Το Έπος του Κολοκυθιού

Ήταν από τις πρώτες χρονιές που βάζαμε σε δανεικό χωράφι το μποστανάκι μας. Άμαθοι εμείς παιδιά της πόλης βλέπεις, είχαμε πει να καταπιαστούμε με τα αγροτικά. Κάτι λίγο για την πλάκα μας, κάτι για να ξέρουμε τι τρώμε, κάτι για να ζήσουμε κι εμείς την εμπειρία της σποράς – φροντίδας – συγκομιδής. Όχι δεν το κάναμε για λόγους οικονομικούς. Το φύτεμα έγινε π.Κ. (προ Κρίσης).

Ετοιμάσαμε τα αυλάκια μας και βάλαμε τα φυτά μας. Πλάι στα άλλα μποστανικά, σε περίοπτη θέση η Cucurbita pepo – Κολοκύνθη η κοινή, οι κολοκυθιές μας δηλαδή.

Μόνο που άπειροι καθώς ήμασταν, δεν υπολογίσαμε σωστά την παραγωγικότητα των φυτών και μάλλον το παρακάναμε.

 Μετά από λίγο καιρό, με εντατικά ποτίσματα στην άνυδρη νησιωτική περιοχή μας, έφτασε η ώρα της συγκομιδής. Κι αν οι ντομάτες, οι πιπεριές κι οι μελιτζάνες ήταν σε ποσότητες λογικές, λίγες για το τσουκάλι ή τη σαλάτα μας, άντε και για πεσκέσι σε γνωστούς και φίλους, τα κολοκύθια ήταν άλλη ιστορία. Σωστή υπερπαραγωγή, πλεόνασμα που κόντευε να μας πνίξει.

Όταν τρυγούσαμε, γυρνούσαμε με το καλάθι κατά τα ¾ γεμάτο κολοκύθια και κατά το ¼ με όλα τα υπόλοιπα.

Δώσαμε σε φίλους. Δώσαμε σε συγγενείς. Δώσαμε σε γείτονες. Δώσαμε σε γνωστούς. Δώσαμε σε περαστικούς. Δώσαμε σε γνωστούς γνωστών. Όχι δεν πουλήσαμε, αλλά είχε έρθει εποχή που όποιος περνούσε από το σπίτι μας έφευγε ανυπερθέτως με μια πλαστική σακούλα γεμάτη από τους κιτρινοπράσινους καρπούς της Κολοκύνθης της Κοινής. Έφτασε μάλιστα ο καιρός που φίλοι και γνωστοί αναγνώριζαν τις διαδρομές τους ανάλογα με το αν κολοκυθοφορούσαν ή όχι.

Άλλα πάνω απ’ όλα τα φάγαμε. Από τα μισά του Ιούνη μέχρι καλό Σεπτέμβρη τους αλλάξαμε τον αδόξαστο. Ότι κι αν ήταν το κυρίως πιάτο στο τραπέζι μας,   η Cucurbita pepo είχε τη θέση της στο πλάι του. Με χίλιους δυο τρόπους, με χίλιες δυο συνταγές.

Κολοκύθια βραστά, κολοκύθια τηγανητά, κολοκύθια γεμιστά, κολοκύθια μπριάμ, κολοκυθόπιτα κλειστή και ανοιχτή, κολοκυθοκεφτέδες, κολοκυθομπουρέκια, κολοκυθολούλουδα γεμιστά, μουσακάς κολοκυθάκια, κολοκύθια στις σούπες, κολοκύθια στις πίτσες, κολοκύθια στις μακαρονάδες, κολοκύθια αυγολέμονο, κολοκύθια σαλάτα, κολοκύθια με τη ρίγανη, κολοκύθια στο πάτερο, κολοκύθια τούμπανα. Και λίγα λέω.

Όχι γλυκό του κουταλιού δεν τα φτιάξαμε, αν και θα μπορούσαμε, γιατί όχι;

Τα βαρεθήκαμε, φυσικά και τα βαρεθήκαμε. Αλλά ήταν ο κόπος μας δεν πήγαινε να μην τα φάμε. Το κερασάκι (ή μήπως το κολοκυθάκι;) στην τούρτα, ήταν όταν βρισκόμασταν με φίλους από την πρωτεύουσα και σε ταβέρνες παράγγελναν ανυπερθέτως κολοκυθοσκευάσματα με την στερεότυπη παρατήρηση «αχ εσείς εδώ που ξέρετε τι τρώτε…». Ξέραμε πως δεν ξέραμε; Κι από την καλή κι από την ανάποδη.

Την επόμενη χρονιά το πράγμα, με την αποκτηθείσα εμπειρία εξορθολογίστηκε. Λιγότερα αυλάκια, μέτρια παραγωγή. Διαλεχτά τα πεσκέσια στους φίλους που μας είχαν σκυλοβαρεθεί, σε μέτρα λογικά τα εδέσματα. Αλλά εκείνη η χρονιά του 199… πέρασε στην οικογενειακή μας ιστορία ως το Έπος του Κολοκυθιού.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

9 Responses to Το Έπος του Κολοκυθιού

  1. Ο/Η Stavrula λέει:

    Ανθούς τηγανητούς με κουρκούτι; 🙂

  2. Ο/Η Τσαλαπετεινός λέει:

    Έπρεπε να δοκιμάσετε και γλυκό του κουταλιού με μικρά μικρά του γάλακτος.
    Μια βράση το σιρόπι, μετά ρίχνουμε μέσα τα κολοκυθάκια μέχρι να δέσει.
    Για τους πολύ μερακλήδες ζαχαροπλάστες, γεμιστά με αμύγδαλο ή φουντούκι
    Λέω τώρα…

  3. Ο/Η Elysse λέει:

    Γέλασα μ’αυτό το πάθημα-μάθημα γιατί είχαμε περάσει κι εμείς κάτι παρόμοιο παλιά αλλά δεν θυμάμαι τώρα με τι! Θα μου’ρθει όμως!

  4. Ο/Η Vasilis BSax λέει:

    Παρόμοιο «πάθημα:
    Μια χρονιά, στα 198,,,, π.Χ. (προ Χίου), φεύγοντας για διακοπές, τα πήρα όλα εκτός από κάτι που θα ανακάλυπτα αργότερα σε έρημη παραλία, κατασκηνωτής και ανένδυτος.
    Ξέχασα τη σχάρα για το ψήσιμο!
    Η χρονιά «υπέρ παραγωγική» σε χταπόδια, οπότε, μην μπορώντας να φαγωθούν ψητά στην ξεχασμένη σχάρα, επινοήθηκαν πάμπολλες παράξενες συνταγές, που στην κανονική τους εκδοχή, το κύριο συστατικό ήταν εντελώς διάφορο του χταποδιού… Τα «αρχεία» εκείνης της γευστικής εμπειρίας προβλέπεται να δημοσιευθούν οσονούπω!
    Το αποτέλεσμα ήταν, ότι μετά από τόση κατανάλωση χταποδιού (μόνο στο ψωμί αλειμμένο για πρωινό δεν το φάγαμε) άρχισε να μυρίζει ο ιδρώτας μας και η σκηνή χταπόδι!!! Το διαπίστωσα ένα βράδυ, ξυπνώντας έντρομος και ψάχνοντας τη σκηνή για το ανύπαρκτο ξεχασμένο πτώμα…
    Καλό καλοκαίρι!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s