Καφενείο

Δυο φίλοι.

Συναντιούνται καλοκαιριάτικα στην Αθήνα.

Ο ένας με παλιό μηχανάκι, ο άλλος πεζός.

Ο πεζός κουβαλάει βαλίτσα.

Ο άλλος τσάντα στον ώμο με χαρτιά και παλιές εφημερίδες.

Αγκαλιάζονται και φιλιούνται.

Ώρα 2μ.μ. με  3 μ.μ.

Ηλικία 35 με 45.

Ουδέτερο και λιγάκι ξεπερασμένο ντύσιμο.

Ντάλα μεσημέρι και με καύσωνα.

Σε  δυτικές -”υποβαθμισμένες’- συνοικίες.

Kαφενείο με ελάχιστη σκιά στις γωνιές του δρόμου.

Λεωφορεία και θορυβώδη μηχανάκια.

Πολυδιαβασμένες αθλητικές εφημερίδες αφημένες στο τραπέζι.

Μεγάλος σε ηλικία καφετζής που βαριέται, συμπληρώνοντας ΠΡΟ ΠΟ ή ΛΟΤΤΟ. Και ραδιόφωνο στο βάθος σε συνοικιακό σταθμό, που παίζει διαφημίσεις και σουξέ.

Πίνουν Amstel “έτσι μ’ αρέσει”.

Χωρίς μεζέ.

Καπνίζουν, δεν πολυμιλάνε και κοιτούν τους περαστικούς.

Μεσήλικες με ψώνια και εφημερίδα στο χέρι, βιαστικοί για το μεσημεριανό τραπέζι.

Ένας μαύρος με τεράστια τσάντα που πουλάει τα πάντα, από ρολόγια μέχρι t-shirt, από προφυλακτικά μέχρι τρανζίστορ.

Η γειτόνισσα φοιτήτρια με μαύρα γυαλιά , τρέχοντας χέρι χέρι με τον καινούργιο γκόμενο.

Μισότρελη γριά, βγάζει το σκύλο βόλτα μες στην κάψα και ψάχνει τους πάντες και τα πάντα με το μάτι.

Οι εφημερίδες κρέμονται -ήδη παλιές και κουρασμένες- στο περίπτερο.

O γιός του περιπτερά που χασμουριέται.

Οι πάντες κουρασμένοι από τη ζέστη.

Οι κουβέντες τους ξεστρατίζουν σιγά σιγά και λιγοστεύουν, ακόμα περισσότερο, καθώς αραδιάζονται οι μπίρες στο τραπέζι τους.

Αρχίζουν να έρχονται θαμώνες συνταξιούχοι,  φρεσκοξυρισμένοι, με σιδερωμένα πουκάμισα, μπαφιασμένοι μετά το λιγοστό μεσημεριάτικο ύπνο τους. Φτιάχνονται ελληνικοί καφέδες  και σερβίρονται.

Ανοίγουν τα πρώτα τάβλια σιγά και δειλά.

Ο καφετζής μοιάζει να ξυπνάει.

Η ώρα πιάνει να γλυκαίνει.

Ο ήλιος δείχνει να μην καίει τόσο.

Το φως αλλάζει.

Άλλος κόσμος βγαίνει στους δρόμους.

Άχαροι έφηβοι που πάνε στο φροντιστήριο.

Άλλοι πιτσιρικάδες (αγόρια και κορίτσια) που βγήκανε βόλτα παρέες παρέες . 40άρες ταλαιπωρημένες αλλά “παλαιές” συνοικιακές καλλονές που βγαίνουν να ψωνίσουν ρούχα με τις φιλενάδες τους.

Καλησπερίζουν και φεύγουν.

Στην απέναντι παιδική χαρά αρχίζουν να ρίχνουν τις μπάλες στα καλάθια

Εργατικοί που έρχονται να πιούνε καφέ και ούζο με την παρέα

Τα τάβλια αυτοσχεδιάζουν και δίνουν τα ρέστα τους.

Συνηθισμένα καλαμπούρια και δυνατά γέλια.

Οι δικοί μας έχουν εξαφανιστεί στη νέα κατάσταση.

Η τηλεόραση ανάβει και ακούγονται στη διαπασών  διαφημίσεις για τα νέα των  “8”

Απειλητικές φωνές εξαγγέλλουν τον όλεθρο.

Την επερχόμενη καταστροφή.

Ένας ασπρομάλλης με γυαλιά και στρουφνισμένο στόμα διαρκώς κουνάει το δάχτυλο και μας κατακεραυνώνει.

Ένας γουρλομάτης με γυαλιά διαρκώς απορεί.

Ο καφετζής κλείνει την τηλεόραση.

Βραδιάζει.

Οι δύο σηκώνονται και αφήνουν λεφτά στο τραπέζι.

Χωρίζουν χαμογελώντας κουρασμένα.

Ο ένας πάει στο μηχανάκι του που δεν παίρνει με την πρώτη.

Βλαστημάει και φεύγει.

Ο άλλος αγοράζει τσιγάρα.

Ανάβει ένα, σηκώνει τη βαλίτσα και πάει προς τη στάση του λεωφορείου. Ανάβουν τα φώτα.-

 Γραμμένο χρόνια πριν, καλοκαίρι, ταιριάζει 

παράξενα σε χειμώνα.

copyright K.Z. 2011

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s