Εκκένωση

Τότε… έχουν περάσει χρόνια πολλά, πρέπει να ήταν το 1981, η φωτιά είχε φανεί να διαβαίνει την κορφή του απέναντι λόφου και να κατηφορίζει ακάθεκτη για το χωριό. Τότε δεν είχε διαδίκτυα, κανάλια πολλά, κινητά τηλέφωνα. Ούτε σταθερά τηλέφωνα είχε τουλάχιστον στο σπίτι. Τα νέα κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα στην πλατεία και στα δρομάκια. Οι καμπάνες χτυπούσαν ανταριασμένες. Το χωριό κινδύνευε. Κινδύνευαν άνθρωποι και ζώα, δέντρα και σπαρτά, σπίτια και βιός… τα πάντα. Ποιος σου είπε να πάρεις τη Ρούσα τη γελάδα και να την τραβήξεις κατά τη θάλασσα;  Κανένας δεν στο είπε. Ο πατέρας σου ήταν από νωρίς στο δασικό δρόμο να περιμένει τη φωτιά μαζί με τους άλλους άντρες του χωριού. Να κόβουν κλαδιά και να καθαρίζουν. Η μάνα σου κουβάλαγε νερά στους πυροσβέστες. Μόνη σου το σκέφτηκες. Να σωθεί το ζωντανό. Τα ποδαράκια σου στις σαγιονάρες χτυπούσαν την πυρωμένη άσφαλτο του δρόμου. Η Ρούσα τέντωνε το σκοινί της κι αγριεμένη από τη μυρωδιά της φωτιάς βογκούσε παραπονεμένα. Τραβούσες μπροστά αποφασισμένη. Δίπλα σου κι άλλοι χωριανοί κατέβαζαν τα ζωντανά τους, τρέχανε σχεδόν. Η θάλασσα φάνηκε.

Ο μπαρμπα Θοδόσης, φίλος του πατέρα σου, σε ξεχώρισε μες στο μπουλούκι που κατηφόριζε τη δημοσιά. «Που πας; Τρελάθηκες, το ξέρουν οι δικοί σου;». Σταμάτησες κι έσκυψες το κεφάλι… «Τη Ρούσα θείε… τη Ρούσα έφερα να σωθεί…». Σου πήρε το σκοινί από τα χέρια ο γέροντας. Γύρισες και κοίταξες τη γελάδα. Το ήμερο μάτι της σε κοίταγε φοβισμένο. «Μη μ’ αφήνεις φιλενάδα», σου έλεγε. Πήγες να ξαναπάρεις το σκοινί. Ο μπάρμπας σ’ αγκάλιασε. Η βαριά παλάμη του έπεσε στους λιγνούς σου ώμους. «Μην έχεις έννοια, θα το κοιτάξω εγώ το ζωντανό… Εσύ να γυρίσεις πίσω, προσεχτικά να πηγαίνεις». Χάιδεψες την πλάτη της Ρούσας, γύρισες και πήρες λαχανιασμένη την ανηφόρα.

Στην πλατεία του χωριού είχαν αράξει τα ΡΕΟ και ένα δυο πράσινα λεωφορεία των ΚΤΕΛ. Ξέπνοοι φαντάροι με τα μούτρα μαυρισμένα από τον καπνό, τις πετσέτες λερές στο λαιμό, τα κράνη πεταμένα καταγής, έπιναν νερά παγωμένα  ριγμένοι στις καρέκλες του καφενείου. Κουνούσαν τα κουρεμένα κεφάλια τους και έλεγαν «Δεν πιάνεται ρε… έχει ξεφύγει η φωτιά, τίποτα δε γίνεται…». Απέναντι, οι φλόγες ξεχώριζαν να τρέχουν ασταμάτητες. Όλοι καταλάβαιναν ότι αν περάσει το δρόμο και μπει στον κάμπο δε σταματιέται… Πέρασες το πλήθος τρέχοντας για το σπίτι. Μέσα σου είχες μετανιώσει. Σκεφτόσουν την τρέλα της μάνας σου που θα σε είχε χάσει. Σκεφτόσουνα ακόμα το ζωντανό που πήγες να σώσεις. Τα μάτια σου έτσουζαν από τον καπνό που είχε αγκαλιάσει το χωριό. Ο λαιμός έκαιγε και νερό δεν είχες πιει. Η μάνα σου σε άρπαξε όπως έβγαινες από την πλατεία. Δεν είχε καιρό να σου τα ψάλλει, ούτε καν την αγωνία της να σου πει. Σ’ αγκάλιασε μόνο και σου είπε ότι πρέπει να φύγεις. Γέροι και παιδιά θα φορτώνονταν στα λεωφορεία των ΚΤΕΛ και θα έφευγαν, θα το άδειαζαν το χωριό… «Κάνουν εκκένωση» σου είπε.  Θα σας πήγαιναν σε διπλανό χωριό που, ακόμα, δεν κινδύνευε. «Τη θειά σου τη Μαρίνα να πας να βρεις, ακούς; Εκεί να πας, να ξέρουμε που θα σε βρούμε…».  Όπως ανέβαινες τα σκαλιά σου έχωσε στην τσέπη κι ένα δεκάρικο. Έπιασες το κέρμα. «Να πιεις και μια πορτοκαλάδα, ακούς;». Χώθηκες στο λεωφορείο, έβαλε μπροστά κι έπιασε να ξεμακραίνει από το χωριό. Από την άλλη μεριά, η φωτιά κατέβαινε…

Το χωριό σώθηκε. Κι η Ρούσα επίσης. Από τότε όποτε ακούσεις για «εκκένωση», τρέμεις σύγκορμη και τα μάτια σου βρύση γίνονται.  

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Εκκένωση

  1. Ο/Η Το Φαούδι λέει:

    Συγκλονιστικό το κείμενο, όπως και αυτά που συμβαίνουν στο νησί σου, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας αυτό τον καιρό. Απλά με τη Χίο έχουμε οικογενειακώς ιδιαίτερη σχέση. Ελπίζω σύντομα να τελειώσει το μαρτύριο. Να τελειώσουν πια οι εκκενώσεις…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s