Για τα πανηγύρια…

Η σχέση μου με τα πανηγύρια ήταν από παλιά σαφής κι οριοθετημένη. «Από μακριά κι αγαπημένοι». Οι λόγοι ήταν πολλοί. Κάτι ο συνωστισμός, κάτι τα υπερβολικά ντεσιμπέλ, κάτι τα «σκυλονησιώτικα» που κυριαρχούν ως μουσική επένδυση στην περιοχή μας.  Δεν τα κατέκρινα, ούτε τώρα τα κατακρίνω, αλλά δεν πήγαινα κιόλας. Όπως το είπα, ούτε εγώ τα πείραζα, ούτε αυτά με ενοχλούσαν. Ακόμα και βραδιές που η κοντινή ηχορύπανση θα με ενοχλούσε κανόνιζα να λείπω για να ελαχιστοποιείται η ενόχληση.

Κάθε κανόνας βέβαια έχει την εξαίρεσή του. Κι αυτή η αδιατάρακτη σχέση, ευμενούς ουδετερότητας, πήγε να διαταραχτεί πριν από χρόνια.

 

Ήταν αρχή της δεκαετίας του 1990.   Τέλος Ιουλίου. Με το φίλο και σύντροφο πολλών θερινών περιπετειών Κ. είχαμε περάσει ολόκληρη σχεδόν τη μέρα μας με εκδρομή σε μακρινή παραλία, προς τα νότια του νησιού, μπάνιο με τις ώρες, ξάπλα στον ίσκιο. Κι οι δυο μ’ ένα 100άρι παπί, μέσο μετακίνησης υπερεπαρκές για την εποχή του. Ήταν νύχτα προχωρημένη όταν επιστρέφαμε, περνώντας κακοφωτισμένους δρόμους της νησιώτικης υπαίθρου. Με το κέφι ακμαίο και την πείνα στα κόκκινα. Βλέπετε το δίπτυχο «ήλιος και θάλασσα» δεν μας είχε αφήσει όλη την ημέρα να βάλουμε τίποτα στο στόμα μας.

Περνούσαμε έξω από το χωριό Β. , όταν ακούσαμε τα όργανα. Ήταν ακόμα στην αρχή και έπαιζαν ορχηστρικά κομμάτια. Συνειδητοποιήσαμε ότι ήταν ανήμερα της Αγίας … και στο χωριό λάμβανε χώρα φημισμένη πανήγυρης. Η συνεννόηση μας με τον Κ. ήταν ακαριαία. Θα τρώγαμε σουβλάκια, θα πίναμε και καμιά παγωμένη μπίρα, θα χαζεύαμε και λίγο το τζερτζελέ με τους πανηγυριστές. Ιδανικό κλείσιμο της εκδρομής μας.

Μέσα στον ενθουσιασμό μας βέβαια δεν υπολογίσαμε ότι οι κάτοικοι της Β. είχαν επάξια κατακτήσει τη φήμη ως καβγατζήδες και «ναμικιόρηδες» μεταξύ άλλων και με τσαμπουκάδες την ημέρα του πανηγυριού. Μάλιστα σε σχετικό τοπικό άσμα υπήρχε η διατύπωση «από τη Β. δεν περνώ, γιατ’ είναι καβγατζήδες». Αλλά και κάποιος να μας  το έλεγε δεν θα τον παίρναμε υπόψη. Ολέθρια απόφασις.

 

Είχαμε φτάσει λίγο μετά το ξεκίνημα. Βρήκαμε θέση σε τραπεζάκι όχι πολύ μακριά από την πίστα – πλατεία και στρωθήκαμε. Ήμασταν  βέβαια όλως διόλου παράταιροι με την αμφίεση της παραλίας ανάμεσα στον κόσμο που γιόρταζε με τα καλά του, αλλά δεν πείραζε. Γρήγορα ήρθαν τα σουβλάκια (ελαφρώς καρβουνιασμένα), η σαλάτα στο πλαστικό πιατάκι (εντελώς λειψή), και τα κουτάκια  με τις παγωμένες μπίρες. Εξαιτίας του συνωστισμού και για να μην ταλαιπωρείς τους σερβιτόρους, ειδικά τις μπίρες σε ανάλογες περιστάσεις καλό να είναι να τις παραγγέλνεις σε εξάδες.  Συνεπώς για να μη ζεσταθούνε στον ιουλιάτικο καύσωνα καλό είναι να τις ρουφάς με ανάλογη ταχύτητα. Κοιταζόμασταν χαρούμενοι, ικανοποιημένοι με την έξυπνη επιλογή μας. Λίγο ακόμα και θα δίναμε συγχαρητήρια ο ένας στον άλλον.

Η ορχήστρα είχε πάρει για τα καλά μπροστά. Τα τοπικά σουξέ έδιναν κι έπαιρναν. Σε κυρίαρχο ρόλο το συνθεσάιζερ (το «αρμόνιο» όπως το έλεγαν οι παλαιοί και γνώστες), που έκανε και επίδειξη των δυνατοτήτων του. Των τεχνικών όχι των καλλιτεχνικών. Τα ντραμς κρατούσαν το ρυθμό, ο οποίος δεν παράλλαζε κιόλας και πολύ από τραγούδι σε τραγούδι. Αυτό που μας άφηνε λίγο σε δίλημμα ήταν το κλαρίνο του οποίου ο βιρτουόζος ήταν και ο τραγουδιστής της ορχήστρας. Δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε τι ήταν καλύτερο (ή χειρότερο): να φυσάει ή να τραγουδάει.

Στο μεταξύ στην πίστα – πλατεία επικρατούσε ενθουσιασμός και το αδιαχώρητο. Δεν ήταν μόνο ο πληθυσμός της Β. βλέπεις. Ήταν και από τα γύρω χωριά ακόμα και παρέες από τη Χώρα. Τα τραπεζάκια είχαν αδειάσει και οι πανηγυριστές λικνίζονταν, όσο μπορείς να λικνιστείς σε κατάμεστο μέσο μαζικής μεταφοράς. Αυτό ήταν εκείνη την ώρα η πίστα–πλατεία. Εμείς το ευχαριστιόμασταν. Μελετήσαμε μάλιστα τη χορογραφία του μεσήλικα που χοροπηδάει επιτοπίως, γιατί χώρος δεν υπάρχει, πάντα στο ρυθμό, κάνοντας τις χρυσές καδένες να χοροπηδάνε κι αυτές και το εμπριμέ πουκάμισο να μουλιάζει στον ιδρώτα. Ή την κυρία που χόρευε μπάλλο με κινήσεις των χεριών και της λεκάνης, αφού δεν υπήρχε χώρος ούτε να στρίψει.

Μέχρι τη στιγμή εκείνη όλα καλά πήγαιναν. Τρωγοπίναμε, παρατηρούσαμε, καλαμπουρίζαμε. Μέχρι που μπήκε ο διάολος μέσα μας, ήμασταν και στη δεύτερη εξάδα παγωμένες, κι αποφασίσαμε από τη θέση του αμέτοχου θεατή να περάσουμε στη συμμετοχική παρατήρηση. Με άλλα λόγια αποφασίσαμε να μπούμε στο χορό.

Μπήκαμε λοιπόν κι εμείς ανάμεσα στα στίφη των πανηγυριστών. Τι στην ευχή ντόπιοι είμαστε κι εμείς, τις βόλτες μας ξέραμε να τις φέρουμε. Μπάλλος αντικριστός και παιχνιδιάρικος.   Μέσα στα στριφογυρίσματα βρεθήκαμε απέναντι σε δυο από τις όμορφες του χωριού. Κάναμε τις φιγούρες μας κι ο τολμητίας Κ. στη δυναμική της χορευτικής του δεινότητας άπλωσε το χέρι στη μία από τις όμορφες και συνταίριαξε για λίγο τα βήματά του μαζί της. «Σημαδάκι μελανό» αν θυμάμαι καλά, ίσως αλλάχτηκαν και ματιές με νόημα. Αυτό ήταν όλο.

Η ορχήστρα τελείωσε, ρίξαμε τα παλαμάκια μας κι επιστρέψαμε στο τραπέζι μας, κάθιδροι αλλά ευχαριστημένοι. Όμως το κλίμα είχε αλλάξει. Δεν ξέρω αν το λένε ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα ή χρησιμοποιούν άλλες αντίστοιχες μεταφορές. Πάντως κάτι μισές ματιές έπιανα, ο σερβιτόρος επιδεικτικά μας αγνοούσε, κάποιοι κρυφομιλούσαν και μας έδειχναν. Ας πούμε απλώς ότι δεν μας έπαιρνε καθόλου. Στράφηκα να το πω στον Κ. κι εκείνος πριν μιλήσω μου έδειξε ότι είχε καταλάβει. Εκείνη τη στιγμή, μέσα από τον κόσμο ήρθε και στάθηκε μπροστά μου ο Τζ.

Ο Τζ. ήταν βέβαια γέννημα θρέμμα του χωριού. Με κάτι αγροτικές – κτηνοτροφικές εργασίες καταπιανόταν. Είχαμε συνυπάρξει φαντάροι για κάποιους μήνες. Δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις. Εκείνη τη στιγμή τον έβλεπα σαν κρυφό χαρτί για ν’ αντιστρέψουμε το κλίμα. Έτεινα να πιστέψω μάλιστα και τη γνωστή αρλούμπα «οι φιλίες του στρατού κρατάνε για πάντα» (μέγας μύθος καθόλου δεν κρατάνε κι έπειτα ο Τζ. ποτέ δεν ήταν φίλος μου, ούτε στο στρατό, ούτε μετά…). Χαμογέλασα εγκάρδια και του έκανα νόημα να καθίσει.

Στάθηκε μπροστά μου, τεντωμένος στο 1.65 του, κοντός αλλά γεροδεμένος και τσαμπουκάς, σαν τράκτορας νταλίκας, και μου σφύριξε μέσα από τα σφιγμένα του δόντια, με βαριά τοπική προφορά:

«Στα παναήρια εν έρκουνται με τα κοντά παντελονάκια» μου έδειξε με το μάτι τη χαβανέζικη (τρομάρα μου) βερμούδα. «Έτσινα προσβάλλεις όλο το χωριό!…».

Δεν ξέρω αν το χωριό αισθάνθηκε προσβεβλημένο, πίσω του όμως φάνηκαν τα υπόλοιπα παλικάρια του χωριού έτοιμα να βάλουν τους εγκληματίες και τους αυθάδεις ξενομερίτες στη θέση τους. Η ορχήστρα είχε σταματήσει και το ενδιαφέρον της πλατείας ήταν στραμμένο πάνω μας.

Είναι στιγμές που  η γενναιότης σημαίνει πανωλεθρία, που το αντριλίκι σημαίνει ξυλοδαρμό. Σίγουρα πράγματα. Είναι στιγμές που η σοφία υπαγορεύει ελιγμούς τακτικής υποχώρησης. Που ακόμα και μέγιστοι στρατηγοί εγκαταλείπουν το πεδίο μπροστά στην υπεροχή του εχθρού και τη βέβαιη συντριβή…

Ο φίλος μου ο Κ. άρχισε να ρητορεύει κάτι ασυνάρτητα περί «γνωστής πατροπαράδοτης φιλοξενίας», να προσφωνεί τους άλλους «πατριώτη», μαζί με κάτι χίπικα στο μοτίβο «ειρήνη σε όλο τον κόσμο». Κατάλαβα, με μακρινές μπαλιές στο βάθος του γηπέδου, ο φίλος μου προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο.

Διεκπεραίωσα τον (υπέρογκο) λογαριασμό, γραμμένο στη λαδόκολλα, που μου έφερε ο σερβιτόρος. Του άφησα μάλιστα και γενναίο πουρμπουάρ, για να μην αναγκαστούμε να περιμένουμε τα ρέστα.

Μαζέψαμε τα πράγματα μας και με βήμα αργό, περήφανο, αγέρωχο –προσθέστε ότι άλλο θέλετε- διασχίσαμε την πίστα-πλατεία. Μόλις στρίψαμε στο πλαϊνό δρομάκι, βγαίνοντας από το οπτικό πεδίο του κόσμου, το βάλαμε κανονικά στα πόδια μέχρι την είσοδο του χωριού όπου μας περίμενε πιστά το 100άρι παπί.

Καβαλήσαμε και ορμήσαμε με ότι γκάζι είχε και δεν είχε, στις κατηφόρες που μας έφερναν μακριά από το πανηγύρι. Τα γέλια μας, γέλια ανακούφισης αντηχούσαν ανάμεσα στα χωράφια. Πίσω, ακούσαμε την ορχήστρα που ξανάρχισε να παίζει. Την είχαμε γλιτώσει. Όχι φτηνά, αλλά την είχαμε γλιτώσει.

 Γι’ αυτό σας λέω. Με τα πανηγύρια; «μακριά κι αγαπημένοι»…  

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

4 Responses to Για τα πανηγύρια…

  1. Ο/Η kosmas λέει:

    Κουμπάρε σε ευχαριστώ ειλικρινά ……..

  2. Ο/Η Olga λέει:

    Μήπως ήρθε η ώρα να ξαναπάτε σε ένα πανηγύρι;
    Με την ευκαιρία «ναμικιόρης» ίντα θα πει;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s