Η γκρινιάρα συνταξιδιώτισσα

Όταν ταξιδεύεις, για λόγους οικονομικούς ή άλλους, με οργανωμένες εκδρομές, ασκείσαι, θέλοντας και μη, στην παρατήρηση των συνταξιδιωτών σου. Καταλήγεις σε συμπεράσματα και ανθρωπολογικού χαρακτήρα παρατηρήσεις. Παράλληλα το ρίχνεις και λίγο στο αστείο, για λόγους επιβίωσης, διαφορετικά να τα παίρνεις όλα στα σοβαρά και δεν το ευχαριστιέσαι το ταξίδι και κινδυνεύεις να βρεθείς εκτός του μετακινούμενου μικρόκοσμου που λέγεται ταξιδιωτικό λεωφορείο. Έχω ξεχωρίσει με τον καιρό διάφορους τύπους του ταξιδιού: ο οργανωτικός, ο έξω καρδιά, ο τσιγκούνης, ο πέφτουλας, ο τα ξέρω όλα, ο ανιματέρ και άλλους πολλούς. Υπόσχομαι κάποια στιγμή να τους συμπεριλάβουμε όλους σε ένα κείμενο του τύπου «Οι φυλές των εκδρομών». Μέχρι τότε όμως ας γνωρίσουμε, και ας υποκλιθούμε στην Εξοχότητά της, την Γκρινιάρα  Συνταξιδιώτισσα.

 

Επιβιβάζεται στο λεωφορείο με σηκωμένο φρύδι, ύφος υποτιμητικό, σαρώνει με το βλέμμα τις θέσεις, κάθεται. Προηγουμένως έχει κάνει παρατήρηση στον οδηγό για τον τρόπο που βάζει τις αποσκευές στη σκευοφόρο στα έγκατα του οχήματος. Τακτοποιεί τις μικρές αποσκευές, πάνω από το κάθισμα αφού διαπιστώνει μεγαλόφωνα ότι τα ντουλαπάκια είναι στενά και τίποτα δεν χωράνε. Επόμενο θέμα ο κλιματισμός:  είτε είναι ανύπαρκτος και αερίζεται με τη βεντάλια («ουφ σκάσαμε»), είτε είναι υπερβολικός και ζητεί να κλείσει («δεν πήγαμε εκδρομή στην Αλάσκα»). Μετά η ταχύτητα. Είτε τρέχει το πούλμαν («ραλίστας είναι ο οδηγός;»), είτε σέρνεται («μεθαύριο θα φτάσουμε;»). Ο ξεναγός: είναι πολυλογάς και κουράζει, ή δεν πολυμιλάει άρα βαριέται. Η διαδρομή: όλο ευθείες, ανιαρή. Ή όλο στροφές, κουραστική. Οι ενδιάμεσες στάσεις: πολλές («κάθε λίγο και λιγάκι, αμάν πια»), ή ελάχιστες («μονορούφι τον πήρε το δρόμο; Εκδρομή ήρθαμε…»).

Η γκρινιάρα συνταξιδιώτισσα, είναι σε μια διαρκή επαγρύπνηση, δεν της ξεφεύγει τίποτα, και τίποτα δεν αφήνει να πέσει κάτω. Το ποτήρι το βλέπει διαρκώς μισοάδειο. Όλες οι λεπτομέρειες της εκδρομής είναι εκ των πραγμάτων καταδικασμένες. Όλα πηγαίνουν στραβά. Είναι ευέλικτη και όχι δεδομένη. Ψάχνοντας την αρνητική πλευρά των πραγμάτων δεν έχει σταθερές. Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού είναι υπαρκτή κι αυτή είναι εκεί για να την αποκαλύπτει σταθερά σε μας τους αδαείς.

 

Τα αξιοθέατα είναι ανάξια λόγου, ή όταν είναι σημαντικά δεν υπάρχει χρόνος για να τα δούμε. Το φαγητό είναι ή λίγο, ή κακομαγειρεμένο, ή κρύο, ή υπερβολικά ζεστό, ή ανάλατο, ή πολύ πικάντικο. Το σέρβις  πάντα έχει ψεγάδια. Η επικοινωνία σε άλλη γλώσσα είναι πάντοτε προβληματική διότι πάντοτε, οι άλλοι δεν ξέρουν να μιλάνε. Θα περιγράψω μόνο μια σκηνή που την έχω πρόσφατη. Σε Ξενοδοχείο 5 αστέρων και 12 ορόφων η πλειοψηφία του γκρουπ πήρε δωμάτια στον 10ο όροφο, καικάποιοι ελάχιστοι, μεταξύ αυτών και η γκρινιάρα στο 2ο όροφο. Ομηρικός καβγάς στη ρεσεψιόν σε ελληνικά, αγγλικά γυμνασίου και άφθονη νοηματική…. Το κορυφαίο επιχείρημά της προς εμάς τους υπόλοιπους ήταν «σιγά που θα δεχτώ να μείνω στα μπουντρούμια!». Τα κατάφερε, ο απελπισμένος ρεσεψιονίστ, υπερέβαλε εαυτόν και της βρήκε δωμάτιο στον 11ο όροφο. Νομίζετε ότι αναπαύθηκε στις δάφνες της; Λάθος νομίζετε. Μόλις πληροφορήθηκε ότι το πρωινό σερβίρεται στο ισόγειο απεφάνθη «ουφ, κι αυτό το ανέβα κατέβα ξεθέωμα είναι…».

Μιλώντας από εμπειρία διακρίνω τρεις τρόπους αντιμετώπισης.

Ο πρώτος είναι να συζητήσεις, να προσπαθήσεις να αντιμετωπίσεις τη γκρίνια με ορθολογικά επιχειρήματα  και καλή διάθεση. Μάταιο. Και κουραστικό. Και αδιέξοδο, άσε που θα σε κατατάξει στους αντιπάλους και θα σε έχει στη μπούκα.

Ο δεύτερος να το αντιμετωπίσεις με συγκαταβατικά χαμόγελα και νεύματα επιδοκιμασίας. Δεν γίνεσαι στόχος, αλλά τα εκλαμβάνει ως συνενοχή και σε επικαλείται «Κλείστε τον κλιματισμό, παγώσαμε, συμφωνεί και ο κύριος…».

Ο τρίτος είναι να αποδράσεις σε άλλο παράλληλο σύμπαν. Να μην βλέπεις να μην ακούς. Κουφός και άλαλος. Σε κατατάσσει στους χαζούς, σε λίγο σταματάει να σου απευθύνει το λόγο.

Προσωπικά έχω καταλήξει στον τρίτο τρόπο. Χωρίς σοβαρό κόστος στην αυτοεκτίμηση μου, βρίσκω την ησυχία μου.

Κάποτε το ταξίδι τελειώνει. Την ώρα που όλοι μαζεύουν αποσκευές κι ετοιμάζονται για τα σπίτια τους, η Γκρινιάρα Συνταξιδιώτισσα μας αποχαιρετά: «Ε… όμορφα περάσαμε τελικά έτσι; Καλά να είμαστε να ξαναπάμε!». Και μένουμε άφωνοι και αποσβολωμένοι…

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

5 Responses to Η γκρινιάρα συνταξιδιώτισσα

  1. Χαχά, καλό! Και βγαλμένο απ’ τη ζωή, εννοείται. Μου θυμίζει τους καλούς ευθυμογράφους του ’50. 🙂

  2. Ο/Η Vasilis BSax λέει:

    Το «αποτελείωμα» όλα τα λεφτά! Όλα καλά και ωραία!! Κυρίως όμως επαναλήψημα!!!

  3. Ο/Η Stavrula λέει:

    Μην ξεχάσεις όταν κάνεις το αφιέρωμα και την «ψώνια!ψώνια!ψώνια» συνταξιδιώτισσα 😉

    • Ο/Η Snowball λέει:

      Κάποτε στην Ισπανία, σε επίσκεψη στο Τολέδο, το γκρουπ σύσσωμο αγόραζε σπάθες, πιστόλες και ασπίδες για να διακοσμήσει τα σαλόνια του… Στο αεροδρόμιο είχε πολύ πλάκα όταν γυρνούσαμε… 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s