκάμισο του Μονταλμπάνο.

«Συγχωρήστε με, κύριε δικαστά. Εσείς δεν κάνετε αναψηλάφηση των δικών που δικάσατε, αλλά της ίδιας της ζωής σας».

Αμέσως κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος, αυτά τα λόγια δεν έπρεπε να τα πει. Όμως είχε αισθανθεί, για μια στιγμή, σαν ένας γιατρός που διέγνωσε μια σοβαρή αρρώστια στον ασθενή του: έπρεπε να του το πει ή όχι; Ο Μονταλμπάνο από ένστικτο είχε διαλέξει το πρώτο.

Ο δικαστής σηκώθηκε απότομα.

«Σας ευχαριστώ που ήρθατε. Καληνύχτα».

 giustizia

Το επόμενο πρωί ο δικαστής δεν φάνηκε. Και δεν φάνηκε ούτε και τις μέρες, τις εβδομάδες που ακολούθησαν. Αλλά ο αστυνόμος δεν τον ξέχασε. Όταν είχε περάσει κάπου ένας μήνας από κείνη τη βραδινή συνάντηση, φώναξε το Φάτσιο.

«Θυμάσαι εκείνο το συνταξιούχο δικαστικό, τον Ατάρ;»

«Φυσικά».

«Θέλω νέα του. Είχες γνωρίσει την υπηρέτρια του, πως την έλεγαν, το θυμάσαι;»

«Προυντέντσα, ξεχνιέται τέτοιο όνομα;»

Αργά το μεσημέρι ο Φάτσιο εμφανίστηκε για αναφορά.

«Ο δικαστής είναι καλά, μόνο που δε βγαίνει πια από το σπίτι. Ο πάνω όροφος ξενοικιάστηκε, κι η Προυντέντσα μου είπε ότι τον αγόρασε. Τώρα είναι ιδιοκτήτης ολόκληρου του κτιρίου».

«Πήγε εκεί τα χαρτιά του;»

«Σιγά μην τα πήγαινε! Η Προυντέντσα μου είπε ότι θέλει να το αφήσει άδειο, ούτε να το νοικιάσει δεν θέλει. Λέει ότι σ’ αυτό το σπίτι θέλει να μείνει μόνος, ότι δεν θέλει φασαρίες. Η Προυντέντσα μου είπε και κάτι άλλο που μου φάνηκε παράξενο. Ο δικαστής δεν είπε ακριβώς ότι δεν θέλει φασαρίες, αλλά ενοχές. Τι πάει να πει αυτό;»

Ο Μονταλμπάνο έφαγε ολόκληρη τη νύχτα για να καταλάβει ότι ο δικαστής δεν έκανε απλά λάθος λέγοντας «ενοχές» αντί για «φασαρίες». Κι όταν συνειδητοποίησε την υπόθεση τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Μόλις έφτασε στο γραφείο, φώναξε το Φάτσιο.

«Θέλω αμέσως το νούμερο του γιου του δικαστή Ατάρ, εκείνου που μένει στο Μπολτσάνο».

Μισή ώρα μετά μπορούσε να μιλήσει με τον δρ. Τζούλιο Ατάρ, παιδίατρο.

«Ο αστυνόμος Μονταλμπάνο είμαι. Ακούστε γιατρέ, λυπάμαι που σας το λέω αλλά η πνευματική κατάσταση του πατέρα σας…»

«Χειροτέρεψε; Το φοβόμουν».

«Θα έπρεπε να έρθετε αμέσως στη Βιγκάτα. Ελάτε να με βρείτε. Να εξετάσουμε τον τρόπο που…»

«Ακούστε, αστυνόμε. Σας ευχαριστώ πολύ, αλλά φοβάμαι ότι αμέσως δεν μπορώ να έρθω».

«Ο πατέρας σας προετοιμάζεται για αυτοκτονία, το ξέρετε;»

«Ας μην κάνουμε τα πράγματα τόσο δραματικά.»

Ο Μονταλμπάνο έκλεισε το τηλέφωνο.

Το ίδιο βράδι, περνώντας μπροστά από το σπίτι του δικαστή, σταμάτησε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, χτύπησε το θυροτηλέφωνο.

«Ποιος είναι;»

«Ο Μονταλμπάνο είμαι, κύριε δικαστά. Ήθελα να σας χαιρετήσω».

«Θα σας έλεγα ευχαρίστως να περάσετε. Αλλά είναι άνω κάτω. Ξαναπεράστε αύριο αν μπορείτε.»

Ο αστυνόμος έκανε να φύγει όταν άκουσε να τον ξαναφωνάζουν.

«Μονταλμπάνο! Αστυνόμε! Είστε ακόμα εκεί;»

Γύρισε τρέχοντας.

«Ναι, πείτε μου».

«Πιστεύω ότι το βρήκα.»

Δεν υπήρξαν άλλες κουβέντες. Ο αστυνόμος χτύπησε, ξαναχτύπησε για πολλή ώρα, αλλά δεν πήρε απάντηση.

 arancini di montalbano

Τον ξύπνησε ο επίμονος ήχος από τις σειρήνες της Πυροσβεστικής που έτρεχε προς τη Βιγκάτα. Κοίταξε το ρολόι: τέσσερις το πρωί. Είχε ένα προαίσθημα. Έτσι όπως ήταν με τα εσώρουχα, βγήκε από τη μεριά της βεράντας, περπάτησε στην παραλία ώστε να μπορεί να δει καλύτερα. Το νερό ήταν τόσο παγωμένο που του πόνεσαν τα πόδια. Αλλά αυτό ο αστυνόμος ούτε που το κατάλαβε: έμεινε να κοιτάζει από μακριά, τη μονοκατοικία του πρώην δικαστή Λεονάρντο Ατάρ που λαμπάδιαζε. Αναμενόμενο με τόσο χαρτί που έκρυβε μέσα της! Θα έπαιρνε πολλή ώρα στους πυροσβέστες μέχρι να βρουν το απανθρακωμένο σώμα του δικαστή. Γι’ αυτό ήταν βέβαιος.

Ένα πολύ μεγάλο πακέτο, δεμένο πολλές φορές με σπάγκο γύρω γύρω και ένας μεγάλος φάκελος, έφτασαν φερμένα από το Φάτσιο στο γραφείο του Μονταλμπάνο, δυο μέρες μετά.

«Τα έφερε σήμερα το πρωί η Προυντέντσα. Ο δικαστής μια μέρα πριν αρπάξει φωτιά το σπίτι, της τα είχε δώσει για να σας τα παραδώσει».

Ο αστυνόμος άνοιξε το μεγάλο φάκελο. Μέσα υπήρχαν ένα γραμμένο φύλλο χαρτί και ένας μικρότερος φάκελος.

«Μου πήρε πολύ χρόνο, αλλά τελικά βρήκα εκείνο που υπέθετα και φοβόμουν. Σας στέλνω τα πρακτικά και όλα τα έγγραφα μιας δίκης πριν από δεκαπέντε χρόνια, κατά την οποία το δικαστήριο στο οποίο προέδρευα καταδίκασε σε ποινή 30 ετών, κάποιον που μέχρι την τελευταία στιγμή δήλωνε την αθωότητά του. Εγώ στην αθωότητά του δεν πίστεψα. Τώρα, μετά από επισταμένη αναθεώρηση, αντιλήφθηκα ότι στην αθωότητά του δεν ήθελα να πιστέψω. Γιατί; Αν και εσείς, διαβάζοντας τα έγγραφα, καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι από πλευράς μου υπήρξε  λίγο έως πολύ κακή πίστη, τότε και μόνον τότε, ανοίξτε το φάκελο που εσωκλείω. Εκεί θα βρείτε την ιστορία μιας περιόδου, αρκετά ταραγμένης, της ιδιωτικής μου ζωής. Ίσως αυτή η περίοδος εξηγεί τη συμπεριφορά πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ερμηνεύει, αλλά δεν δικαιολογεί. Προσθέτω ότι ο καταδικασθείς πέθανε στη φυλακή μετά από 12 έτη κάθειρξης. Ευχαριστώ».

Είχε φεγγάρι. Με ένα φτυάρι που δανείστηκε από το Φάτσιο, έσκαψε ένα λάκκο στην άμμο δέκα βήματα από τη βεραντούλα. Μέσα έριξε το πακέτο και τα δυο γράμματα. Από το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου έβγαλε ένα μικρό μπετόνι βενζίνη, γύρισε στην παραλία, έριξε το ένα τέταρτο κι έβαλε φωτιά. Όταν κάθησε η φλόγα με ένα κούτσουρο ανακάτεψε τα χαρτιά, έριξε κι άλλο ένα τέταρτο βενζίνης και ξανάβαλε φωτιά. Έκανε το ίδιο πράγμα άλλες δυο φορές, μέχρι να είναι σίγουρος ότι τα πάντα είχαν γίνει στάχτη. Μετά άρχισε να σκεπάζει ξανά το λάκκο. Όταν τελείωσε, είχε πιάσει να ξημερώνει.

Andrea-Camilleri-e-Luca-Zingaretti_hg_full_l

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

5 Responses to Η αναψηλάφηση – Διήγημα του Andrea Camilleri

  1. Ο/Η Stavrula λέει:

    Πρόλαβα τον Έποπα!

  2. Ο/Η rogerios λέει:

    Από τα διηγήματα που χαίρεσαι να διαβάζεις! Εξαιρετικός Καμιλλέρι! Μερσί, Καγκουρώ!

  3. Ο/Η redkangaroo λέει:

    Ευχαριστώ!
    Μ’ αρέσουν πολύ αυτές οι ιστολογικές συνήθειες, μεταφρασμένο διήγημα γύρω στα χριστούγεννα και βέβαια Καζαμίας 2013 την παραμονή πρωτοχρονιάς!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s