Η πτώση του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου

Οι γιορτές που θυμάμαι από παλιά ήταν ευκαιρία συνεύρεσης. Πολλά αδέρφια στο πατρικό σόι, ακόμα περισσότερα ξαδέρφια συνομήλικα. Το αντάμωμα γινόταν εκ περιτροπής σε σπίτια, άλλωστε οι μέρες οι γιορτινές ήταν πολλές κι οι ευκαιρίες δεν έλειπαν. Συνήθως τις παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς διανυκτερεύαμε  κιόλας, σε όποιο σπίτι τύχαινε να βρεθούμε.

Τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, όλοι μαζεύονταν στο σπίτι της γιαγιάς. Τους μικρότερους μας έβαζαν από νωρίς για ύπνο. Οι μεγάλοι χαρτόπαιζαν την καθιερωμένη ποκίτσα στο σαλόνι.  Εμείς όλα τα ξαδέρφια μαζεμένα μοιραζόμασταν κρεβάτια και έκτακτα στρωσίδια στο παιδικό δωμάτιο. Τα δώρα μας θα τα έφερνε ο Άη Βασίλης  κατά τη διάρκεια της νύχτας. Θα τα βρίσκαμε με το ξύπνημα στα παπούτσια μας κάτω από το στολισμένο δέντρο.

Πρέπει να ήμουν στην ηλικία που άρχιζα να παίρνω μυρωδιά ότι ο εν λόγω Άγιος ήταν λίγο παραμύθι. Αλλά και πάλι είχα τις αμφιβολίες μου. Έτσι και αλλιώς το αποτέλεσμα μετρούσε. Ας ήταν γεμάτα τα παπούτσια μου με το ξημέρωμα και αδιάφορο ποιος θα τα γέμιζε. Παιχνίδια περιμέναμε, τι άλλο; Όταν μας δώριζαν ρούχα στραβομουτσουνιάζαμε, όταν κάποιοι θείοι μας έδιναν χρήματα έμπαιναν στον κουμπαρά του οποίου τη διαχείριση την είχαν οι μεγαλύτεροι.

Εκείνη τη χρονιά,197κάτι πρέπει να ήτανε, τα όνειρα μου, ήταν δυο: ένα Κάστρο ξύλινο που ζαχάρωνα μήνες στη βιτρίνα κεντρικού καταστήματος της πόλης. Κάστρο κανονικό και μεγαλοπρεπές στα μάτια μου, με πύργους και επάλξεις όπου θα έβρισκαν τη θέση τους οι πολύτιμοι μολυβένιοι στρατιώτες μου. Αλλά κάτι μου έλεγε ότι το κόστος θα ήταν απαγορευτικό. Και οι εισπράξεις από τα κάλαντα, Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, μάλλον πενιχρές.

Υπήρχε όμως και το δεύτερο όνειρο. Το plan b θα λέγαμε σήμερα. Matchbox αυτοκινητάκια. Από εκείνα που προσεχτικά μαζεύαμε όλο το χρόνο, όποτε είχαμε την ευκαιρία. Τα παίζαμε με τις ώρες, στο σπίτι ή στα πεζοδρόμια της γειτονιάς. Τα ευχαριστιόμασταν στ’ αλήθεια. Και όλο και κάποιος θάμπωνε τους υπόλοιπους της παρέας με το καινούργιο απόκτημά του. Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, άγνωστο γιατί, μου είχε σφηνωθεί στο μυαλό ένα ωραίο σκουπιδιάρικο. Από εκείνα τα καινούργια, που η καρότσα τους ανοιγόκλεινε. Πρέπει να το είχα δείξει και στον πατέρα μου σε κάποια βόλτα. Συνεπώς το περίμενα.

Ξύπνησα και δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Δίπλα τα ξαδέρφια κοιμόντουσαν ακόμα. Το σπίτι σκοτεινό ησύχαζε. Το σόι έχοντας αποτραβηχτεί αργά ροχάλιζε στις πάνω κάμαρες. Έπρεπε να περιμένω και το ξύπνημα των υπολοίπων; Έλα όμως που κάτι δε μ’ άφηνε… αφού ξύπνησα έπρεπε να δω αν ο Άη Βασίλης, ή ο όποιος άλλος, είχε κάνει την επίσκεψή του και κυρίως τι είχε φέρει.

Σηκώθηκα, βγήκα στο σκοτεινό διάδρομο, κατέβηκα αργά, δεν έβλεπα κιόλας, την εσωτερική σκάλα. Περπάτησα ψηλαφώντας τους τοίχους προς τη μεγάλη, και παγωμένη, σαλοτραπεζαρία.

Στη γωνία του μακρόστενου ψηλοτάβανου δωματίου έλαμπε το δέντρο. Με φωτάκια που αναβόσβηναν, με αστέρι στην κορφή του, με μπάλες που γυάλιζαν στη σκοτεινιά. Πλησίασα δε μ’ ενδιέφερε το δέντρο, το είχα χορτάσει τις προηγούμενες μέρες. Τι υπήρχε κάτω από το δέντρο μ’ ενδιέφερε. Κοίταξα στα παπούτσια μου που ήταν σε μια άκρη. Ενθουσιασμός. Δύο από εκείνα τα ωραία σπιρτόκουτα που περιείχαν το αυτοκινητάκι. Δύο όχι ένα. Έβαλα το χέρι μου να τα ανοίξω. Λες κάποιο να περιείχε το σκουπιδιάρικο;

Κάποιο καλώδιο πρέπει να τράβηξα άθελά μου. Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο, αργά άρχισε να πέφτει. Σα να το βλέπω τώρα δα μπροστά μου, το είδα να γκρεμίζεται. Οι μπάλες, εκείνες από το πολύ λεπτό γυαλί όχι οι σημερινές άθραυστες, έγιναν θρύψαλα. Τα φωτάκια με πλάκωσαν. Πρέπει να έβαλα και τις φωνές.

Τους είδα όλους από πάνω μου. Ανήσυχους, αναμαλλιασμένους με πιτζάμες και νυχτικά. Ήμουν πεσμένος ανάσκελα, με το μισό δέντρο από πάνω μου, τυλιγμένος με εορταστικές κορδέλες και καλώδια. Τι ντροπή. Τα ξαδέρφια μου πίσω από τους μεγάλους χασκογελούσαν. Τώρα περίμενα την κατσάδα.

Η καρπαζιά του αγουροξυπνημένου πατέρα μου ήταν μάλλον φιλική. Άλλωστε και τους υπόλοιπους μεγάλους τους κατάλαβα να κρυφογελάνε. Η μάνα μου άνοιγε δρόμο να περάσει, στα χέρια της κρατούσε ένα μεγάλο πολύχρωμο πακέτο που μάλλον είχε πέσει έξω από το σάκο του Άη Βασίλη…. Το σχήμα του δε σ’ άφηνε να λαθέψεις. Το ξύλινο Κάστρο ήταν!

Καλές Γιορτές από το Καγκουρώ.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

3 Responses to Η πτώση του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου

  1. Ο/Η renata λέει:

    Το όνειρο που έγινε πραγματικότητα! 🙂

  2. Ο/Η SoDurck λέει:

    Τρυφερά γλυκό, τρυφερά γλαφυρό,,,

    ελπίζω να μην προκάλεσε τραύμα παρά μόνο στις μπάλες. πράγματι εκείνες οι μπάλες έσπαγαν και μόνο που τις κοίταζες. 🙂

    Καλές γιορτές!

  3. Ο/Η paperback writer λέει:

    νοσταλγική θύμηση ατζαμοσύνης…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s