Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον – Διήγημα

Κοίταξε το ξυπνητήρι που φωσφόριζε, τσίριζε και πρασίνιζε, δείχνοντας 06.00.

Άνοιξε τα μάτια της αργά. Κούνησε το χέρι προς την πλευρά του Μάριου. Το κρεβάτι ήταν άδειο. Ύστερα θυμήθηκε, σήμερα ήταν από τις σπάνιες μέρες που ο Μάριος δούλευε. Είχε δουλειά δηλαδή.

Είχε φύγει αξημέρωτα, πέντε παρά, για να είναι έξι παρά απίκου στο γκαράζ της Εταιρείας.

Από τον καιρό που ο Μάριος, μετά από κάποιους μήνες εφεδρείας, απολύθηκε οριστικά, ως μειωμένων προσόντων -τι προσόντα; οδηγός ήταν ο άνθρωπος-, από τον οργανισμό που δούλευε, έκανε περιστασιακά κάποια μεροκάματα ως οδηγός σε μεταφορική καλύπτοντας, τα ρεπό των άλλων. Κάπου δέκα το μήνα στην καλύτερη περίπτωση.

Αυτό ήταν και το μόνο τους εισόδημα. Πάλι καλά που είχε βρεθεί κι αυτό, μετά από αρκετό τρέξιμο και κόπο.

Σηκώθηκε. Στις έξι ακριβώς ερχόταν και το ρεύμα. Μετά από πολλή σκέψη είχαν αποφασίσει να μπουν στο φτηνό τιμολόγιο της γερμανικής εταιρείας που αντικατέστησε τη ΔΕΗ. Είχε για όλα τα γούστα τιμολόγιο. Για πολλά,  για λίγα, για ελάχιστα. Είχαν βολευτεί με τα ελάχιστα. Μόνο που αυτό το φτηνό, το φτηνότερο τιμολόγιο, προέβλεπε μόνο μερικές ώρες ηλεκτροδότησης: 6 με 10 το πρωί, 5 με 12 το βράδι τους χειμωνιάτικους μήνες. Ήταν το λεγόμενο «κοινωνικό πακέτο» της Εταιρείας που διαφήμιζαν οι τηλεοράσεις.

Το διαμέρισμα ήταν παγωμένο, έβλεπες αχνό την ανάσα σου. Για καλοριφέρ ούτε σκέψη. Το πετρέλαιο που υπήρχε στη δεξαμενή ήταν ελάχιστο και χρήματα για να γεμίσει δεν υπήρχαν. Το φύλαγαν για την περίπτωση μεγάλου ψύχους, ή κανενός χιονιά ποτέ δεν ξέρεις. Οι λίγοι ένοικοι της παλιάς πολυκατοικίας είχαν τελικά συμφωνήσει. Δεν τους έπαιρνε και αλλιώς. Μπήκε στην κουζίνα και άναψε τη σόμπα υγραερίου. Είχε μάθει πια να κρατάει ένα δωμάτιο ζεστό κι εκεί να μαζεύει την οικογένεια.

Η ίδια δούλευε παλιότερα σε σούπερ μάρκετ. Από μικρή, πρώτα ράφια, μετά τυριά, στα τελευταία ταμείο. Την είχε κάνει τη διαδρομή και τ’ αφεντικά έδειχναν πάντα ευχαριστημένα. Την είχαν διώξει στις πρώτες μεγάλες περικοπές προσωπικού. Μάνα με δυο παιδιά και παλιά υπάλληλος; Η πρώτη στη σειρά για ξου ήταν. Τότε δεν το είχαν πάρει κατάκαρδα. Υπήρχε ο μισθός του Μάριου, στην εξασφαλισμένη όπως πίστευαν θέση του. Με λίγο ζόρι παραπάνω θα την περνούσαν. Μάλιστα κάπου βαθιά μέσα της τότε είχε κιόλας χαρεί, θα είχε επιτέλους και λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Έτσι πίστευαν.

 Πέρασε από τα δωμάτια των παιδιών. Κίνηση από χρόνια προγραμματισμένη. Ματιές στην πόρτα τη μισάνοιχτη, ακοή οξυμμένη να πιάσει το κάθε τι. Ο Μανόλης συχνά παραμιλούσε κιόλας.

 Έπρεπε να ξυπνήσει τη Ματίνα και να την ετοιμάσει για το σχολείο. Την έστελνε στο δημοτικό σχολείο ειδικά αυτούς τους χειμωνιάτικους μήνες, ντυμένη με διπλά πουλόβερ και χοντρό μπουφάν. Οι χωρίς θέρμανση αίθουσες ήταν ψυκτικοί θάλαμοι. Κοίταξε την τσάντα της μικρής. Πούπουλο. Από τη χρονιά εκείνη που καταργήθηκαν οριστικά τα σχολικά βιβλία, είχαν περάσει από διάφορες φάσεις. Φωτοτυπίες, ψηφιακοί δίσκοι, διαδίκτυο. Όλα πήγαν στο περιθώριο είτε γιατί το κράτος τα έκοβε, είτε γιατί οι γονείς δεν είχαν να πληρώσουν. Επέστρεψαν στο πανάρχαιο καθεστώς. Ο δάσκαλος υπαγόρευε το μάθημα, τα παιδιά έγραφαν στα τετράδια. Τελεία. Αποτέλεσμα; Η τσάντα πούπουλο. Με τρία τέσσερα μικρά τετράδια και μολύβια.

 Το Μανόλη δεν είχε λόγο να τον ξυπνήσει πρωί. Τη Σχολή του την είχε σχεδόν παρατήσει. Άντεξε τα δυο πρώτα χρόνια, όταν έμενε σε φοιτητική εστία. Μετά η φοιτητική εστία έκλεισε και περίπτωση να βρουν λεφτά για να νοικιάσει διαμέρισμα  ακόμα και μαζί με άλλους δεν υπήρχε. Τα μάζεψε και γύρισε στο πατρικό. Έχανε μαθήματα και εξεταστικές. Κάθε τόσο το πάλευε να γυρίσει να δώσει κανένα μάθημα, μετά έκλεισαν οι δρόμοι… Σε λίγο, δε θυμόταν πόσο ακριβώς, θα τον έπιανε η προθεσμία του νόμου για να πάρει πτυχίο και θα τον διέγραφαν ως αιώνιο φοιτητή. Έτσι απλά. Το καλοκαίρι ο Μανόλης δούλευε σερβιτόρος σε ξενοδοχείο, πάλι καλά που ο τουρισμός πήγαινε πρίμα. Κάθε Σεπτέμβρη όμως τον απέλυαν.

 Άνοιξε την μπαλκονόπορτα. Είχε φωτίσει η μέρα και έκανε κρύο. Μια βαριά μυρωδιά αποσύνθεσης της έκοψε την αναπνοή. Ήταν τα σκουπίδια, πρόβλημα χρόνιο της γειτονιάς. Από τις μέρες που σχεδόν διαλύθηκε η υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου τα σκουπιδιάρικα πέρναγαν, στην αρχή κάθε βδομάδα, μετά ακόμα πιο αραιά, στη χάση και στη φέξη. Τα σκουπίδια ξεχείλιζαν στους κάδους και αναπόφευκτα σάπιζαν και βρώμαγαν.  Και ποντίκια και όλα τα σχετικά. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα, για μια ακόμα φορά αηδιασμένη. Είχε ακούσει ότι σε άλλες γειτονιές, τις πιο πλούσιες, την αποκομιδή την είχαν αναλάβει ιδιωτικές εταιρείες, οι κάτοικοι πλήρωναν αδρά κάθε μήνα κι η γειτονιά τους έλαμπε.

 Σ’ εκείνες, τις από παλιά αποκαλούμενες καλές συνοικίες, είχε πλέον και ιδιωτική αστυνομία που φύλαγε τις περιουσίες των κατοίκων. Πολλή ιδιωτική αστυνομία, εταιρείες σεκιούριτι. Το γνώριζε καλά, επειδή ο Μάριος μόλις τον έδιωξαν από τη δουλειά είχε κάνει σειρά αιτήσεων για πρόσληψη σε τέτοιες εταιρείες. Πενήντα και κάτι ήταν, είχε υπηρετήσει και αλεξιπτωτιστής. Δεν τον πήραν σε καμιά. Τον συνόδευε, βλέπεις η ρετσινιά του απολυμένου δημόσιου υπάλληλου, καταλυτικό μειονέκτημα στην αγορά –όποια είχε μείνει- εργασίας. Άλλωστε ειδικά στις εταιρείες σεκιούριτι, προτιμούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη πιτσιρικάδες έτοιμους από το στρατό και τα γυμναστήρια.  Τον τελευταίο καιρό η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να τους δώσει και όπλα. Πραγματικά όπλα. Και για να προστατεύουν όσους τους πλήρωναν και για λόγους «δημοσίου συμφέροντος».

 Στον απέναντι μαντρότοιχο έβλεπε εδώ και χρόνια, ξεθωριασμένο πια ένα σύνθημα με μαύρα γράμματα «Έξω οι ξένοι». Η γειτονιά τους κάποτε είχε πολλούς ξένους. Μεροκαματιάρηδες άνθρωποι, κι οι περισσότεροι νοικοκυραίοι. Είχαν με τον καιρό γνωριστεί, με κάποιες γειτόνισσες από κάτι χώρες παράξενες έκανε και παρέα. Κάποιους, φαίνεται, τους ενοχλούσαν. Δεν χρειάστηκε να τους διώξουν. Έφυγαν μόνοι τους. Όταν λιγόστεψαν οι δουλειές και ζόρισαν αληθινά τα πράγματα, οι ξένοι γείτονες τα μάζεψαν και γύρισαν όπως όπως στον τόπο τους. Η γειτονιά ψιλοερήμωσε, τα σπίτια που έμειναν ήταν πια ανοίκιαστα. Ούτε οι δουλειές αυξήθηκαν, ούτε οι ευκαιρίες. Ήθελε να ήξερε αν ένιωθαν πια ευχαριστημένοι εκείνοι που είχαν γράψει, πριν από καιρό, το σύνθημα.

Η μικρή έφυγε για το σχολείο, όπως πάντα καθυστερημένη και τρέχοντας. Σ’ αυτό είχαν σταθεί τυχεροί, το δημοτικό εξακολουθούσε να βρίσκεται δυο τετράγωνα παρακάτω. Με το Γυμνάσιο θα άλλαζαν τα πράγματα αφού μετά από τις συνενώσεις σχολείων, το δικό τους εκπαιδευτήριο είχε κλείσει και θα έπρεπε να ξενιτεύεται με συγκοινωνία σχεδόν σε άλλο Δήμο. Κι άλλο θέμα κι αυτό, οι συγκοινωνίες. Η παλιά δημόσια συγκοινωνία με το φτηνό εισιτήριο είχε πλέον ξεφτιλιστεί. Πότε πέρναγαν, πότε δεν πέρναγαν τα λεωφορεία. Πάντα ασφυχτικά γεμάτα με κόσμο. Κι είχε έρθει κι η άλλη με τα ομαδικά ταξί των εταιρειών, αλλά αυτή κόστιζε πολύ, δεν τους έπαιρνε.

Ο Μανόλης, σηκώθηκε λίγο μετά, έφτιαξε μόνος του καφέ και βγήκε να τον πιει στο μπαλκόνι κι ας είχε παγωνιά. Το έκανε από παλιότερα, για να καπνίσει. Δεν κάπνιζε πια, κι αυτό ήταν αναμφίβολα καλό, παρά μόνο όταν κρατούσε κανένα τσιγάρο, τράκα από την παρέα. Τώρα το έκανε για να μην μπει σε πρωινές συζητήσεις, τις απέφευγε. Αυτό το παιδί όσο πήγαινε γινόταν και πιο σιωπηλό. Εκείνη θυμήθηκε πόσο είχαν χαρεί με την εισαγωγή του στο Πανεπιστήμιο, πόσο το είχε πανηγυρίσει κι ο ίδιος. Κι έπειτα πως άρχισε να σβήνει η λάμψη αυτής της νεανικής ορμής καθώς τα πράγματα πήγαιναν ανάποδα.

Δίπλωσε προσεχτικά το τελευταίο πεντάευρω που είχε στο πορτοφόλι της  και το έβαλε στη μέσα τσέπη του μπουφάν του. Δεν της γύρευε ποτέ χρήματα. Η άτυπη συμφωνία τους ήταν όταν περνούσαν 3-4 μέρες να του βάζει κάτι ελάχιστα στην τσέπη. Βενζίνη για το μηχανάκι άντε και κανένας καφές. Για τίποτα άλλο δεν έφταναν. Το προηγούμενο βράδι τους είχε πει ότι θα πήγαινε πάλι να ζητήσει δουλειά στο φαστ φουντάδικο. Τον είχαν πάρει κάποτε εποχικό και είχε αφήσει καλές εντυπώσεις. Θα τους ξαναχτύπαγε την πόρτα. Δεν είχε τίποτα να χάσει.

Είχε συχνά σκεφτεί το χιλιοειπωμένο «πως φτάσαμε εδώ που φτάσαμε». Ειδικά την πρώτη εποχή που άρχισαν να δυσκολεύουν τα πράγματα. Τώρα πια αυτές οι σκέψεις την μπέρδευαν, την πίεζαν, την έπνιγαν. Όπως συνήθως όλοι είχαν παραπάνω από μια εξηγήσεις. Δεν κουράζονταν να τις επαναλαμβάνουν. Είχε κουραστεί να τις παρακολουθεί. Συχνά την εξήγηση την ένιωθε εντελώς σωματικά, χωρίς σκέψη. Κάπου είχε ακούσει ότι όταν κάποιος βρεθεί σε κινούμενη άμμο, όσο κινείται για να βγει, τόσο περισσότερο βουλιάζει. Έτσι ένιωθε.

 Άνοιξε με μηχανική κίνηση την τηλεόραση. Τα κανάλια, όσα είχαν μείνει, έβγαζαν πια μόνο μια ώρα ζωντανό δελτίο ειδήσεων και όλη την υπόλοιπη μέρα είχαν κονσέρβα πρόγραμμα. Είχαν κόψει μέχρι και τα αθλητικά και τα ποδόσφαιρα. Τουλάχιστον γλιτώσαμε τις αντροπαρέες κάθε Τετάρτη βράδι σκέφτηκε χαμογελώντας. Τότε που γέμιζε το καθιστικό με φωνές, τσιγαρίλα και μπίρες καθώς ο Μάριος καλούσε την παρέα για να δούνε ματς. Είχαν τότε και συνδρομητική. Ύστερα σκέφτηκε ότι ακόμα κι αυτές οι συνάξεις, πηγές καβγάδων κάποιες φορές, της είχαν λείψει.

 Στην οθόνη η Μενεγάκη, σε μια εκπομπή που είχε παιχτεί χρόνια πριν, ζουζούνιζε χαρούμενη με τη μαγείρισσα. Στη σούπερ κουζίνα, με τα υπέρλαμπρα σκεύη είχαν αραδιαστεί τα υλικά για ένα υπερνόστιμο και ψαγμένο πιάτο. Η Ελένη αδημονούσε να δοκιμάσει και έλεγε εξυπνάδες στη μαγείρισσα. Έτσι ήταν το σενάριο. Κι ας ήταν παιγμένο σε άλλες εποχές, σε άλλες καταστάσεις. Θυμήθηκε την περίοδο που χτύπαγε ταμείο. Τα είδη που περνούσαν στον ιμάντα. Φάτε μάτια ψάρια. Ήταν μπερδεμένη τελικά, απέναντι σ’ εκείνη την εποχή. Από τη μια έλεγε κοίτα σπατάλη, από την άλλη έβλεπε τα χαρούμενα πρόσωπα που έβαζαν τα προϊόντα σε τσάντες κι ένιωθε σα να ήταν το μαγαζί δικό της. Πριν την διώξουν.

 Είχε μείνει λοιπόν μόνη στο σπίτι. Έβγαλε από το συρτάρι το πακέτο με τα τσιγάρα και άναψε ένα. Έφτιαξε κι έναν καφέ.  Δεν κάπνιζε συστηματικά. Ένα το πρωί όμως με τον καφέ το χρειαζόταν.

 Κοίταξε το τηλέφωνο. Αυτό το υπερασπιζόταν με θυσίες και ζόρια. Για να μην τους το κόψουν. Για όλους ήταν απαραίτητο, ειδικά από την εποχή που τα κινητά –ανενεργά- έγιναν κάτι άχρηστες συσκευές στο ράφι, πάνω από την τηλεόραση. Με το τηλέφωνο επικοινωνούσε, μίλαγε, κουβέντιαζε, καλαμπούριζε, κουτσομπόλευε, μάθαινε, γελούσε, ανησυχούσε, στενοχωριόταν, παρηγοριόταν, παρηγορούσε, με το τηλέφωνο κρατούσε ζωντανό το άσαρκο σώμα μιας μεγάλης παρέας. Σπάνια να ανταμώσουν πια, σπάνια να σμίξουν σε τραπέζια και παρέες. Από τη μια οι παλιές γνωστές δικαιολογίες, αποστάσεις, ωράρια, υποχρεώσεις  και τα σχετικά. Από την άλλη η πραγματική ζωή που τους είχε πιάσει από τη μούρη. Άλλα λεφτά, άλλη ζωή, άλλες καταστάσεις, άλλες κουβέντες. Από μακριά κι αγαπημένοι.

Είπε να πάρει την κολλητή της τη Μαίρη στο τηλέφωνο. Μ’ εκείνη πάντα τα έβρισκαν. Από το Γυμνάσιο ήταν φιλί-κλειδί, κι αργότερα το ίδιο. Να πάρει τη Μαιρούλα για να πούνε χαζομάρες. Για να πούνε και σοβαρές κουβέντες, μια που δεν τα κατάφερναν να βρίσκονται τόσο συχνά. Έπειτα σκέφτηκε ότι Τετάρτη ήταν από τις μέρες που είχε η Μαίρη δουλειά στο λογιστήριο που δούλευε περιστασιακά.  Παράτησε και το τηλέφωνο. Ξανακοίταξε την τηλεόραση.

Βλέποντας τις μαγειρικές της αφθονίας στο γυαλί, η σκέψη της άρχισε να ασχολείται με το πώς θα βγει ο μήνας. Βασικά ήταν το φαγητό, τέσσερα στόματα. Το ψυγείο είχε αδειάσει. Στο ντουλάπι κάτι υπήρχε. Το μυαλό της έκανε περίπλοκους υπολογισμούς:  λαϊκή είχε σε τρεις μέρες, τα σούπερ μάρκετ είχαν γίνει πια απλησίαστα. Ο μπακάλης της  γειτονιάς είχε απομείνει. Κερδοσκοπούσε βέβαια κι αυτός ασύστολα, αλλά τουλάχιστον είχε βιβλίο για τα βερεσέδια. Κι εκείνη κοίταζε μόλις έφερνε κανένα μεροκάματο ο Μάριος να τον ξεπληρώνει. Για να μπορεί να ξαναψωνίσει.

Περίμενε και δέμα από το χωριό. Σε άλλες εποχές τα ζαρζαβατικά και τα τρόφιμα που έστελναν τα πεθερικά της, ήταν ψαγμένες και αγνές γεύσεις της ελληνικής υπαίθρου. Η πρώτη ύλη για εκλεκτά μεζεδάκια εις υγείαν της παρέας. Τώρα πια ήταν απαραίτητο δεκανίκι στο μηνιάτικο διατροφικό τους ισοζύγιο.  Ευτυχώς οι παππούδες δεν είχαν καταλάβει την κατάσταση. Μάλλον την είχαν καταλάβει, σκέφτηκε, γι’ αυτό και τα –πολύτιμα- δέματα είχαν πολλαπλασιαστεί. Αλλά δεν το έλεγαν. Για να μην τους προσβάλλουν.

Θυμήθηκε ότι σ’ αυτό το δρόμο είχαν μπει σταδιακά. Δυο χρόνια περίπου κράτησε η πορεία προς το βυθό. Στην αρχή περνούσαν με κάτι οικονομίες που είχαν στην άκρη «για ώρα ανάγκης». Κάτι τσοντάρανε οι γονείς από τις δικές τους οικονομίες για αρκετό διάστημα,. Ύστερα με δανεικά που τελικά δεν κατάφεραν να επιστρέψουν. Αργότερα με ακόμα περισσότερες περικοπές στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Στην ίδια κατάσταση και πολλές άλλες οικογένειες. Μέσα σε δυο και κάτι χρόνια είχε αλλάξει η ζωή.  Συνήθειες χρόνων είχαν εγκαταλειφθεί. Ο κυριακάτικος καφές, η αθλητική εφημερίδα, τα σαββατιάτικα ψώνια ακόμα και περιττών πραγμάτων, τα σουβλάκια και οι μπίρες στην ψησταριά της γειτονιάς, τα καλοκαιρινά μπάνια σε κάποιο νησί.

Θα βγαίνανε; Δε θα βγαίνανε; Κάθε μήνα, κάθε δεκαπέντε μέρες το ίδιο ερώτημα, ο ίδιος βραχνάς. Πόσο θα κρατούσαν τα λεφτά, μήπως κι έπαιρναν κανένα δανεικό, μήπως έκανε κι ο μικρός κανένα μεροκάματο; Για να μη φτάσουν στην απευκταία ύστατη λύση.

 Δεν ήταν λίγες οι φορές που σε έσχατη ανάγκη  είχε καταφύγει στο συσσίτιο της ενορίας. Στην αρχή είχε ντραπεί να σταθεί στην ουρά με άστεγους και πεινασμένους.  Περίμενε αρκετή ώρα κι ένιωθε έτοιμη να το βάλει στα πόδια. Αισθανόταν πικραμένη, αγχωμένη κι έντρομη όταν καταλάβαινε τα μάτια των άλλων να την κοιτάνε.

Όπως περνούσαν οι μήνες όμως έβλεπε κι άλλες  γειτόνισσες να στέκονται πλάι της. Δεν μιλούσαν, έκαναν μια κίνηση «καλημέρα» και σώπαιναν. Ντρεπόντουσαν. Ειδικά τις τελευταίες μέρες του μήνα, όταν στέρευαν οι όποιες άλλες πηγές, η γειτονιά κατάφευγε στο συσσίτιο. Στην αρχή τα πλαστικά κεσεδάκια τα έκρυβαν σε σακούλες  του σούπερ μάρκετ. Αργότερα τα κυκλοφορούσαν φόρα παρτίδα, δεν είμαστε πια για ντροπές, προέχει η επιβίωση.

Αλλά αυτή η σκέψη… ότι ίσως θα έπρεπε ξανά να πάει να σταθεί στην ουρά για το συσσίτιο της προκαλούσε δυσφορία. Δεν το μπορούσε. Οι παπάδες κρατούσαν απόσταση. Αλλά ήταν κάτι κυρίες, εθελόντριες τις έλεγαν, που την έκαναν να αισθάνεται άσχημα. Άλλες θεούσες με σβησμένο βλέμμα, άλλες καλοντυμένες, φανερά από αλλού,  με έκφραση συντριβής και συμπόνιας. Όπως εξυπηρετούσαν τους πεινασμένους στην ουρά ψιθύριζαν για υπομονή και καρτερία. Μάλιστα μια δυο όπως της έβαζαν στο χέρι κάτι κονσέρβες είχαν μουρμουρίσει: «τις αμαρτίες μας πληρώνουμε…  ο Θεός είναι μεγάλος».

 Ένιωσε άσχημα, ένιωσε να πνίγεται. Δεν το μπορούσε. Δεν το μπορούσε πια…

……………………………………………………………………………………………………………………………….

Το ξυπνητήρι, πράσινο, φωσφορίζον έδειχνε 05:59 όταν πετάχτηκε αλαφιασμένη από τον ύπνο της.

Από το μπάνιο δίπλα στην κρεβατοκάμαρα άκουσε τον γνωστό εδώ και χρόνια τσιγαρόβηχα του Μάριου. Ντυνόταν για να πάει στη δουλειά.

Οικείος ήχος, άλλοτε την ξύπναγε και θύμωνε, θα ήθελε να τον αγκαλιάσει.

Τον Μάριο με τα λίγα πια μαλλιά, με τους πόνους στη μέση και τον καθημερινό τσιγαρόβηχα.

Προσπάθησε να φέρει στο μυαλό της την κατάσταση.

Η Ματίνα, ακόμα δυσφορούσε με τη δασκάλα της Έκτης. Θα της περνούσε. Είχε τουλάχιστον φέρει κάτι dvd στο σπίτι με τα σχολικά βιβλία και έπαιζε μαζί τους για ώρες στον υπολογιστή.

Ο Μανόλης, δεύτερο έτος, είχε φύγει πριν από μια βδομάδα για τη σχολή του. Είχαν λέει καταλήψεις, αλλά εκείνος θα πήγαινε. Μάλλον για να ψηφίσει κατάληψη ο μπαγάσας.

Άνοιξε, από συνήθεια την τηλεόραση της κρεβατοκάμαρας.

Είδε μια διαφήμιση για τον αποψινό αγώνα του Τσάμπιονς Λιγκ. Ωχ πάλι θα μαζευτούν εδώ οι φωνακλάδες, σκέφτηκε.

Μετά είδε ότι ο πρωθυπουργός είχε πει: «βασικός μου στόχος σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο, να μην υπάρχει οικογένεια χωρίς τουλάχιστον έναν εργαζόμενο»  

Ξανακοιμήθηκε.

Άνοιξε τα μάτια της όταν κάποιος από τους «σοφούς» της τηλεόρασης έλεγε «να κάνουμε την κρίση ευκαιρία»…

Ανάσανε βαθιά στο μαξιλάρι, ανακουφισμένη.

Ανακουφισμένη;

—————————————————————————————–

copyright K.Z. 2011

θερμές ευχαριστίες στο Λευτέρη Παπαθανάση για την εικόνα που σχεδίασε αποκλειστικά για το διήγημα.

Το Ερυθρό Καγκουρώ κλείνει σήμερα ένα χρόνο ζωής. Ευχαριστώ όλους και όλες που μοιραστήκαμε αυτή τη διαδρομή ενός έτους.

Να είμαστε καλά και να συνεχίσουμε να τα λέμε!

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

5 Responses to Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον – Διήγημα

  1. Ο/Η Mahi Theo λέει:

    Χιλιόχρονο!!!!!

  2. Ο/Η kkm λέει:

    εξαιρετικός. πάνω που ετοιμαζόμουν να σας ρωτήσω «μα είχε ακόμη ευρώ την εποχή του κοινωνικού πακέτου;»…
    πείτε μας τώρα και το όνομά της…αν και δεν χρειάζεται, κάθε σπίτι έχει και απο μια

    να συνεχίσουμε να τα λέμε, ωραία ευχή, αυτό εύχομαι

  3. Ας σταθώ κι εγώ στο τέλος (αλλιώς…)
    Να τα χιλιάσεις, Καγκουρώ!

  4. Ο/Η silentcrossing λέει:

    Χρόνια πολλά στο κόκκινο καγκουρό λοιπόν και πάντα να μας ταξιδεύει ο σποιτονυκοκύρης όπως σήμερα…

  5. Ο/Η rogerios λέει:

    Χρόνια πολλά, Καγκουρακι! Χιλιάδες να είναι τα ποστ σου, εκατομμύρια οι αναγνώστες σου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s