Πρωτεύουσα του κόσμου – Διήγημα του Jim Patton

Από τη Συλλογή Διηγημάτων “D.C. Noir”
Akashic Pub. 2006

Μετάφραση: Κώστας Ζ.
Επιμέλεια: Ανδρομάχη Σ.

Στις δύο το πρωί ενός αποπνικτικού σαββατόβραδου του Ιουλίου ο Σέρμαν Μπράουν βρισκόταν δίπλα στο τζουκ μποξ του κακόφημου Σάνμπιμ Λάουντζ κι αναρωτιόταν τι διάολο έκανε εκεί. Με σύζυγο, μικρή κόρη και δίδυμα που όπου να ’ναι έφταναν και καμιά δυνατότητα να ζήσει στην Ουάσινγκτον με το μισθό του αστυνομικού, το σχέδιο ήταν να κερδίσει κάποια έξτρα χρήματα σε λίγο χρόνο για να πληρώσει το καπάρο ενός σπιτιού στην ησυχία του Χάουαρντ Κάουντυ του Μέρυλαντ. Όμως, ακόμα κι αν το πίστευες, πώς είχε καταφέρει ένας μπάτσος της Ουάσινγκτον, ένας καλός αστυνομικός που ήθελε να θεωρείται πάνω απ’ όλα καλός άνθρωπος, να βρει δεύτερη δουλειά σαν πορτιέρης σε μια τρύπα σαν κι αυτή; Δεν ήταν βέβαια ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος, όμως…
Ένας πυροβολισμός. Στο τζουκ μποξ τραγουδούσε ο Μάρβιν Γκέι και καμιά δεκαριά πελάτες ουρλιάζανε στην κοπέλα που τριβόταν στον σωλήνα επί σκηνής, αλλά ο Σέρμαν ήταν απόλυτα βέβαιος ότι είχε ακούσει πυροβολισμό. Ένας μπάτσος της Μητροπολιτικής άκουγε τα πάντα. Κι όποιος είχε μεγαλώσει σε λαϊκή γειτονιά σαν το Μπάρι Φαρμς είχε ακούσει επίσης τα πάντα. Η πιστολιά ερχόταν από το πίσω μέρος του μαγαζιού, πέρα από την ξύλινη πόρτα, που ο Σέρμαν ποτέ δεν είχε περάσει.
Τον είχε ακούσει και ο Τάιρον, πίσω από το μπαρ. Κι ο Αντγουέιν, η φάλαινα, κοντά στο πάλκο, που κοίταζε την κοπέλα κι εκείνη τη στιγμή ήταν ακίνητος με το στόμα ανοιχτό. Τον είχαν ακούσει και κάποιοι πελάτες, γιατί σηκώνονταν από τα τραπέζια για να φύγουν. Η κοπέλα είχε πάψει να τρίβεται στο σωλήνα.
Ο ΛαΦόνσο, το αφεντικό, δεν ήταν εκεί. Πήγαινε κι ερχόταν όπως συνήθως: έριχνε μια ματιά στο μαγαζί, εξαφανιζόταν πίσω με μια κοπέλα για λίγο, μετά έβγαινε να ξεδώσει ή να κλείσει καμιά δουλειά.
Ο Σέρμαν πήγε στον Τάιρον περνώντας πίσω από τον πάγκο, μαζί με τον Αντγουέιν και τα εκατόν πενήντα κιλά του. «Πού είναι ο ΛαΦόνσο;»
«Είναι ώρα που δεν τον βλέπω» είπε ο Τάιρον.
«Το ’χεις το κλειδί να πάω να δω; Ή θες να πας εσύ;»
Ο Αντγουέιν μπήκε στη μέση. «Όχι, φίλε. Εσύ είσαι ο νόμος. Γι’ αυτό σε πληρώνει. Πήγαινε εσύ».
Ο Σέρμαν τον κοίταξε. Δεν του άρεσε να του πιάνει τον κώλο ένας μαλάκας, είτε ήταν εκατόν πενήντα κιλά είτε όχι.
«Άντε, άντε. Το Αφεντικό δεν είναι εδώ –είπε ο Αντγουέιν- κι όταν λείπει, αφεντικό είμαι εγώ». Είπε στον Τάιρον: «Δώσ’ του το κλειδί δικέ μου».
Ο Τάιρον του το έδωσε.
«Άντε, μικρέ» είπε ο Αντγουέιν.
Ο Σέρμαν ήθελε να τον σφάξει: αυτή η φάλαινα, αυτός ο κωλογλείφτης, είχε πει το Σέρμαν Μπράουν «μικρό». Αλλά δεν ήταν η στιγμή. Στράφηκε και πήγε προς την ξύλινη πόρτα. Άκουγε τον Αντγουέιν να τον ακολουθεί βαριανασαίνοντας.
Η πόρτα έβγαζε σ’ έναν σκοτεινό διάδρομο. Πλησιάζοντας την πρώτη πόρτα αριστερά, ο Σέρμαν έβγαλε το Γκλοκ 17 από τη θήκη του πίσω από την πλάτη, κάτω από το πουκάμισο. Στο δωματιάκι ήταν μια από τις χορεύτριες, η Ντονίτα, το πρεζόνι του κρακ. Εκείνη τη στιγμή ήταν απασχολημένη• τσιμπούκωνε τον Τζούνμπαγκ, έναν αδερφό με κοτσιδάκια. Δεν είχαν ακούσει τίποτα, ή έτσι κι αλλιώς δεκάρα δεν έδιναν.

Στο διπλανό δωμάτιο ο Κάνονμπολ, ένας τύπος κοντός και χοντρός, που γαμούσε την Γκόλντεν, μια καινούργια κοπέλα. Κανένα σημάδι από πυροβολισμούς. Ο Σέρμαν ξανάκλεισε την πόρτα και γύρισε πίσω, με τον Αντγουέιν πάντα πίσω του ν’ αγκομαχάει.
Στο δωμάτιο στο βάθος ήταν μια κοπέλα που δεν είχε ξαναδεί, καθισμένη στο κρεβάτι με το σεντόνι τραβηγμένο ως το λαιμό, φοβισμένη σα να είχε δει ή τουλάχιστον σα να είχε ακούσει κάτι: μια κοπέλα λευκή με σκούρα μαλλιά που έμοιαζε ξένη. Ο Σέρμαν είχε ήδη ακούσει ότι στο βάθος του μαγαζιού υπήρχαν κάμποσες ξένες κοπέλες που δεν ανέβαιναν ποτέ στο πάλκο.
«Όλα εντάξει;»
«Εεεε..ντάξει, εεεε…ντάξει», απάντησε γνέφοντας γρήγορα. Οπωσδήποτε ξένη. Ο Σέρμαν δεν ήταν βέβαιος ότι η ίδια το καταλάβαινε.
Πλησιάζοντας στην τελευταία πόρτα ένιωσε κάποιον να γυρίζει το πόμολο από τα μέσα και μετά να βάζει το κλειδί στην κλειδαριά. Έπρεπε να είναι ο ΛαΦόνσο.
«Έι Λαφόνζ!»
Σιωπή. Το κλειδί έπαψε να γυρίζει.
«Αφεντικό!» (Στον ΛαΦόνσο άρεσε να τον λένε έτσι, αλλά ο Σέρμαν δεν τα κατάφερνε να το συνηθίσει.)
Σιωπή.
«Έι, εσύ εκεί μέσα. Κρατάω όπλο και μπαίνω!».

Γύρισε το κλειδί του στην κλειδαριά και μισάνοιξε την πόρτα. Μέσα υπήρχε κάποιος. Μια κοπέλα: ένας άσπρος ώμος, ένα χέρι, ένα νυχτικό.
Όποια κι αν ήταν έκανε πίσω. «Συγγνώμη!». Κι αυτή είχε ξένη προφορά και έδειχνε ταραγμένη.
Η μυρωδιά του μπαρουτιού έκανε το Σέρμαν να καταλάβει ότι η πιστολιά είχε πέσει εκεί μέσα. Σήκωσε το Γκλοκ και κλώτσησε την πόρτα με το αριστερό του πόδι. «Τι συμβαίνει; Έχεις όπλο εδώ μέσα;»
Η κοπέλα τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. Πίσω της ήταν ένα υπέρδιπλο κρεβάτι και ένας σωρός από ρούχα στο πάτωμα: σανδάλια, τζιν σορτσάκια, μπόξερ, κι ένας όγκος που έμοιαζε με το μπλουζάκι που φορούσε ο ΛαΦόνσο εκείνο το βράδι.
Η κοπέλα έδειξε ένα σημείο στα δεξιά της. Ο Σέρμαν, που δεν μπορούσε να δει από τον διάδρομο, μπήκε με προσοχή στο δωμάτιο.
Στο πάτωμα ήταν ένα όπλο, μάλλον 38άρι, κοντά σε μια κλειστή πόρτα. Ο Σέρμαν το μάζεψε, το πέρασε στη ζώνη του, και γύρισε προς την κοπέλα: «Τι έγινε;»
Εκείνη έμεινε να τον κοιτάει με τα μάτια διάπλατα χωρίς να λέει τίποτα.
«Ποιος είναι εκεί μέσα;» είπε ο Σέρμαν.
«Ποιος είναι πού, φίλε;» μπήκε στη μέση ο Αντγουέιν από το διάδρομο.
Ο Σέρμαν πήγε στην κλειστή πόρτα και την άνοιξε. Ήταν ένα μικροσκοπικό μπάνιο, μόνο μια παλιά λεκάνη κι ένας νιπτήρας. Και το Αφεντικό, ο ΛαΦόνσο Πητ, τέζα στο πάτωμα, ξερός σαν ψόφιος αρουραίος. Μυαλά σκορπισμένα στον τοίχο, πίσω από τη λεκάνη, και μια λίμνη αίματος κάτω από το κεφάλι.
«Μα τι διάολο έγινε –Ήταν ο Αντγουέιν, ακριβώς από πίσω του–Παλιοπουτάνα!»
«Ηρέμησε φίλε», είπε ο Σέρμαν.
«Σε ποιον λες να ηρεμήσει ρε μαλάκα; Αυτή η πουτάνα σκότωσε τον δικό μου! Είσαι νεκρή, σκρόφα . Δώσ’ το μου αυτό», είπε στον Σέρμαν δείχνοντας το Γκλοκ.
Ο Σέρμαν δεν είχε καμιά πρόθεση να του το δώσει.
Ο Αντγουέιν του ’ριξε μια διαπεραστική ματιά. «Τότε καθάρισέ την εσύ».
Ήταν ένας μανιασμένος τρελός.
«Μ’ άκουσες αράπη; Μην το παίρνεις χαλαρά. Θες να συνεχίσεις να τσιμπάς το μηνιάτικο; Τότε βγάλ’ τη απ’ τη μέση την πουτάνα, κι εγώ θα ξεφορτωθώ αυτό –έδειξε με τον αντίχειρα το πτώμα του ΛαΦόνσο- κι αύριο θα είναι όλα νορμάλ και κανένας δεν θα μάθει τίποτα, το κέρατό μου».
Ο Σέρμαν κούνησε το κεφάλι. Αυτό δεν ήταν δυνατόν να πετύχει. Επιπλέον, αυτός ήταν αστυνομικός κι εκείνος ήταν φόνος, όσο κι αν ο ΛαΦόνσο ήταν ένα σκουπίδι.
«Ναι, βγάλ’ την απ’ τη μέση –είπε ο Αντγουέιν- έτσι δεν θα πει τίποτα και σε κανέναν για τις δουλειές μας. Κάν’ το αμέσως ή θα βγάλουμε απ’ τη μέση εσένα».
Ο Σέρμαν κοίταξε την κοπέλα με τα εσώρουχα. Χλωμή κι αδύνατη, μα με όμορφο πρόσωπο και με βλέμμα σκοτεινό.
«Εντάξει –είπε στον Αντγουέιν, μετά γύρισε στην κοπέλα. –Πάμε. Ρίξε κάτι πάνω σου».
Μετά από λίγα λεπτά την είχε ανεβάσει στην γερασμένη Oλντσμόμπιλ του. Και τώρα; Ο Αντγουέιν ποτέ δεν θα πίστευε ότι την είχε καθαρίσει χωρίς συγκεκριμένες αποδείξεις. Θα ήθελε να δει το πτώμα.
Ένιωσε πάνω του τη ματιά της κοπέλας ενώ έβγαινε από το πάρκινγκ. Πίστευε κι εκείνη ότι ήταν ένας αράπης μπάσταρδος όπως οι άλλοι, ένας φονιάς;
Πήρε τη Νιου Γιορκ Άβενιου προς το κέντρο. Όταν λίγα λεπτά αργότερα βρίσκονταν στις παρυφές της Τσάιναταουν, ακόμα δεν ήξερε τι να κάνει.
Ένα από τα μαγαζιά που προτιμούσε, το Τσάινα Ντολ, τα σαββατοκύριακα έμενε ανοιχτό μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Έστριψε αριστερά στην Πέμπτη, δεξιά στην Η Στριτ, και πάρκαρε κάτω από έναν στύλο. Κοίταξε την κοπέλα και είδε ένα χλωμό πρόσωπο με τεράστια μάτια. Εντυπωσιακό.
Αναρωτήθηκε πώς ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Αναρωτήθηκε ποια ήταν, από πού ερχόταν, ποια ιστορία κουβαλούσε πίσω της.
Σα να είχε διαβάσει τη σκέψη του, τού είπε: «Εγώ Μαριάννα. Από Μολδαβία». Βαριά ξενική προφορά, αλλά την καταλάβαινες.
«Από Μολ…;»
«Μολδαβία. Χώρα μου.»
Του φαινόταν ότι το είχε ξανακούσει, αλλά πολύ αμυδρά. Ο Σέρμαν αισθάνθηκε ηλίθιος.
«Είναι πρώτη φορά που είσαι στην Ουάσιγκτον- είπε- Την πρωτεύουσα;» Κι αισθάνθηκε ακόμα πιο ηλίθιος.
«Πρωτεύουσα του κόσμου –είπε εκείνη- Αυτό εμείς μαθαίνουμε στο σχολείο. Εμείς μαθαίνουμε αγγλική γλώσσα και πολλά πράγματα για Ηνωμένες Πολιτείες».
«Πώς έφτασες εδώ;»
Εκείνη σήκωσε τους ώμους. «Γιατί ρωτάς; Αυτός είπε εσύ πρέπει με σκοτώσεις. Και λοιπόν;»
«Δεν θέλω να σε σκοτώσω –είπε ο Σέρμαν- Είμαι αστυνομικός, όχι φονιάς».
Καμιά αντίδραση. Ίσως δεν τον πίστευε.
Χωρίς να ξέρει τι άλλο να πει, τη ρώτησε ξανά πώς έφτασε στις ΗΠΑ από… «Από τη Μολδοβία;»
«Μολδαβία».

«Δεν ξέρω ούτε που βρίσκεται», είπε ο Σέρμαν.
«Μακριά. Ξέρεις Ρουμανία; Μετά από αυτή. Μακριά».
Έμειναν εκεί καθισμένοι κάτω από τον στύλο, ενώ του έλεγε την ιστορία της. Του εξήγησε ότι η Μολδαβία ήταν μια πρώην Σοβιετική Δημοκρατία, μια από τις φτωχότερες χώρες στον κόσμο. Είπε ότι στην πρωτεύουσα κάποιοι νοσοκόμοι πιάστηκαν γιατί είχαν τεμαχίσει πτώματα και τα πούλησαν σαν κρέας στην αγορά. Είχε μεγαλώσει σε ένα χωριουδάκι που λεγόταν Ντρόκι, σ’ ένα μικρό σπίτι όπου σπάνια είχαν ρεύμα, με δυο αδερφές και τη μάνα τους, μετά το θάνατο του αλκοολικού πατέρα της. Είχε παρατήσει το σχολείο στα δεκατέσσερα και είχε πάει να δουλέψει σε εργοστάσιο ζάχαρης από τεύτλα. Στα δεκαεφτά της, δυο χρόνια πριν δηλαδή, μια θεία από κοντινό χωριό την είχε πουλήσει: της είχε πει ότι είχε βρεθεί μια ευκαιρία για δουλειά στο εξωτερικό και την είχε πάει σε κάτι που υποτίθεται ότι θα ήταν μια συνέντευξη, μόνο που οι «εργοδότες» ήταν αλβανοί μαφιόζοι που την άρπαξαν μαζί με άλλες κοπέλες και τις πήραν πέρα στη Ρουμανία και μετά στη Σερβία μέχρι τη Μακεδονία, όπου τις κρατούσαν κλειδωμένες σε δωματιάκια στο πίσω μέρος ενός kafane, ενός κλαμπ, που ο Σέρμαν το φαντάστηκε λίγο πολύ παρόμοιο με το Σάνμπιμ, υποχρεώνοντάς τες να εξυπηρετούν τριάντα με σαράντα πελάτες κάθε βραδιά. Ήταν σκλάβες. Μετά από δεκαέξι μήνες την έσωσε κάποιος που την αγόρασε και την παρέδωσε στις αρχές. Οι αρχές τη γύρισαν πίσω στη Μολδαβία. Γύρισε στο σπίτι και ανακάλυψε ότι η αλβανική μαφία όχι μόνο είχε αρπάξει την αδερφή της Ναταλία, αλλά είχε σκοτώσει και τη Λένα τη μικρότερη αδερφή, μάρτυρα της απαγωγής. Η Ναταλία είχε εξαφανιστεί για πάνω από ένα χρόνο. Η μάνα τους είχε λάβει μόνο μια κάρτα όπου η Ναταλία έγραφε ότι την είχαν πάει στην Ιταλία όπου την εξανάγκασαν στην πορνεία.

Ο Σέρμαν προσπαθούσε να χωνέψει όλη τη διήγηση. «Μήπως τελικά δεν ήταν τόσο δύσκολο να μεγαλώνει κανείς στο Μπάρι Φαρμς;»
Εκείνη, η Μαριάννα, είχε πάει στην Αλβανία τον προηγούμενο χρόνο, όπου ζήτησε να πάει στην Ιταλία ως πόρνη: «Ήταν μόνη μου ελπίδα να ξαναβρώ αδερφή μου». Την πούλησαν σε πλειστηριασμό και την έβαλαν σε ένα ταχύπλοο που διέσχισε την Αδριατική μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα μαζί με άλλους παράνομους μετανάστες. Φτάνοντας στην Ιταλία, οι μαφιόζοι πρώτα την πήγαν σε μια όμορφη παραθαλάσσια πόλη με το όνομα Ρίμινι, μετά σε πολλά άλλα μέρη. Κάθε φορά έδειχνε στους γύρω της τη φωτογραφία της Ναταλίας, αλλά κανείς δεν την είχε δει.
Η ζωή ήταν ανελέητη, όπως στη Μακεδονία. Απειλές, ξύλο, βασανιστήρια. Όταν υπήρχε η υποψία ότι κάποια κοπέλα ερχόταν σε επαφή με την αστυνομία, οι μαφιόζοι μάζευαν όλες τις άλλες, έδεναν την «κακιά» σε μια καρέκλα, της τράβαγαν τη γλώσσα με μια πένσα και της την έκοβαν. Η Μαριάννα είχε δει να σκοτώνουν κοπέλες με μόνο σκοπό να τρομοκρατηθούν οι υπόλοιπες. Τρεις κοπέλες είχαν αυτοκτονήσει.
Ο Σέρμαν ίδρωνε, ακούγοντας την ιστορία. Άναψε τη μηχανή κι άνοιξε τον κλιματισμό.
Η Μαριάννα είπε ότι τελικά είχε καταφέρει να βρει την αδερφή της. Οι μαφιόζοι είχαν σκοτώσει μια κοπέλα από τη Νιγηρία και ήταν βέβαιοι ότι η Μαριάννα ήθελε να το εξομολογηθεί σε έναν παπά. Ένα βράδι την τράβηξαν σε μια αποθήκη και την έφεραν μπροστά στη Ναταλία με ένα μαχαίρι στο λαιμό, και τη ρώτησαν αν είχε ακόμα σκοπό να μιλήσει με εκείνον τον παπά.
Για να τις πάρουν μακριά από την Ιταλία και τις αρχές, οι μαφιόζοι τις έβαλαν σε μια πτήση για το Μεξικό. Μετά τις πέρασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις πούλησαν για μια ακόμα φορά. Στο τέλος έφτασαν στην Ουάσινγκτον.
«Τουλάχιστον εμείς μαζί», είπε η Μαριάννα. «Αλλά αυτοί πήγαν εμένα σ’ ένα μέρος, Ναταλία σε άλλο. Δεν ξαναείδα αυτήν. Κάποιες φορές άκουσα να μιλάνε, αλλά δεν ξαναείδα».
Ο Σέρμαν δεν ήξερε τι να πει. Πόσο μάλλον τι να κάνει. Δεν μπορούσε να την πάει σε ένα αστυνομικό τμήμα, αδύνατον να πει ότι είχε επαφές με το ΛαΦόνσο και τους ανθρώπους του. Αν την παρέδινε σε μια οποιαδήποτε αρχή, και πρώτα πρώτα στη μονάδα για το εμπόριο ανθρώπων του FBI, θα σήμαινε ότι πήγαινε γυρεύοντας για μπελάδες: θα έπρεπε να πει πώς την είχε συναντήσει, να εξηγήσει για το Σάνμπιμ. Θα τον έβαζαν αμέσως σε διαθεσιμότητα και μάλλον θα τον πέταγαν τελικά στον δρόμο. Για έναν μπάτσο ήταν παράνομο να δουλεύει οπουδήποτε σέρβιραν αλκοόλ. Ακόμα χειρότερα δε, αν διακινούνταν ναρκωτικά, δούλευαν πόρνες και ό,τι άλλο συνέβαινε στο Σάνμπημ. Αν κάποιος ήθελε να πάρει το ρίσκο, τα μεγάλα κεφάλια της Αστυνομίας ίσως έκαναν τα στραβά μάτια, αλλά αν ξέσπαγε σκάνδαλο ήταν δικός του ο μπελάς.
Κι αυτό ήταν το καλύτερο από τα σενάρια. Θα κατέληγε πολύ πιο άσχημα αν ανακάλυπταν ότι ο ΛαΦόνσο ήταν νεκρός και ο Σέρμαν δεν είχε καταγγείλει τον φόνο.
Μεγαλύτερο όμως πρόβλημα από τις αρχές, αποτελούσε ο Αντγουέιν. Από τη στιγμή που ο Αντγουέιν θα ανακάλυπτε ότι ο Σέρμαν δεν είχε βγει για να την καθαρίσει, μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του τελειωμένο.
Αυτή η κοπέλα. Η Μαριάννα. Από τη Μολδαβία. Με μια ζωή πιο συγκλονιστική από τις ζωές του Σέρμαν, του ΛαΦόνσο, του Αντγουέιν.
«Σ’εκείνο το μέρος αυτοί έκλεισαν εμένα σε δωμάτιο –έλεγε- κι εγώ ήξερα τι πρέπει κάνω. Κάθε μέρα, κάθε νύχτα. Και αυτός ο άντρας… αυτός ο άντρας…».
«Ο ΛαΦόνσο;»
«… και κείνος έρχεται κάθε τόσο και εγώ πρέπει να κάνω γι’ αυτόν. Όλα. Κάποιες φορές αυτός θέλει εκείνο ή το άλλο κι εγώ λέω σ’ αυτόν όχι, κι αυτός χτυπάει εμένα, κάνει κακό σε μένα. Κάποιες φορές εγώ ελπίζω ότι αυτός σκοτώσει εμένα. Εγώ μέσα νεκρή. Μόνο αδερφή μου. Εγώ ζω για αδερφή μου. Το ξέρω κι αυτή ζει για μένα».
Το είπε χωρίς καμιά συγκίνηση. Ήταν τρομακτική, σα να ήταν πράγματι νεκρή μέσα της. Όμως ο Σέρμαν δεν το πίστευε. Εκείνη η κοπέλα θα μπορούσε να σωθεί, μακάρι να ήξερε πώς.
«Τώρα –είπε- είναι οκέι εγώ πεθαίνω. Εσύ σκοτώνεις εμένα, εγώ οκέι».
Ο Σέρμαν δεν καταλάβαινε. «Δεν έχω σκοπό να σε σκοτώσω. Και μόλις τώρα είπες ότι πρέπει να ζήσεις για την αδερφή σου».
«Όχι. Αδερφή μου νεκρή».
«Νεκρή; Είχες πει…».
«Ναι, νεκρή. Ήρθε κοπέλα από άλλο μέρος και είπε εμένα αυτοί σκότωσαν κοπέλα για τίποτα. Εγώ κατάλαβα Ναταλία, μαλλιά της, ουλή σε χέρι που άντρας στην Ιταλία έκαψε αυτήν με τσιγάρο. Ναι. Και τώρα εγώ γιατί ζω; Αυτοί σκοτώνει εμένα; Οκέι. Εσύ σκοτώνει εμένα; Οκέι».
Χριστέ μου.
«Δεν θέλω να σε σκοτώσω –είπε ο Σέρμαν.- Ας μπούμε στο εστιατόριο να προσπαθήσουμε να βρούμε τι θα κάνουμε με σένα. Μπορείς να φας και κάτι, αν θέλεις.»
«Όχι τρώει. Όχι».
Δεν πεινούσε ούτε ο Σέρμαν. Μπήκαν στο Τσάινα Ντολ κι η Λέι-γινγκ, η νυχτερινή σερβιτόρα, τους σέρβιρε τσάι. Η Μαριάννα ούτε που το κατάλαβε.
«Λοιπόν» είπε ο Σέρμαν στο τέλος. Έπρεπε οπωσδήποτε ν’ ακούσει τα υπόλοιπα.
«Ναι. –Αυτή κοίταξε τον τοίχο-καθρέφτη. –Γι’ αυτό εγώ πυροβόλησα αυτόν. Πολλές φορές… Μακεδονία, Ιταλία, Αμερική… εγώ ονειρεύτηκα είχα όπλο, αλλά όχι, εγώ μπορούσα τίποτα».
«Αλλά απόψε βρήκες ένα».
«Ναι. Αυτός ήρθε και έκανε πάλι κακό σε μένα. Μεθυσμένος ή ναρκωτικά. Αυτός μετά έκλεισε μάτια και εγώ σκέφτηκα αυτός κοιμάται. Εγώ πήγα στο μπάνιο. Γύρισα, έβαλα πόδι μου σε ρούχα του σε πάτωμα. Ένιωσα σκληρό. Όταν εγώ γύρισα κρεβάτι αυτός ξύπνιος και πήγε στο μπάνιο, έκλεισε πόρτα».
Ο Σέρμαν φαντάστηκε τον ΛαΦόνσο καθισμένο στη λεκάνη με όλη τη μαγκιά του.
Η Μαριάννα κοίταξε τα χέρια της που έτρεμαν στο τραπέζι. «Όλα γρήγορα. Εγώ άγγιξα σκληρό πράγμα κάτω από ρούχα. Ένα πιστόλι, που πολλές φορές ονειρεύτηκα. Αυτός ο άντρας μπορεί όχι σκότωσε αδερφή μου, μπορεί και ναι. Εγώ ξέρω ότι αυτός ίδιος με όλους εκείνους άντρες παντού. Εγώ πήρα πιστόλι, άνοιξα πόρτα, πυροβόλησα. Μετά σκέφτηκα σκοτώσω εμένα, αλλά μετά…όχι».
Κοίταξε ξανά τον τοίχο-καθρέφτη. Ο Σέρμαν αναρωτήθηκε αν έβλεπε το είδωλό της, ή έβλεπε εκείνο που είχε στο μυαλό της: ο ΛαΦόνσο που έπεφτε από τη λεκάνη, ο τοίχος πίσω του γεμάτος αίματα. Οι άλλοι αναρίθμητοι κακοί άνθρωποι. Η αδερφή που δολοφονήθηκε πριν από λίγο. Η μικρή αδελφή που σκοτώθηκε στη Μολδαβία. Μόνο ο Θεός μπορούσε να το ξέρει.
Δεν ήξερε ακόμα τι να κάνει. Ήταν με το μέρος της, καταλάβαινε γιατί το έκανε, αλλά η ουσία της υπόθεσης ήταν ότι είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο και αυτός, ο Σέρμαν Μπράουν, ήταν αστυνομικός.
Θα μπορούσε βέβαια να τη γλιτώσει. Δεν υπήρχαν μάρτυρες, κι ένας καλός δικηγόρος θα μπορούσε να την απαλλάξει για νόμιμη άμυνα. Μετά οι αρχές θα μπορούσαν να την ξαναστείλουν στη Μολδαβία.
Αυτός, ήταν προφανές, την είχε πατήσει. Όχι μόνο διωγμένος από την Αστυνομία, αλλά τελειωμένος μόλις ο Αντγουέιν έπαιρνε είδηση ότι δεν την είχε σκοτώσει.
Κι όμως… «Θέλω να σε βοηθήσω», είπε.
«Όχι. Αδερφή μου νεκρή, μάνα μου δεν περιμένει να γυρίσω…».
«Αλλά μπορείς να γυρίσεις».
Εκείνη τράβηξε το βλέμμα, τα μάτια της καρφώθηκαν στην Η Στριτ. Ο Σέρμαν αναρωτιόταν τι εντύπωση της έκανε αυτό το ξένο μέρος. Σκεφτόταν τι επίδραση θα είχε πάνω του η πρωτεύουσα της Μολδαβίας, εκεί που οι άνθρωποι πουλούσαν ανθρώπινο κρέας στην αγορά.

«Θυμάμαι πρώτη νύχτα εδώ –είπε εκείνη. – Άντρες έβαλαν εμένα σε αυτοκίνητο και είδα Μνημείο Ουάσινγκτον. Είχα δει σε βιβλίο μικρή. Τώρα εγώ εδώ. Χώρα ελευθερίας. Βλέπω κόσμο στον δρόμο και εγώ θέλω να φωνάξω, ζητήσω βοήθεια. ‘Σώστε με! Αυτό δεν πρέπει συμβαίνει στην Αμερική, στην Ουάσινγκτον, στην πρωτεύουσα του κόσμου!’ Αλλά εγώ δεν μπορώ να φωνάξω. Κανείς έξω δεν ακούει εμένα. Είμαι όπως κάτω από νερό, καταλαβαίνεις;»
Ο Σέρμαν καταλάβαινε. Κάτω από το νερό, να προσπαθείς να κάνεις να σε καταλάβουν και να μην τα καταφέρνεις. Θυμόταν πως ένιωθε μικρός όταν περνούσε από τις πλούσιες συνοικίες της Ουάσινγκτον. Κόσμος που ούτε καν τον έβλεπε, ένας μαύρος πιτσιρίκος από το Μπάρι Φαρμς, κι αν τον έβλεπε δεν τον άκουγε, ακόμα κι αν έβρισκε το κουράγιο να μιλήσει. Και σίγουρα δεν το έβρισκε. Ακόμα και έφηβος, όταν ήταν ένα μαγκάκι από το Μπάρι Φαρμς, δεν απεύθυνε ποτέ τον λόγο στον κόσμο της Ουάσινγκτον που έβλεπε κάποιος στην τηλεόραση. Έφτανε μόνο να σε προσέξουν, κι αμέσως σε κοιτούσαν σα να μην έβλεπαν την ώρα να φωνάξουν την αστυνομία.
Ξαναήρθε η Λέι-γινγκ, πεθαμένη στην κούραση. «Συγγνώμη κύλιε Σέλμαν, Πλέπει να κλείσουμε».
Ο Σέρμαν άπλωσε το χέρι στη Μαριάννα. «Πάμε.»
Δεν είχε ιδέα πού να πάνε. Ούτε τι να κάνει. Περίμενε τη Φελίς να τηλεφωνήσει από τη μια στιγμή στην άλλη, μόλις θα ξυπνούσε για να πάει στο μπάνιο και καταλάβαινε ότι δεν ήταν στο σπίτι. «Είναι τέσσερις το πρωί. Τι κάνεις;»
Σκέφτηκε τη Φελίς, τη μικρή Τσέρι, τα δίδυμα που έφταναν. Την καριέρα του, τον τρόπο να βγάζει το μεροκάματο. Ό,τι κι αν έκανε, ό,τι κι αν δεν έκανε, ήταν σε τεράστιο κίνδυνο.
Ήταν στο πεζοδρόμιο της Η Στριτ, πηγαίνοντας προς την Ολντσμόμπιλ, όταν χτύπησε το κινητό του. Το νούμερο στην οθόνη ήταν του Αντγουέιν.
«Αστυφύλακας Μπράουν».
«Αστυφύλακας. Σκατά. Πού είσαι, αστυφύλακα;»
«Είμαι εδώ. Με χρειάζεσαι;»
«Θέλω να ξέρω τι κάνεις. Που είν’ η πουτάνα;»
«Εσύ τι λες; -είπε ο Σέρμαν- Τελείωσε. Με κατάλαβες;»
«Όχι, δεν καταλαβαίνω. Γιατί να καταλαβαίνω; Να μου το πεις εσύ».
«Τελείωσε. Πίστεψέ με».
«Να σε πιστέψω; Γιατί όχι, μικρέ». Ο Σέρμαν τον άκουσε να γελάει.
«Άκου…»
Ήταν τότε που η κοπέλα τού ξεγλίστρησε από το πεζοδρόμιο, και τινάχτηκε προς μια Λέξους που έφτανε με όλη της την ταχύτητα, με οδηγό μάλλον κάποιον που στις τέσσερις το πρωί θα ήταν πίτα στο μεθύσι. Ο οδηγός δεν είχε χρόνο ούτε να κόψει ταχύτητα. Ο Σέρμαν άκουσε τον ήχο από τον γδούπο μιας σύγκρουσης, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν το στρίγγλισμα των φρένων.

Εκείνη πέταξε πάνω από το καπώ, χτύπησε στο παρμπρίζ ξαναπέφτοντας στη διαχωριστική γραμμή στο αντίθετο ρεύμα.
Την ίδια ώρα που έτρεχε προς το μέρος της ο Σέρμαν κοιτούσε γύρω του και αναρωτιόταν τι να κάνει. Να κοιτάξει να φυλάξει τον κώλο του; Να πει ότι δεν την είχε ξαναδεί στη ζωή του, ότι πετάχτηκε από το πουθενά;
Το αίμα έτρεχε από το στόμα της, το χλωμό της πρόσωπο είχε παραμορφωθεί από την άσφαλτο. Αδύνατον να ήταν ζωντανή.
Δεν είχε θελήσει να επιζήσει. Γι’ αυτό καμιά σημασία δεν είχε τι θα έλεγε εκείνος.
Γονάτισε δίπλα της. Δίπλα στη Μαριάννα από τη Μολδαβία, εκεί στην πρωτεύουσα του κόσμου.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Πρωτεύουσα του κόσμου – Διήγημα του Jim Patton

  1. Ο/Η Αλεξάνδρα λέει:

    Συγχαρητήρια για την επιλογή και τη μετάφραση, μακάρι να ταξιδέψει όπως του αξίζει …

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s