Ιστορία μιας φασολάδας

Δύστροπος με το φαγητό, σαν παιδί, απ’ ό, τι θυμάμαι κι απ’ ό, τι μου λένε δεν ήμουν. Εντάξει είχα τα αγαπημένα μου και τα καλύτερά μου, αλλά λίγο πολύ όλα τα έτρωγα. Ακόμα κι εκείνα που δε μου πολυαρέσανε, τα κατέβαζα συνήθως συνοδευμένα από κάτι άλλο από δίπλα. Δίπλα στις φακές καμιά τηγανητή πατάτα, δίπλα στις αγκινάρες κανένα αυγό.

Θυμάμαι και τις συμβουλές «φάε σπανάκι και φακές γιατί έχουν σίδερο» (άλλη παιδική απορία πως στην ευχή τρώμε σίδερα;), «τα ψάρια κάνουν καλό στα μάτια» (γι’ αυτό μάλλον λέμε ‘φάτε μάτια ψάρια’). Α… και τις παραινέσεις της γιαγιάς μου, όταν το φαΐ δεν ήταν του γούστου μου «φάτο χωρίς ψωμί…», λες και το ψωμάκι ήταν το πρόβλημα.

Με τα φασόλια όμως είχα θέμα. Καθόλου δεν τα μπορούσα. Και καλά το καλοκαίρι με τα πράσινα φασολάκια τα λαδερά κάτι γινότανε. Με την παραδοσιακή, ένδοξη «φασολάδα-που-τρώει-όλη-η-Ελλάδα» όμως οι σχέσεις μας ήταν στο σημείο μηδέν. Κι ήταν βλέπεις μέρος σημαντικό του οικογενειακού μας διατροφολογίου. Τετάρτη ή Παρασκευή πιάτο απαραίτητο. Και δεν καταλάβαινα καθόλου τους μεγάλους που τη λιμπίζονταν. «Να είχαμε τώρα μια φασουλάδα!…». Αυτό μάλιστα το «φαΣουλάδα» μου την έδινε για τα καλά. Αλλά είπαμε περιθώρια παρεκκλίσεων δεν υπήρχαν και πολλά, με κάτι από δίπλα συνοδευτικό πήγαιναν κάτω και τα φασόλια.

 

Δεν ξέρω γιατί εκείνο το μεσημέρι Τετάρτης, η κόκκινη φασολάδα, με τα σέλινα και τα καρότα της ήταν εντελώς μονάχη της στο τραπέζι. Μάλλον τυχαίο ήταν αλλά… Ούτε προσφάι, ούτε τίποτα συνοδευτικό. Στραβομουτσούνιασα, κι αποφάσισα να κάνω την επανάστασή μου. Αρνήθηκα να τη φάω. Είπα δε μ’ αρέσει, είπα θέλω αυγά με πατάτες, είπα και τι δεν είπα, ότι μου ερχόταν στο μυαλό…

Έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος της φασολάδας. Η μάνα μου, προς έκπληξή μου, στάθηκε ανένδοτη. «Ή τα φασόλια ή νηστικός» ήταν η απάντηση. Κι εγώ που είχα σηκώσει τα λάβαρα της εξέγερσης, απάντησα νευριασμένα «τίποτα δε θέλω» και κλείστηκα στο δωμάτιο μου. Σιγά το πράγμα, είχα σκεφτεί, μέχρι το βράδι θα της έχει περάσει και θ’ αλλάξουμε βιολί.

Το βράδι, όταν ετοιμαζόμασταν για το βραδινό τραπέζι, είδα με αποστροφή, το ίδιο πιάτο με τα φασόλια να εμφανίζεται μπροστά μου. Το πράγμα χόντραινε. Αλλά το ίδιο και η ισχυρή και αμετάκλητη απόφασή μου. Θα μου πέρναγε, που θα πάει… κοιμήθηκα νηστικός.

Τις επόμενες μέρες η ιστορία συνεχίστηκε. Χωρίς καβγάδες και φασαρίες. Με παίκτες αποφασισμένους, σιωπηλούς και σταθερούς. Εντάξει ας μη νομισθεί ότι λιμοκτονούσα. Το πρωινό μου το έτρωγα κανονικά, ήταν εκτός του εκβιασμού της φασολάδας. Και με το τάλιρο, το χαρτζιλίκι, έπαιρνα κουλούρι στα διαλείμματα του σχολείου. Το μεσημέρι όμως  είχαμε την έναρξη των εχθροπραξιών. Το ίδιο βαθύ πιάτο με τα αποτρόπαια φασόλια, με περίμενε στο στρωμένο τραπέζι. Το βράδι το ίδιο. Ανένδοτος αγώνας.

Μάλιστα, μου είχαν σοφά κοπεί και οι άλλες πηγές ανεφοδιασμού. Η παρακείμενη οικία της γιαγιάς μου, άλλοτε ανεξάντλητη σε εδέσματα, ψωμάκι με λαδορίγανη, αυγά στο μικρό τηγάνι και άλλα τερψιλαρύγγια, είχε στερέψει. Προφανώς είχαν δοθεί οι σχετικές αυστηρές οδηγίες. Ένα απόγευμα η αγαθή γερόντισσα, είχε προσπαθήσει να με φέρει στο φιλότιμο. «Είναι ντροπή να υπάρχουν παιδάκια που πεινάνε κι εσύ να μην τρως το φαγάκι που σου δίνουν…». Έβραζα κι από μέσα μου πολύ τα είχα μισήσει τα πεινασμένα παιδάκια. Κι επειδή πεινάνε αυτά έπρεπε εγώ να φάω τα φασόλια; Καθόλου αλτρουιστής και αλληλέγγυος δεν ήμουν….

Από το μεσημέρι και μετά, γιατί από τότε άρχιζε η αναμέτρηση, το μόνο που έβαζα στη ζούλα στην τσέπη ήταν κάτι μικρά μανταρινάκια. Τα έτρωγα στα κρυφά και πέταγα τα φλούδια στον κήπο. Στο ψυγείο δεν πλησίαζα, είχαμε κι ένα φιλότιμο, μη δείξουμε ότι λυγίζουμε. Και σε μια αποφασιστική έξοδο των πολιορκημένων, είχα καβαντζώσει κάτι σοκολατάκια από τη φοντανιέρα του σαλονιού. Μικρή νίκη, αλλά με νόημα.

Όμως η μάνα μου, αμετακίνητη, ήξερε όπως πολλοί σοφοί στρατηγοί, ότι και οι πιο ηρωικοί πολιορκημένοι και τα πιο ισχυρά φρούρια λυγίζουν από την πείνα. Και περίμενε υπομονετικά…

Πέρασε η αποφράς Τετάρτη, η Πέμπτη κι η Παρασκευή. Ήρθε το Σάββατο. Τότε (Τετάρτη Δημοτικού ήμουν) είχαμε και τα Σάββατα σχολείο. Με τη μεσημβρινή επιστροφή, ένιωσα τον αέρα της αλλαγής, τον άνεμο του θριάμβου. Τη μυρωδιά του ψητού που γέμιζε το σπίτι. Πέταξα όπως όπως τη σάκα με τα βιβλία (ναι, τότε είχαμε και βιβλία στο σχολείο), έπλυνα βιαστικά  τα χέρια μου, κι εμφανίστηκα θριαμβευτής στην κουζίνα.

 

Τα μπιφτεκάκια ήταν ζουμερά, ευωδιαστά και λαχταριστά, ξαπλωμένα νωχελικά στην πιατέλα τους. Είχαν ψηθεί στη στρογγυλή ηλεκτρική ψηστιέρα που χρησιμοποιούσαμε τότε, πριν αποκτήσουμε  φούρνο. Δίπλα τους ένα βουνό τραγανές και ροδισμένες τηγανητές πατάτες. Φαντάζομαι ότι θα χαμογέλασα θριαμβευτικά καθώς πλησίαζα στο τραπέζι. Τότε…

Τότε ανάμεσα στην αφεντιά μου και στο τρόπαιο του υποτιθέμενου θριάμβου μου, εμφανίστηκε, ως να μην είχε φύγει ποτέ το ακατονόμαστο βαθύ πιάτο, γεμάτο ως απάνω  με τη φαΣΟΥλάδα. Κατέθεσα τα όπλα. Θα υπέγραφα εκείνη τη στιγμή συνθηκολόγηση, άνευ όρων παράδοση και δήλωση μετανοίας.

Έκατσα βιαστικά  κι άρχισα να μπουκώνομαι τα φασόλια. Χωρίς ψωμί. Σε τρεις τέσσερις κουταλιές η θριαμβεύτρια μου πήρε μεγαλόθυμα το πιάτο και μου έκλεισε το μάτι.

Ουαί τοις ηττημένοις.

Τι ρωτήσατε; Αν την τρώω από τότε τη φασουλάδα;  Άλλη ερώτηση….

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

8 Responses to Ιστορία μιας φασολάδας

  1. Ο/Η Σοφία λέει:

    Πολύ με ενθουσιάζει που ένα πολύ καθημερινό περιστατικό , που κάποια στιγμή λίγο ή πολύ το βιώσαμε σχεδόν όταν είμασταν παιδιά, το μετατρέπεις σε ένα ευχάριστο και απολαυστικό κείμενο.

  2. Έξοχο!!!! Μάλλον το ζήσαμε εκ παραλλήλου, μόνο που η δική μου υποχωρούσε. Ωστόσο, τα εκτίμησα αφάνταστα στο στρατό. Μετά τις 4 μέρες συνεχόμενο κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο, η φαΣολάδα και το σπανακόρυζο ήταν σπάνια εδέσματα!

  3. Ο/Η Το Φαούδι λέει:

    Έχετε την απόλυτη κατανόηση και συμπαράσταση μου στο θέμα αυτό και τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς. Ούτε εγώ τα πήγαινα ποτέ καλά με το συγκεκριμένο φαγητό και μετά από πολλούς κόπους είχα συνθηκολογήσει με τη μαμά μου… Συμφώνησα να τρώω μία κουτάλα της σούπας…

    Το τραγικό.. η μαμά μου δεν τρώει τη φασολάδα…

  4. Ο/Η glarenia λέει:

    Χαχαχα…
    Εγώ προσποιούμουν πως τρώω και όταν η μαμα έβγαινε στον κήπο άδειαζα το πάτο στην κατσαρόλα
    Αμ δε… το καταλάβαινε από τη στάθμη, προφανώς, του φαγητού αλλά και την ταχύτητα που υποτίθεται πως είχα φάει τη φασολάδα
    Ουαί τοις πονηροίς… Μου ξαναγέμιζε το πιάτο.

    Σήμερα είναι από τα φαγητά που δε λείπει μια φορά την εβδομάδα από το τραπέζι. Πολύ μου αρέσει να είναι χυλωμένη. ΄Αλλη γεύση,,,
    :-))))

    Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

  5. Παράθεμα: demo2 | Lesvosnews.net

  6. Ο/Η ippoliti λέει:

    Εγώ πάλι τα είχα με το γάλα και το γιαούρτι. Τι μαρτύριο ήταν αυτό. Και το πρωινό με το γάλα, όλο και κάτι κατάφερνα (να ρίξω το μισό στο νεροχύτη…), εκείνο το απογευματινό γιαούρτι όμως…ήταν η ταλαιπωρία, το μαρτύριο. Δεν με άφηνε να βγώ να παίξω εάν δεν έτρωγα το γιαούρτι.
    Τι γλυκειά ιστορία και τι όμορφες μνήμες που ανέσυρες
    Καλό βράδυ

  7. Ο/Η new-girl-on-the-blog λέει:

    Τα όσπρια ίσως να είναι τα μόνα φαγώσιμα που δεν κάνω καθόλου κέφι (σχεδόν…απεχθάνομαι!)..θαυμάσιο κείμενο, καλώς σας βρήκα (ας είναι καλά ο Τσαλαπετεινός)!
    🙂

  8. Ο/Η redkangaroo λέει:

    Καλωσορίζουμε τους καινούργιους φίλους και φίλες στη γειτονιά του Ερυθρού Καγκουρώ… να περνάτε, να σας βλέπουμε. 🙂
    Είδατε τι κάνει τελικά μια φασολάδα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s