«Το επώδυνο είναι συχνά και λυτρωτικό.»

Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της συλλογής διηγημάτων με τίτλο «Όλο το φως απ’ τα φεγγάρια» (εκδ. Πατάκη) το Ερυθρό Καγκουρώ συναντήθηκε και συνομίλησε με το συγγραφέα Κώστα Καβανόζη.

Στη συλλογή διηγημάτων «Όλο το φως απ’ τα φεγγάρια» οι πρωταγωνιστές μοιάζουν πρόσωπα  «δευτερεύοντα», τραβηγμένα σε ένα αθέλητο ή μη περιθώριο. Σε κάποιες ιστορίες μοιάζει να δίνεις φωνή στους ταπεινούς, τι έχουν άραγε να μας πουν;

 Τίποτα που να μην το ξέρει ο καθένας μας. Ό,τι ψάχνω, είναι αυτό που πιστεύω ότι κρύβεται βαθιά σε όλους μας μόνο και μόνο επειδή είμαστε εν ζωή, ανεξάρτητα από το τι ζωή κάνουμε. Είναι η κοινή μας ανθρώπινη μοίρα (και δεν εννοώ μόνο τον θάνατο και την επίγνωσή του) που μας αποκαλύπτεται απρόσμενα σε στιγμές βαθύτερης ενδοσκόπησης ή και ενόρασης, στις κρυμμένες αισθήσεις μας όταν αυτές ξεκάθαρα παίρνουν το πάνω χέρι, στα όνειρά μας, στις επισκέψεις μας στο παρελθόν, στον πόνο, τη μυστική μας ομορφιά και τους φόβους μας, σε ό,τι με δυο λόγια μάς βοηθάει να αντικρίσουμε όσα τα μάτια μας δεν είναι φτιαγμένα να βλέπουν. Όσο για το περιθώριο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια μας η βιωμένη πραγματικότητα, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι. Μόνοι μας ερχόμαστε στον κόσμο ετούτο, μόνοι μας φεύγουμε απ’ αυτόν. Απλώς στην πορεία ξεγελιόμαστε λίγο, κι όχι πάντα. Αυτό είναι όλο.

  Μέσα από μια φόρμα χαμηλόφωνης αφήγησης  ένιωσα να υποβόσκει μια εξέγερση, μια ανατροπή της συμβατικής πραγματικότητας (“Species horrenda”, «Τριάντα εφτά και μισό ακριβώς»). Πώς οριοθετούνται οι ήρωες και ο αφηγητής απέναντι σ’ αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα;

 Νομίζω πως όντως θέλουν να την ανατρέψουν. Δεν τους αρκεί, δεν έχει κάτι να τους προσφέρει στην κοινά αποδεκτή της μορφή. Αυτό που έχουμε μάθει να αποκαλούμε πραγματικότητα είναι μια επιφάνεια που πρέπει να διαπεραστεί, που το οφείλουν οι ίδιοι στην ύπαρξή τους να την τρυπήσουν και να εισχωρήσουν στα βάθη της. Απ’ τη στιγμή βέβαια που θα το καταφέρουν αυτό, δεν υπάρχει επιστροφή. Στα βάθη εκείνα θα παραμείνουν γνωρίζοντάς τα επιτέλους, πληρώνοντας ταυτόχρονα όμως και το τίμημα της επιθυμίας και της προσπάθειάς τους. Δεν νομίζω, ωστόσο, ότι θα ήθελε κανείς τους να επιστρέψει «επάνω». Το επώδυνο είναι συχνά και λυτρωτικό. Ειδικά αν σε βυθίζει.

 Η φύση είναι ένα νήμα που συνδέει και τις εννιά ιστορίες. Μάλιστα είχα την αίσθηση ότι υπερβαίνει το ρόλο του απλού σκηνικού. Είναι άλλοτε θορυβώδης («Στρατιώτης πεζικού») κι άλλοτε γυμνή («Πηγαινέλα»). Σε ποιο βαθμό η φύση σφραγίζει αυτό που έχεις να αφηγηθείς;

 Πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου πολύ κοντά στη φύση και διαμόρφωσα από τότε μια σχέση μαζί της, της οποίας η βαθύτερη ουσία δεν χάλασε, θέλω να πιστεύω, ποτέ. Ούτως ή άλλως, στα πρώτα πρώτα μας χρόνια μας συμβαίνουν τα πιο σημαντικά πράγματα, τότε γινόμαστε αυτό που θα είμαστε μετά. Αν η σχέση μου με τη φύση με καθόρισε, όπως νομίζω, δεν θα μπορούσε να μην καθορίζει και τη γραφή μου. Νιώθω γράφοντας ότι επιστρέφω στη φύση, όχι όμως με τη μορφή μιας νοσταλγικής επίσκεψης, μιας εκδρομής, αλλά για να παραδοθώ στην υπερβατική της υπόσταση και να αναζητήσω μέσα σ’ αυτήν τις απαρχές της δικής μου. Από κει ξεκινούμε όλοι.

Ο αναγνώστης αμέσως, διαβάζοντας τα διηγήματά σου, διαπιστώνει μια ιδιαίτερη φροντίδα στη γλώσσα που χρησιμοποιείς. Πόσο επίπονο είναι αυτό, πόσο σε δυσκολεύει;

 Με δυσκολεύει και με κουράζει πολύ, δεν νομίζω όμως πως θα μπορούσα να γράψω αλλιώς, γιατί τότε η ικανοποίηση από την πράξη της γραφής δεν θα ήταν πια η ίδια. Αν ήθελα να αποφύγω την κούραση, δεν θα έγραφα. Ούτε αν μου αρκούσε μια μικρότερη ευχαρίστηση. Το πώς θα πούμε κάτι, καθορίζει και το τι είναι αυτό που θα πούμε, έτσι δεν είναι; Αν λοιπόν δεν καταφέρνω να πω κάτι καλά, τότε σημαίνει ότι δεν είναι ακόμα η ώρα του (η οποία βέβαια μπορεί και να μην έρθει ποτέ) και προτιμώ να το εγκαταλείψω. Όταν ξεκινάω μια ιστορία, δεν ξέρω συνήθως κατά πού θα πάω, ούτε, πολύ περισσότερο, πού θα καταλήξω. Έχω όμως εμπιστοσύνη στη γλώσσα, ότι αυτή πρωτίστως θα μου δείξει τον δρόμο. Αυτήν έχοντας πρώτα οδηγό μου προχωρώ και μετά το τι θα συμβεί στην ιστορία. Όταν καταφέρω και βρίσκω το πώς, έρχεται μετά και το τι. Άλλοτε πάλι, πάντως σπάνια, εμφανίζονται και τα δυο μαζί, σαν μια μικρή αποκάλυψη. Σε κάθε περίπτωση, είναι κάτι που θέλει πολλή –ενίοτε εξαντλητική– δουλειά. Αυτό όμως δεν είναι κόστος.

  Φαινομενικά το διήγημα απαιτεί λιγότερο χρόνο από έναν πιεσμένο χρονικά αναγνώστη. Από την άλλη πλευρά ζητάει μεγαλύτερη εγρήγορση και οξυμμένες αισθήσεις. Πώς κρίνεις τη σχέση του σύγχρονου Έλληνα αναγνώστη με το διήγημα;

 Στην Ελλάδα έχουμε μακρά παράδοση στο διήγημα και εξαιρετικούς διηγηματογράφους, τόσο παλαιότερους όσο και σύγχρονους. Το διήγημα όμως σήμερα, μολονότι γνωρίζει άνθηση συγγραφικά, έχει ακόμα να διανύσει πολύ δρόμο, ώστε να κατοχυρώσει τη θέση του στο αναγνωστικό κοινό. Στη Σέριφο όπου υπηρετώ ως καθηγητής λειτουργούμε μια μικρή λέσχη ανάγνωσης. Διαβάσαμε φέτος κυρίως ελληνικά διηγήματα, με τα οποία οι περισσότεροι δεν ήταν εξοικειωμένοι. Η θετική ανταπόκριση όλων με έκανε να αισιοδοξώ. Το όλο θέμα πάντως δεν έχει να κάνει με την κουλτούρα και τις διαθέσεις μας μόνο, αλλά και με τον τρόπο πρόσληψης της ίδιας μας της ζωής. Αν μάθουμε να εμπιστευόμαστε παραπάνω τις μικρές στιγμές μας και καταλάβουμε ότι μπορεί και να περιέχουν το παν, ίσως τότε εκτιμήσουμε πολύ περισσότερο τη μικρή φόρμα στη λογοτεχνία.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s