Ρε έχουν δίκιο οι Γερμανοί…

-Ρε έχουν δίκιο οι Γερμανοί σου λέω!

-Δίκιο; Τι δίκιο δηλαδή;

-Σου λέει κύριε σε δανείζω; Σε σώνω από τα σκατά που είσαι χωμένος; Ε, θα κάνεις ότι γουστάρω… Πέσε και παίρνε! Έτσι πάνε αυτά… Νόμος!

 

Ο Μίμης ρητόρευε πίσω από τον πάγκο του beach bar. Την ώρα που έστυβε χυμούς, ή χτύπαγε φραπέδες η γλώσσα του πήγαινε ροδάνι. Μίλαγε για την κατάσταση με ύφος αναλυτή δελτίου των 8 και κάτι παραπάνω. Άσε που πολλοί από τους «έγκυρους» τα ίδια επιχειρήματα με το Μίμη κανοναρχούσαν. Πιο στρογγυλεμένα και πιο κόσμια είναι η αλήθεια. Κι άλλοτε έβαζαν και φαρδιά πλατιά τη διάσημη υπογραφή τους καλώντας τον κόσμο σε αφύπνιση.

Το παράπηγμα, από τα εκατοντάδες παρόμοια σε ελληνικές παραλίες ήταν στις πρώτες του μέρες. Μέτρια κίνηση, αρχές Ιούνη βλέπεις. Έτσι ο Μίμης είχε όλο το χρόνο για τις θεωρίες του.

 -Και να σου πω κάτι; Καλύτερα. Να μας βάλουν οι Γερμανοί να δουλέψουμε, όπως δουλεύουν εκείνοι. Με σύστημα ρε. Με οργάνωση. Με πειθαρχία. Άντε γιατί το παραξεφτιλίσαμε εδώ πέρα.

 Ο Μίμης, τριάντα κάτι χρονών, γραμμωμένοι κοιλιακοί, βερμούδα, σκουλαρίκι, δούλευε το beach bar τρεισήμισυ άντε τέσσερις μήνες το χρόνο. Μετά έφευγε για την πρωτεύουσα, τι να κάνει να κάτσει στο νησί με τους παλιόβλαχους; Το χειμώνα έκανε κάτι σκόρπια μεροκάματα σε πόρτα ή σε μπαρ καλών μαγαζιών. Αλλά βασικά ο Μίμης το χειμώνα, σε αγρανάπαυση, ετοιμαζόταν για το θέρος.

 -Άσε που γέμισε το δημόσιο χαραμοφάηδες. Ξέρεις ρε πόσους δημόσιους υπαλλήλους έχουμε; Κοντά δυο εκατομμύρια… τα στοιχεία ρε το λένε… οι τηλεοράσεις. Και κάνουν και απεργίες ρε, μη χέσω… Ξύλο θέλουνε ρε. Ξύλο και χούντα. Απεργείς; Τράβα σπιτάκι σου να απεργείς όσο γουστάρεις. Με πηδάει εμένα το κράτος στη φορολογία για να ταΐζω δυο εκατομμύρια κοπρίτες. Καλά τους τα λέει ο χοντρός ο Πάγκαλος ρε. Μαλάκας κι αυτός αλλά έξυπνος ο μπαγάσας.

 Ο συνομιλητής του ο Στέφανος, συγκατένευε ανόρεχτα πίσω από τα RayBan γυαλιά – καθρέφτες. Τις θεωρίες του Μίμη τις είχε ακούσει πάμπολλες φορές. Συμφωνούσε βέβαια. Αλλά ο Μίμης δεν περίμενε τη συμφωνία του. Μόνος του τα έλεγε, μόνος του τα χειροκροτούσε. Ήταν φίλοι από χρόνια. Κι ο Στέφανος πάντα τον άκουγε το Μίμη. Ήξερε να τα λέει ο κερατάς. Και με τις γκόμενες δεν παιζόταν.  Καμιά δεκαριά μέτρα από το μπαρ, εκεί που τέλειωνε ο ίσκιος από τ’ αρμυρίκια, ιδρωκοπούσε στο λιοπύρι ο λιπόσαρκος Πακιστανός. Πέρναγε βερνίκι τραπέζια και πολυθρόνες του μαγαζιού.

-Δώστου ρε μαλάκα Μίμη ένα νερό του ανθρώπου! Μουρμούρισε ο Στέφανος.

-Σιγά μην τονε σερβίρω κιόλας το μαλάκα, απάντησε ο άλλος κι ύστερα φώναξε:

-Ρε, εσένα μιλάω! Πάνε ρε στη βρύση να πιεις νερό!  

Ο Πακιστανός σήκωσε το χέρι, σημάδι ότι κατάλαβε. Ο Μίμης είχε κάνει το ανθρωπιστικό του καθήκον, μη μας πούνε και ρατσιστές, Θεός φυλάξοι, και γύρισε στην κουβέντα.

-Πόσα του δίνεις ρε Μίμη;

-Μ’ ένα εικοσαρικάκι θα τα βάψει όλα… όλα σου λέω. Και κάνει και καλή δουλειά ο πούστης. Όχι σαν το δικό μας το Μηνά που ήθελε πενηντάρικο ακατέβατο κι είναι και τσαπατσούλης. Άμα πλακώσει δουλειά τον άλλο μήνα λέω να τόνε πάρω στη λάντζα…

-Χαρτιά έχει;

-Και που να ξέρω εγώ ρε συ; Μάνα του είμαι;…

Η κουβέντα έμεινε εκεί, γιατί στις ξαπλώστρες προς τη μεριά της θάλασσας φάνηκαν τρεις κοπέλες. Κούκλες κι οι τρείς, ψηλές, ξανθιές, βόρειες. Ο Μίμης τσακίστηκε να πάρει παραγγελία. Γύριζε φουριόζος όλο πονηρά χαμόγελα. Άρχιζε να ετοιμάζει τα freddo.

-Πω πω! δυνατά τα μωρά Στεφανάκο, γουργούρισε.

Άστα ρε μαλάκα δε γίνεται τίποτα…

-Πως κι έτσι ρε σύ;

-Ήταν χτες το βράδι στο μπαρ του Χοντρού. Τις κέρασα σφηνάκια, κέρασε μια γύρα κι ο Χοντρός, τίποτα δεν έγινε… Πήγαμε να τη χωθούμε αλλά Τοίχος!

-Πως τίποτα δηλαδή;

-Τίποτα λέμε. Γύρισαν και είπαν «ευχαριστώ». Για να μου πεις ευχαριστώ σε κέρασα ρε ξεσκισμένη; Είπε μονορούφι τον πόνο του ο Στέφανος.

-Λεσβίες είναι οι καριόλες.

-Κι εσύ που το ξέρεις;

-Άκου ρε Στεφανή να μαθαίνεις. Αυτές ρε, ή έρχονται Ελλάδα για να πηδηχτούνε, ή άμα δεν κάθονται είναι λεσβίες. Έτσι πάνε αυτά… Νόμος!

 

Πήρε το δίσκο με τους καφέδες και πήγε νευριασμένα να σερβίρει. Άφησε τα ποτήρια στα χαμηλά τραπεζάκια με ύφος θιγμένο. Οι κοπέλες δεν κατάλαβαν γιατί είχε κόψει τα χαμόγελα. Μέσα του έβραζε. Τον έπνιγε το δίκιο δηλαδή. Ακούς εκεί οι χαμούρες…

Τέλειωσα τη μπύρα μου και  τον φώναξα να πληρώσω. Πέντε ευρώ μου έριξε τη ρουκέτα. Κοίταξα το μικρό άδειο μπουκαλάκι και συννέφιασα. Είχα πενηντάρικο και με στραβοκοίταξε. Πάτησε το κουμπί στο πλάι της ταμειακής για ν’ ανοίξει χωρίς απόδειξη. Με τρόπο επιδέξιο, «γερμανικό». Με οργάνωση, με σύστημα.

Εγώ πάλι έκανα λογαριασμούς. Τέσσερις μπύρες μικρές… να το μεροκάματο του Πακιστανού. Κι ούτε ένα παγωμένο νεράκι εμφιαλωμένο δε χαλάλιζε ο καραγκιόζης. Αν βέβαια οι γκόμενες του έδιναν γήπεδο να παίξει θα κέρναγε μπύρες, σφηνάκια, ότι χρειαζόταν. Μελετημένα πράγματα. Έτσι πάνε αυτά… Νόμος!

Μαζί μου σηκώθηκε κι ο Στέφανος. Μάζεψε τσιγάρα, κλειδιά, κινητό κι έκανε να φύγει.

-Θα σε δω βραδάκι στου Χοντρού; πέταξε ο Μίμης.

-Δεν μπορώ μαλάκα έχω υπηρεσία.

-Σαββατόβραδο υπηρεσία;

-Άσε μαλάκα μη με φουντώνεις, μ’ έχωσε ο μικρός σαββατιάτικα. Ποιον; Εμένα τον παλιό!

Ο Στέφανος κοπάνησε την πόρτα του περιπολικού τσαντισμένα κι έφυγε σπινάροντας. Λίγο ήθελε να βάλει και σειρήνα, τόσα νεύρα δηλαδή. Γέμισε σκόνη και πέτρες την παραλία. Οι κοπέλες στις ξαπλώστρες κοίταζαν με απορία.

Πίσω μου άκουγα τη φωνή του Μίμη στο γνώριμο ρεφρέν. Κάποιοι άλλοι είχαν πιάσει θέση στο μπαρ.

 -Ρε έχουν δίκιο οι Γερμανοί σας λέω!… άντε μήπως γίνουμε επιτέλους άνθρωποι. Μας δάνεισαν; Θα μας πηδήξουν!… Έτσι πάνε αυτά… Νόμος!

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to Ρε έχουν δίκιο οι Γερμανοί…

  1. Ο/Η paperback writer λέει:

    σιγά μη δεν έχουν. αυτά που γράφεις τα ‘χεις δει ποτέ; 🙂

  2. Ο/Η paperback writer λέει:

    κι είναι πολύ ωραίο… κοκκινωπό καγκουρώ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s