Ο Ξένος – μια φανταστική ιστορία

κάθε ομοιότης με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι αποκύημα «καλπάζουσας» φαντασίας

Mισή μπουκιά άνθρωπος  από τη χώρα του Βορρά, ήρθε μέχρι το θαλασσινό μας Παράδεισο να καζαντίσει. Το πάλεψε χρόνια ολόκληρα και τα κατάφερε. Έγινε μικροεργολαβάκι, κομπανία με τρία τέσσερα πατριωτάκια του δηλαδή.  Έπαιρνε λιγοστές δουλειές δεξιά κι αριστερά στην αρχή, περισσότερες στη συνέχεια.  Τον συναντούσα κάθε πρωί εκεί που έπαιρνα τον καφέ. Έβγαινε από το φορτηγάκι και αγόραζε όλους τους καφέδες της κομπανίας. Και σάντουιτς. Μπερεκετλίδικο πράμα να είσαι αφεντικό. Το καμάρωνε.
Όταν ο Χ. δικός μας με πτυχία, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και άλλα τέτοια πομπώδη και αβανταδόρικα, πήρε τη μεγάλη δουλειά σ’ αυτούς έδωσε το εργάκι για ξεκίνημα. Το έργο δημόσιο, ο Χ. είχε φαρδιά πλατιά υπογράψει συμβάσεις, ωστόσο το δουλεύανε οι άλλοι χωρίς να φαίνονται πουθενά. Τους έδωσε στην αρχή 1000€ για μεροκάματα, μετά δεν τους ξαναπλήρωσε. Αυτοί δούλευαν, μέχρι που ο Χ. ανακάλυψε ότι το έργο δεν ήταν σωστά σχεδιασμένο, ζήταγε ανατιμολογήσεις και άλλα κόλπα, μέχρι που το παράτησαν. Μετά ακολουθούν διάφορες διαδικασίες ωστόσο, ο άλλος και η κομπανία του έχουν μείνει απλήρωτοι, κάτι χιλιάρικα μεροκάματα τους χρωστάνε. Τον έβλεπα, και κάθε μέρα αδυνάτιζε, μαράζωνε, μάζευε μέσα του, κάθε μέρα και χειρότερα. Πότε έκλαιγε πότε έβριζε ο άνθρωπος. «Πεινάνε τα παιδιά μου, χρωστάω στους πατριώτες μου και δεν έχω μούτρα να τους δω»
Κάποια στιγμή ο Χ. με τη συνοδεία του, μηχανικός, εργοδηγός, νομική σύμβουλος,  έφτασαν για να διευθετήσουν το ζήτημα. Με ρήτρες, συμβατικές υποχρεώσεις, νομοθεσίες, παράθυρα, ενστάσεις και κόντρα ενστάσεις με όλα αυτά που το οπλοστάσιο του πολιτισμού μας, δυστυχώς, έχει ορθώσει μπροστά στο φιλότιμο και στη μπέσα, που ως γνωστόν χαρακτηρίζουν τους πρωτόγονους λαούς. Ο Ξένος ήταν εκεί. Γύρεψε τα λεφτά του. Τη δούλεψή του. Ο άλλος με ύφος ξινισμένο έβαλε το χέρι στην τσέπη έβγαλε 200€ πήγε να του τα βάλει στο χέρι με την ατάκα «πάρε αυτά και καλά είναι».
Ο Ξένος του όρμησε και τον άρπαξε από το λαιμό. Τον έβριζε κι έκλαιγε. Έκλαιγε και τον έβριζε. Μπήκαμε στη μέση τους χωρίσαμε.
Στο μεταξύ η δικηγορίνα είχε πάρει το 100. Ο Χ. ε π ι δ ί ω κ ε να τις φάει τον προκαλούσε τον άλλον συνεχώς. «Βάρα με ρε να δούμε αν είσαι μάγκας».
Κατέφθασε ένας χοντρούλης αστυνομικός. Πρώτη του δουλειά να περάσει χειροπέδες στον δήθεν εγκληματία. Πέσαμε πάνω του «τι κάνεις ρε φίλε χαλάρωσε». Όντως χαλάρωσε. Του έβγαλε τις χειροπέδες. Όμως η δικηγορίνα ήδη έγραφε στο πόδι τη μήνυση. Επίθεση και εξύβριση ή κάτι τέτοιο. Μαζί με τον Ξένο έφυγαν για το τμήμα. Η επιδίωξη προφανής «κάνε τουμπεκί αλλιώς σε τυλίγω σε μια κόλλα χαρτί».

Το δίκιο του προφανές επίσης.  Αλλά που να το βρει την εποχή που κλυδωνίζεται ο τόπος μας και όλα αλλάζουν. Και οι πονηροί αρουραίοι, που καλότρωγαν τόσα χρόνια, πάνε να την κάνουν από το πλοίο βουτώντας να σωθούνε.Την εποχή που χάνουμε τα αυτάρεσκα κεκτημένα μας. Την εποχή που φεύγουν πολλοί και πολλές από μας μετανάστες;

«Γιατί είμαι ξένος και φτωχός κι εσύ Ρωμιός κι αφέντης»

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Ο Ξένος – μια φανταστική ιστορία

  1. Ο/Η lilian λέει:

    α ρε Κωστα μ αρεσουν και οι μουσικες επενδυσεις σου ,απαικτες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s