Δεν έχει σημασία το τι θα φτιάξεις, σημασία έχει το πώς…

Ένα ωραίο κείμενο με πολλές απαντήσεις και μυρωδιές κόντρα στη δυσφορία της εποχής… του φίλου Πάνου Περιμένη.

Πώς σου φαίνεται, να το βάλουμε εδώ?

Ναι, αλλά έχει ρεύμα!

Ας μην καθίσουν με τα κοντομάνικα…

Θα φέρει κάποιος τα μαχαιροπήρουνα?

….α, και τα πιάτα…εκεί μπροστά σου είναι…

Η πετσέτα μπαίνει πάλι στην τσέπη και γυρίζω ανάμεσα στις κατσαρόλες και τα ταψιά. Τα ψιλοκομμένα λαχανικά περιμένουν τη σειρά τους, η σάλτσα τελειώνει…

Λίγο παγωμένο κρασί, και οι μυρουδιές σε ταξιδεύουν…και εκεί που νομίζεις πως είσαι μόνος, ένας ένας, έρχεται, να σε ρωτήσει τάχα μου, αν θες βοήθεια και αυτό που θέλουν είναι να μυρίσουν από κοντά, να πιουν το δικό τους ποτήρι κρασί, μαζί σου, εκεί που γίνονται όλα. Σαν μικρά παιδιά, όταν γυρίσεις την πλάτη, μπορεί να κλέψουν και κρύβουν όσο καλύτερα μπορούν το κάψιμο. Γρήγορες γουλιές από το κρασί, οι πιο οργανωμένοι δροσίζονται με ένα ποτήρι νερό, όλοι όμως τρίβουν τα ακροδάχτυλά τους κρυφά, σαν να κάνανε σκανταλιά.

Σε όλες τις κουζίνες, παρόμοια αίσθηση, παρόμοιες κινήσεις, παρόμοιες σκανταλιές και χαμόγελα.

Μικρές κουζίνες, απλές κουζίνες, κουζίνες με τα απαραίτητα, κουζίνες με γκάζι, κουζίνες μοντέρνες, κουζίνες που σου δίνουν την αίσθηση της εξοχής, κουζίνες σκοτεινές και οι πιο όμορφες, κουζίνες φωτεινές…

Σου αρέσει να έρχεται κόσμος σπίτι?

Δεν έχει σημασία το τι θα φτιάξεις, σημασία έχει το πώς.

Μια μακαρονάδα στα γρήγορα για φίλους που είναι θλιμμένοι, μια ομελέτα για την λιγούρα, φρέσκο ψωμί, με καλοκαιρινή ντομάτα και ένα ποτήρι κρύα μπύρα μετά το μπάνιο, πολλά για όσους ήρθαν να ευχηθούν…συνδυάζεις ό,τι βρίσκεις στο ψυγείο, ό,τι έχεις πάρει από τον υπαίθριο μανάβη…μα κάτι είχα δει μέσ’ το ντουλάπι προχτές.

Βλέπεις τα χαμόγελα, την όρεξη, τα ποτήρια να πηγαινοέρχονται….ποιος θέλει λίγο ακόμα?

Εγώ θα πάρω λίγο ακόμα…ευτυχία, τους άρεσε το πώς.

Καφέ κανένας? Τα πιάτα μαζεύονται, ακούς το ήχο των μαχαιροπήρουνων, το πλυντήριο γεμίζει, μετράς τις μεζούρες, συμπληρώνεις νερό και καθώς αρωματίζει το άρωμα του καφέ τον αέρα, θυμάσαι, τον πρώτο καφέ που έφτιαξες, με άγχος, γιατί ήθελες να τον πετύχεις, με την πρώτη προσπάθεια…μια κουταλιά ζάχαρη παρακαλώ…προσπαθείς να θυμηθείς πώς γίνεται πιο ωραίος, τι σου είχαν πει, είσαι εκεί, αντιμέτωπος με το μπρίκι και τα μάτια της κουζίνας.

Και ήταν μοναδικός καφές. Αξεπέραστος.

«Επειδή γελούσε καθώς σερνόταν καταγής, η άμμος της ερήμου μπήκε στο στόμα του. Η γεύση της άμμου τον συνόδεψε μέχρι ένα πέρασμα, δύο χιλιόμετρα παρακάτω, όπου βρήκε τη μοτοσυκλέτα που είχε νοικιάσει. όμως θα τον ακολουθούσε ακόμα μέχρι να γυρίσει στο Μεξικό»

Paco Ignacio Taibo II – «Όνειρα Συνόρων» – εκδ. Άγρα – μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s