η Μεγάλη Παρασκευή κι η θεία που την κοπάνησε…

Μεγάλη Παρασκευή στον τόπο μου, αλλά και αλλού φαντάζομαι, συνηθίζουμε να πηγαίνουμε λουλούδια στους αγαπημένους νεκρούς στα μνήματα. Στα νεκροταφεία. Είναι η ζώσα ανάμνησή τους που μας οδηγεί… είναι ο προσωπικός και οικογενειακός επιτάφιος. Προχωράμε με τα μπουκετάκια στο χέρι. Στεκόμαστε μπροστά στο μνήμα αγαπημένου προσώπου, ανάβουμε το καντήλι, φροντίζουμε τα μάρμαρα , τη φωτογραφία του. Φροντίζουμε και τους ξεχασμένους πλαϊνούς τάφους κι ας ανήκουν σε αγνώστους. Βάζουμε φρέσκο νερό, φρέσκα λουλούδια, συμπληρώνουμε λάδι στο καντήλι. Τι πάει να πει αγνώστους; Γείτονες των αγαπημένων μας είναι… παρέα τους.

Το κοιμητήριο στον Άη Γιάννη τον Πρόδρομο, τον Άη Γιάννη το Νεκροθάφτη –καθώς λέγεται στη χιακή καθομιλουμένη- είναι στην άκρη της πόλης. Περνάς μιαν ανηφόρα, συνεχίζεις. Σταματάς και πίσω από την εκκλησία, ξαπλώνεται το νεκροταφείο με δεκάδες μνήματα. Πήγα σήμερα. Άφησα το μηχανάκι, κατέβηκα τα σκαλιά και με τρία μπουκετάκια της άνοιξης στο χέρι μπήκα στη γειτονιά των εκλιπόντων. Αγαπημένοι άνθρωποι, σύντροφοι της παιδικής ηλικίας. Πρόσωπα αγαπημένα που μας άφησαν γεια πριν από κάτι χρονάκια. Πάντα παρόντες και παρούσες μέσα μας. Αφήνω στην πάντα την μεταφυσική… για μέσα μας μιλάω.

Το σκηνικό παράξενο. Λιακάδα. Λίγο πιο κάτω στην Κεντρική Αγορά της πόλης γίνεται ο χαμός. Ψώνια, δώρα, χαιρετούρες, φιλιά, γνωστοί που βρίσκονται, καφέδες και ούζα με μεζέ, παραγγελίες, κατσικάκια που παίρνουν την άγουσα για τη σούβλα. Ωραία πράγματα! Κι εδώ, στο κοιμητήριο δεκάδες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους τάφους. Σπαράγματα πόνου, μυρωδιές αναμνήσεων, άνοιξη επελαύνουσα. Συναντιέσαι με γνωστούς και γνωστές. Ευχές χαμηλόφωνες. Να είστε καλά. Και του Χρόνου. Καλή Ανάσταση. Σφραγίδα χαρμολύπης.

Βρήκα τον Αντώνη και το Τζίμη. Έβαλα φρέσκο νεράκι από το βρυσάκι στις ανθοστήλες. Κοίταξα τις φωτογραφίες, τους μελέτησα. Κάποιοι… φίλοι, συγγενείς… είχαν προηγηθεί, φρέσκα λουλούδια και το καντήλι αναμμένο. Χάρηκα. Δεν σας ξεχνάμε, σκέφτηκα. Αλλά η θεία; Που είναι η θεία… Το τρίτο μπουκετάκι μου έμενε στο χέρι. Γυρόφερνα τα μνήματα. Δεν μπορεί κάπου εδώ ήτανε… Τι στην ευχή το ξέχασα;  Τρεις φορές έκανα το γύρο. Αισθάνθηκα και λίγο ανόητος, αλήθεια να λέμε. Μετά υποψιάστηκα. Ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο… κινητό τηλέφωνο και χαμηλόφωνη συνομιλία. Η ανακομιδή έγινε και δεν το είχα μάθει. Μέσα μου ξεκαρδίστηκα.

Α ρε θεία, πάντα σου καλαμπουρτζού μου την έσκασες. Την κοπάνησες στα γρήγορα… κι εγώ γυρόφερνα να σε ψάχνω. Θα το χαιρόσουνα το σημερινό καλαμπούρι. Άσε που θα το στόλιζες με σάλτσες και γελαστές λεπτομέρειες. Μοίρασα τα λουλουδάκια στους γείτονες και τις γειτόνισσες. Όμορφα. Όλα καλά.

Άντε βάζω και το αγαπημένο σου που με είχες μάθει να το παραγγέλνω στο τζουκ μποξ…

Καλή Ανάσταση σε όλους και όλες.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to η Μεγάλη Παρασκευή κι η θεία που την κοπάνησε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s