Η διήγηση του Τζίμη Ζ. (1928-2009)

Το παρακάτω αυτοβιογραφικό κείμενο μου το εμπιστεύθηκε χειρόγραφα ο Τζίμης (Δημήτρης) Ζ. Δεν το πείραξα καθόλου. Τελειώνει απότομα γιατί δεν προλάβαμε να το κουβεντιάσουμε και να το ολοκληρώσουμε. Μας πρόλαβαν άλλα… Έχει όμως νομίζω την αξία του, ως μέρος της μαρτυρίας ανθρώπων, που δεν έγιναν «επώνυμοι».  Κι ακόμα ως μια συμβολή στην προσπάθεια απέναντι στη λήθη… Είναι κι οι μέρες δύσκολες άλλωστε. Γι’ αυτό το έβγαλα από το συρτάρι μου και το μοιράζομαι.

 Ένα μέρος από τη ζωή μου

 Εγεννήθηκα το 1928 στο Βροντάδο. Γονείς μου ήταν Κώστας και Αγγελική. Σχολείο Δημοτικό Αγ. Γεωργίου Βροντάδου. Παιχνίδια μια μπάλα από κουρέλια και ξυπόλητοι.

Στο 1940, πριν τον πόλεμο, κατεβήκαμε στη Χίο στο Φρούριο.

Τότε έγινε επιστράτευση στην Ήπειρο, επήραν τον πατέρα μου στρατιώτη, λόγω που ήταν Ηπειρώτης, από τα σύνορα. Παρόλο που ήμασταν πολύτεκνη οικογένεια. 7 παιδιά, 3 αγόρια και 4 κορίτσια.

Μετά από λίγο διάστημα εκηρύχθηκε ο πόλεμος. Πως ζήσαμε ο Θεός ξέρει. Με συσσίτια και από το στρατό που μας έβγαζαν μερίδες που τους είχε δώσει εντολή ο Διοικητής Λαμπράκης, γνωστός του πατέρα μου, ήταν από την Ήπειρο.

Εγώ ήμουν τότε 12 χρονών, έκανα ότι μπορούσα για να βγάλω κανένα φράγκο για την οικογένεια μας. Επουλούσα βιβλιαράκια των Αγίων, τότε όλοι τα αγόραζαν, καθώς και ποιήματα όπως του Αγγουλέ κ.λ.π.

Επήγαινα στην Πρόοδο και πουλούσα καμιά εφημερίδα, και ότι άλλο μπορούσα, για να βγάλω κανένα φράγκο.

Μετά ήλθαν οι Γερμανοί, άρχισε η μεγάλη πείνα, πηγαίναμε στα χωριά και πουλούσαμε ότι είχαμε.

Τότε ήλθε ο πατέρας μου και άρχισε για να βρει δουλειά. Ήταν αργυραμοιβός. Συνεργαζόνταν με τον Πολύκαρπο Αγγελίδη, με τον Χαράλαμπο Χρυσοχόο, Νίκο Χαβιάρα και λοιπούς. Έκαναν αγοραπωλησίες διαφόρων χρυσών και αργυρών αντικειμένων.

Κάποια μέρα τον έπιασαν οι Γερμανοί και του πήραν το βαλιτσάκι με τα χρυσά. Και άρχισε η καταστροφή.

Τότε καθίσαμε στη Λίμνη στο σπίτι του Σταυρινουδάκη.

Τότε έπιασαν το θείο μου Σταμάτη Πεντάκη που είχε κόψει τα τηλεφωνικά καλώδια και τον έκλεισαν στο στρατόπεδο που ήταν στο Σχολείο της Ευαγγελίστριας. Εγώ κάθε μεσημέρι του πήγαινα φαγητό, οπότε μια μέρα μου λέει ο πατέρας μου, μην ανοίξεις την καστανιά. Εγώ πονηρεύτηκα, ποτέ δε μου είχαν πει κάτι τέτοιο. Όταν πήγα το φαγητό ο σκοπός μου έγνεψε να μην πάω κοντά γιατί είχαν έλεγχο.

Εγώ πήγα εκεί που είναι το Μουσείο, ήταν δασάκι, κάθισα και περίμενα να δω το τζιπ να φεύγει. Σ’ αυτό το διάστημα άνοιξα την καστανιά ήταν 4 μπωλ. Στο πρώτο ψωμί, στο δεύτερο ψάρια, στο τρίτο χόρτα, στο τέταρτο μια πετσέτα τυλιγμένη κι ένα μικρό πιστόλι. Εγώ δε δείλιασα κι όταν έφυγε ο αξιωματικός έδωσα την καστανιά κι έφυγα.

Ο πατέρας μου ανησύχησε και ερχόταν να δει  μήπως συμβαίνει τίποτα. Όταν με είδε μου λέει γιατί άργησα, δεν του είπα τίποτα για το πιστόλι με είδε ήρεμο.

Την άλλη μέρα είχε γίνει κάποια απόδραση από το στρατόπεδο.

Εγώ συνέχισα να πηγαίνω το φαγητό, έως την ημέρα που τουφέκισαν το θείο μου μαζί με τους Καμίτσηδες.

 

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί ερχόταν τα παιδιά από τη Μέση Ανατολή, άρχισαν διάφορες οργανώσεις Νέων και επήγα στην ΕΠΟΝ, από τότε μου άρεσαν τα πολιτικά. Όταν έγιναν οι πρώτες εκλογές με τον Πλαστήρα, την ΕΠΕΚ Πλαστήρας, Ζορμπάς, Πασσάδης επήγαινα σε κάθε ομιλία.

Όταν βγήκε ο Ζορμπάς ήμουνα στο γραφείο της ΕΠΕΚ μαζί με το Βασίλη Μωραϊτη, εμάζευα τις συνδρομές του κόμματος μέχρι το 1951 οπότε με πήρε ο Χαρακιάδης στο Τυπογραφείο και πήγαινε εκείνος λίγες ώρες στο γραφείο του Ζορμπά.

Ιανουάριος 1951 στο Τυπογραφείο, μέχρι τον Οκτώβριο του 2000. 50 χρόνια τυπογράφος στο ίδιο μέρος.

Τυπώναμε την Πρωία, τη Νέα Χίο και διάφορα έντυπα, βιβλία, μπλοκ και γενικά όλα τα τυπογραφικά.

Όταν ήταν προεκλογικός αγώνας όλοι οι υποψήφιοι περνούσαν από εκεί και από όλες τις παρατάξεις. Όταν ερχόταν ο Δεσποτόπουλος όλο το τετράγωνο το φύλαγαν χωροφύλακες.

Πολλές φορές ερχόταν την ίδια ώρα διπλοί υποψήφιοι. Εγώ στεκόμουν στην πόρτα και άλλους έπαιρνα στο εργαστήριο και άλλους έστελνα στο καφενείο Κέντρο και φεύγοντας ο ένας ειδοποιούσα τον επόμενο.

Μια φορά είχε έρθει ο Λεμός τελευταία μέρα μετά την ομιλία, Παρασκευή βράδι, σε λίγο ο Ζορμπάς, μετά ο Μαυριδόγλου, από τρία κόμματα. Όλοι θέλαν να τυπώσουν την ομιλία τους. Ο Λεμός ήταν στο γραφείο, ο Ζορμπάς στο εργαστήριο, ο Μαυριδόγλου στο Κέντρο. Στις 11 μ.μ. όλοι ήταν στο Εξοχικό Κέντρο Κασσαπάκη μαζί και ο Χαρακιάδης, εμείς ξενυχτήσαμε για να τυπώσουμε τις ομιλίες τους.

Το 1947 επήγα στη Φιλαρμονική μέχρι το 1978 με κάποια παρεξήγηση με τον τότε δήμαρχο Καζάκο έφυγα, είχα πολύ καιρό κι αυτό συνέβαλλε να παραιτηθώ.

Στο στρατό δεν υπηρέτησα λόγω προστασίας, ήμασταν τότε 6 παιδιά και έτσι εξαγόρασα το στρατιωτικό.

 Στο Τυπογραφείο άρχισα από τη διανομή της «Πρωϊας» και σιγά σιγά στο καλλιτεχνικό. Ετυπώσαμε αρκετά βιβλία του τότε Δεσπότη Παντελεήμονα, του Πιτίδη, του Φ., μαθηματικών, μαθητών του σχολείου, της κ. Κουφοδόντη, του Διαμαντίδη και άλλων.

R.I.P

Τζιμάκη

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to Η διήγηση του Τζίμη Ζ. (1928-2009)

  1. Η καστανιά, τι είναι; Φαντάζομαι δηλαδή, κάτι σαν σεντουκάκι, αλλά πρώτη φορά βλέπω τη λέξη μ’ αυτή τη σημασία. Μήπως ήταν καστάνια; (που νομίζω είναι ένα είδος κλειδωνιάς)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s