Πόσα μπορούμε; Όσα μπορούμε….

Αναμενόμενο από καιρό ταξίδι στα βόρεια. Αεροπλάνο, σκοτεινή Θεσσαλονίκη. Θερμοκρασίες υψηλές και φίλοι που σε υποδέχονται. Βραδιά Τσάμπιονς Λιγκ. Άδειοι δρόμοι. Κουτούκι και κουβέντες. Χαμηλώνουμε τη «Μαλαματίνα», τσιμπάμε μεζέδες, φέρνουμε την κατάσταση στο κέντρο της συζήτησης. Φίλοι, γνωστοί, ιστορίες. Κι εκλογές… και τι θα γίνει ρε. Και τι θα κάνουμε εμείς; Πόσα μπορούμε να κάνουμε; Όσα μπορούμε. Τσουγκρίζουμε. Η Μπαρτσελόνα έχει αποκλειστεί. Γαμώτο.

Το πρωί στη βεράντα με το νεσκαφέ η μέρα είναι καλοκαιρινή. Η αστική ζώνη με τις πολυκατοικίες φωτίζεται. Η θάλασσα αχνοφαίνεται μακριά. Η πόλη ξυπνάει και μπαίνει σε ρυθμό.  Πλανόδιοι φωνάζουν στις περιφερόμενες ντουντούκες. Οι κουβέντες είναι για το καλοκαίρι, για τι άλλο; Για το νησί όπου θ’ ανταμώσουμε ξανά, είναι λίγοι οι μήνες, οι μέρες πες που απομένουν. Η βαλίτσα κλείνει, κι η Ελένη, υπακούοντας στον αταβισμό της καλής φιλοξενίας, μου δίνει το σάντουιτς για το δρόμο. ΚΤΕΛ. Σταθμός «Μακεδονία». Δρομολόγιο για τη Βέροια. Την ώρα που το θέλεις. Ίσα να πιούμε έναν καφέ στα όρθια. Να καπνίσουμε ένα τσιγάρο. Να φορτώσουμε τα πράγματα. Να μπούμε να καθίσουμε. Χιλιόμετρα. Ατέλειωτες ευθείες. Κάμποι καταπράσινοι. Ποτάμια που περνάς από μεγάλες γέφυρες. Γαλλικός. Λουδίας. Αξιός. Αμπέλια. Μεγάλα κλήματα. Παρατηρήσεις που το μυαλό του περιορισμένου στο χώρο νησιώτη καταγράφει τις διαφορές. Ξετυλίγω το σάντουιτς. Ήταν για το δρόμο έτσι κι αλλιώς.

Ξενοδοχείο. Τακτοποίηση. Μεσημέρι. Αναγνωριστικές ματιές. Η πόλη που έχεις επισκεφθεί πριν χρόνια για λίγο σε κοιτάει. Έχει αλλάξει. Κι εσύ έχεις αλλάξει φίλε. Υποχρεώσεις. Δουλειές. Γνωριμίες. Νέα πρόσωπα, ωραία πρόσωπα. Κι όπως γίνεται στις περιπτώσεις αυτές… στην αρχή διστακτικές συζητήσεις. Ο πληθυντικός κι ο ενικός που συνυπάρχουν άναρχα, φοβισμένα. Μέχρι να γίνει η ομάδα συντροφιά. Και να ειπωθούν τα λόγια στίγμα του καθενός, της καθεμιάς. Και να βρεθεί ο ενικός της ευγενείας και της οικειότητας. Σε διδασκαλίες, σε διαλείμματα για καφέ. Σε ενοχικές συνευρέσεις καπνιστών που αποενεχοποιούνται στην πορεία. Σε ταβέρνες το βράδι. Με εκλεκτούς μεζέδες (εκείνα τα μανιτάρια των βουνών…). Με τα πρώτα καλαμπούρια που θα γίνουν γέλιο πηγαίο αργά το βράδι. Στο τελευταίο ποτό, παιγνιώδης ανακεφαλαίωση της μέρας.

Μα συζητάμε και για την κατάσταση. Για την κρίση, για τους μισθούς, για τις απολύσεις, για την ανασφάλεια, για την ανεργία, για τη συρρίκνωση υπηρεσιών, κοινωνικών αγαθών, δικαιωμάτων. Κι υπάρχουν όσοι τα βρίσκουν όλα αυτά ως φυσική καταστροφή «ρε τι πάθαμε…» κι υπάρχουν κι οι άλλοι που λέμε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε. Πόσα μπορούμε να κάνουμε; Όσα μπορούμε.  Ενδιάμεσα αποκλείεται και η Ρεάλ. Πάλι καλά.

Τελευταίο απόγευμα. Βόλτα στους δρόμους. Παρασκευή. Κέντρο της πόλης. Μαγαζιά, μνημεία, περαστικοί, κόσμος στη βόλτα με τα καλά του. Γεμάτα καφέ και μπαρ. Βουητό. Στο βάθος τα μεγάφωνα καλούν σε πολιτική συγκέντρωση. Προχωράω αργά προς τα εκεί. Τα πρόσωπα είναι γνώριμα άγνωστα. Κι αυτό είναι ωραίο. Στο πάρκο κοιτάω από χαμηλά έναν αντάρτη της δεκαετίας του 40. Δε με κοιτάει. Κοιτάει τα ψηλά βουνά, που αλλού;

Παρένθεση στο άξαφνο πρώιμο καλοκαίρι. Γκρίζα βροχή την πολλή πρωινή ώρα της αναχώρησης. Τα πράγματα φορτώνονται και θα μεταφορτωθούν ξανά. Σπαστές διαδρομές με τα λεωφορεία. Αθροίζονται κουβέντες που έγιναν και προσδοκίες για συναντήσεις με φίλους και συζητήσεις που θα γίνουν. Άφιξη σε μέρη οικεία πάνω στα βουνά. Το Πήλιο που συνέρχεται από τα χιόνια που το κατέστησαν Σουργκούτ της Σιβηρίας ετούτο το χειμώνα. Και οργιάζει καθώς κατεβαίνουν τα παγωμένα, πλούσια, άφθονα ύδατα. Το τυρόψωμο από το φούρνο στο τραπέζι. Ο οικείος καναπές στη θέση του. Εδώ είμαστε…

Καιρός για φυτέματα. Καιρός για τα θερινά μποστάνια. Για τις ντομάτες, τις πιπεριές, το αγγουράκι… αλλά και τα άνθη της εποχής. Ατίθασα κι ελπιδοφόρα. Κι ας λένε ότι θέλουν οι ομιλούσες κεφαλές των ειδήσεων. Κλεισμένες στις 19 ή32 ίντσεςτης οθόνης. Κλεισμένες εκεί που δεν θα έπρεπε να τις ακούει κανείς παρά μόνο να συζητάει, να διαφωνεί, να πλακώνεται, να βρίζει, να ρωτάει, να απαντάει, να βγάζει συμπέρασμα… να τραβάει γραμμή οριζόντια στο τετράδιο και να βγάζει τη σούμα.

Επιστροφή… μακριά και δύσκολη. Τα ίδια χιλιόμετρα όταν σε γυρίζουν πίσω γίνονται πιο βαριά. Στη ζεστή μεσημβρινή Θεσσαλονίκη, περνώντας βιαστικά και βλέποντας εμπορικούς δρόμους μέσα από το τζάμι, άδειες σκονισμένες βιτρίνες με τα μεγάλα σχεδόν χυδαία αυτοκόλλητα «ενοικιάζεται, ισόγειο και όροφος χχχ τετραγωνικά».

Και πάλι το ερώτημα  «Και τι θα κάνουμε εμείς; Πόσα μπορούμε να κάνουμε; Όσα μπορούμε.»

Στο γκισέ του αεροδρομίου το ερώτημα είναι άλλο.

«Παράθυρο ή διάδρομος;»

«Διάδρομος».

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Πόσα μπορούμε; Όσα μπορούμε….

  1. Ο/Η dimiscon λέει:

    Οπωσδήποτε παράθυρο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s