Πάσχα στο Νησί (80s & 90s)

Στο Νίκο Μπ.

Και σε πολλούς άλλους και άλλες

 

Στο νησί, τα φοιτητικά μας χρόνια, φτάναμε για Πασχαλινές διακοπές εκεί γύρω στην Κυριακή των Βαΐων και κάποιοι καθυστερημένοι την αρχή της Μεγαλοβδομάδας. Έτσι κι αλλιώς η παλιά παρέα που είχε φτιαχτεί τα μαθητικά χρόνια είχε σκορπιστεί σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, και του εξωτερικού ένεκα φοιτητικής μετανάστευσης. Άλλοι κρατούσαμε επαφές, άλλοι όχι. Είχαμε βλέπετε την ακατάλυτη σιγουριά, με τη βεβαιότητα των 20 και κάτι χρόνων μας, ότι ευκαιρίες για να βρεθούμε θα τις βρίσκαμε άφθονες μπροστά μας.

Τέλειωνε η ένδοξη δεκαετία του ’80 και ήταν στο ξεκίνημα η απομυθοποίηση των ‘90ς.

Συνήθως κάποιους πρώτους φίλους και φίλες τους έβρισκες και συνταξίδευες  μαζί τους στο υπερήφανο επιβατηγό/οχηματαγωγό, ελάχιστοι ταξιδεύαμε τότε με αεροπλάνο. Ήταν τα αλήστου πλέον μνήμης «Σαπφώ», «Όμηρος» και το παλαιό και επιχειρηματικά άτυχο «Νήσος Χίος».

Τις πολλές ώρες του ταξιδιού, για να κυλήσει ο χρόνος, μαζευόμασταν σε παρέες, ανταλλάσσαμε ιστορίες, κουτσομπολιά, πολιτικές αναλύσεις, συμπληρώναμε τα κενά από τη ζωή του καθένα και της καθεμιάς. Ήταν κάτι σαν απαραίτητη εισαγωγή στις μέρες που θα ακολουθούσαν. Έτσι κι αλλιώς θα βρισκόμασταν τις επόμενες μέρες με πολλές ευκαιρίες, σε στέκια, σε γλέντια, σε εκδρομές. Έπρεπε να είναι το έδαφος προετοιμασμένο.

Την επαφή με τις οικογένειες και το συγγενικό κύκλο θα την παραλείψω. Συνηθισμένα πράγματα, διαφορετικά για τον καθένα, χωρίς ενδιαφέρον. Σημασία έχει ότι καθώς ξεμυτίζαμε στην πιάτσα μετά από μήνες απουσίας, στήναμε με αθέατα αλλά σταθερά βήματα ένα σκηνικό που κάποτε, παλιότερα, υπήρξε και είχε μείνει για μήνες ολόκληρους χωρίς το ζωντανό στοιχείο, τους ηθοποιούς – πρωταγωνιστές του, εμάς δηλαδή.

Με αλλαγές πάντα. Τόσα συμπυκνωμένα πράγματα, τόσες εξελίξεις, τόσα γεγονότα, που φάνταζαν στα μάτια μας συγκλονιστικά –και ήταν στ’ αλήθεια!-, έφερναν μεταπτώσεις, μεταμορφώσεις, μετασχηματισμούς. Στενές φιλίες γίνονταν πιο απόμακρες, παρέες έσπαγαν σε μικρούς πυρήνες, συντροφιές μεγάλες στήνονταν από το πουθενά.

Κι έπειτα, είχαμε πάντα τόσα πολλά ν’ ανακοινώσουμε, τόσα να μάθουμε. Ο Κ.Μ. ήταν βέβαιο ότι θα είχε φέρει καινούργιους δίσκους και κασέτες και θα μας κρατούσε ενήμερους για όλες τις εξελίξεις. Ο Τ.Χ. είχε να μας πει –και τα έλεγε ωραία ο μπαγάσας- τόσα και τόσα για τις ταινίες που είχε δει το χειμώνα.  Η Γ.Ε. με την τσάντα ξέχειλη από μπροσούρες κι εφημερίδες, είχε το ρόλο της αφοσιωμένης κομισάριας που θα μας «άνοιγε τα μάτια». Ο Ηλίας, που είχε σπίτι του στην Αθήνα τηλέφωνο κι έπαιζε το ρόλο αντένας, μεγάλη δουλειά τότε, μπορούσε να μας ενημερώσει με λεπτομέρειες για φλερτ, επιτυχημένα κι αποτυχημένα, καμάκια, σχέσεις που διαλύθηκαν και σχέσεις που ήταν στα σκαριά.

Κι είχαμε κι εντυπωσιακές αλλαγές. Δυο θυμάμαι. Η Γ.Κ. που τα Χριστούγεννα άκουγε Πάριο και Νταλάρα είχε έρθει το Πάσχα λυσσασμένη ρόκερ, μέχρι και τους Sex Pistols τους θεωρούσε light. Ή ο Γ.Κ. που ορκιζόταν στον ήλιο τον πράσινο το Σεπτέμβρη, και τον Απρίλη του 198… μεγαλοβδομαδιάτικα αποδείχθηκε επαναστάτης τροτσκιστής που κοιμόταν και ξυπνούσε με το Λεβ Νταβίντοβιτς στο προσκεφάλι.

Κι εμείς αλλάζαμε. Δεν το καταλαβαίναμε. Κάθε βιβλίο, κάθε ταινία, κάθε μουσική, κάθε μια καινούργια σχέση, έρωτας ή γνωριμία, ήταν καταλυτική για την ύπαρξή μας, μας άλλαζε βαθιά εν αγνοία μας. Θυμάμαι, για παράδειγμα,  όταν είχα πρωτοπιάσει τους μάγους του νουάρ, τον Τσάντλερ και τον Χάμετ δηλαδή, είχα την απαίτηση να έχει συννεφιές και κρύο μεγαλοβδομαδιάτικα μόνο και μόνο για να φορώ, περήφανα και ντετεκτιβίστικα, μια καμπαρντίνα που είχα αποκτήσει δεύτερο χέρι στην «Αμερικάνικη Αγορά» στην Αθηνάς.

Ένα άλλο μέγα ζήτημα που είχαμε ήταν ο χρόνος. Ο χρόνος, οι στάσεις, τα γεγονότα. Κάποιος άλλος φίλος τα έχει πει πρόσφατα με πολύ όμορφο τρόπο και σας προτείνω να τον διαβάσετε. Βασικά είχαμε τρία προβλήματα.

Το πρώτο ήταν να βρούμε χρόνο για μας μέσα στις περιορισμένες μέρες που θα μέναμε στο νησί. Να ξεφύγουμε από υποχρεώσεις, σόγια, συνευρέσεις, εκκλησιασμούς, γλέντια, ανυπόφορες συνάξεις. Είχαμε ξεφύγει κιόλας τόσους μήνες από τέτοια συμβατικά σχήματα. Έπρεπε σε ελάχιστο χρόνο να βρούμε ισορροπίες, να «απελευθερώσουμε» τις μέρες και τις νύχτες μας. Όχι χωρίς γκρίνιες και καμιά φορά καβγάδες.

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν να βρούμε χρόνο μεταξύ μας. Η συνύπαρξη σε μεγάλα παρεΐστικα σχήματα, πολλές φορές έσπρωχνε στο περιθώριο προσωπικές μεγάλες κουβέντες, εξομολογήσεις, σχέδια που έπρεπε με φίλους και φίλες να εκπονήσουμε. Όλα αυτά έπρεπε να χωρέσουν κάπου χωρίς να απομονωθείς , χωρίς να χαλάσεις την παρέα.

Και το τρίτο ήταν ότι χρειαζόμασταν μια σοφή διαδρομή ανάμεσα σε όσα παλιά μας άρεσαν και σε όσα καινούργια είχαμε να καταθέσουμε. Είπαμε, είκοσι και κάτι ετών ήμασταν, σ’ ένα μεταίχμιο που μας περνούσε από την μετεφηβεία μας σε μια καθυστερημένη ενηλικίωση. Να για να πω ένα παράδειγμα: από τη μια να κοιτάζεις να εξασφαλίζεις –παρανόμως- μπομπάκια (όσα λένε αλλού βαρελότα) για να ρίξεις την ώρα της Αναστάσεως, κι από την άλλη να το παίζεις λίγο μπλαζέ  με τις μαλακίες των πιτσιρικάδων.

Όπως τώρα το θυμάμαι, τα καταφέρναμε.

Χωρίς τις μανατζεριάρικες μαλακίες περί διαχείρισης του χρόνου. Με πονηράδα, με μαστοριά, με ρήξεις και αναπόφευκτες συγκρούσεις. Κάναμε τη νύχτα μέρα; Όπως καταμαρτυρούσαν οι μανάδες μας; Την κάναμε… εξαφανιζόμασταν στιγμές που θα έπρεπε να ήμασταν αλλού («που πας αγόρι μου κι ο παπάς δεν έπιασε ακόμα τα 12 ευαγγέλια;»).

Ή έλεγες «θα βγω» ώρα 11 παρά την ώρα που ο Τσάρλτον Χέστον στο Μπεν Χουρ με την οικογένεια εν συνόλω να τον παρακολουθεί, ετοιμαζόταν να βγει με το άρμα στην αρένα.

Τελικά είχαμε κατοχυρώσει, κάποιες στιγμές… κάποια παράθυρα χρόνου που αποδείχθηκαν απαραβίαστα.

Μεγάλη Παρασκευή: ακολουθώντας τον κεντρικό Επιτάφιο στους δρόμους της πόλης μόνο και μόνο για ν’ ακούσουμε από τη Φιλαρμονική το εξαίρετο πένθιμο εμβατήριο, το ραντεβού ήταν μετά σε χωριό κάπου δεκαπέντε λεπτά εκτός πόλεως. Μόνο και μόνο για συνεύρεση, ευωχία και διάφορα νηστίσιμα στην ταβέρνα του Αν. Που καμιά φορά, όταν ο αργοπορημένος Επιτάφιος του χωριού περνούσε απέξω, έκλεινε τα φώτα και μας έβγαζε έξω κατανυκτικά να τον υποδεχτούμε. Και μετά να συνεχίσουμε το γλέντι.

Μεγάλο Σάββατο: μετά τους καφέδες στην Προκυμαία, για να συνέλθουμε από τις υπερβολές και τις ατασθαλίες που είχαν προηγηθεί, το μεσημβρινό –χαλαρά νηστίσιμο εφόσον είχε προηγηθεί η Πρώτη Ανάσταση- ουζάκι με ανακεφαλαίωση όλων όσων είχαν προηγηθεί.

Η Κυριακή του Πάσχα ήταν καμένο χαρτί. Ξυπνήματα, σόγια, τσίκνα, μεζέδες πριν της ώρας τους την ώρα που ήθελες καφέ, μανάδες και θείες να σε μπουκώνουν με  κοψίδια, θείοι να μεγαλοστομούν διαφωνούντες περί της καταστάσεως.

Αλλά η πραγματική εκδίκηση ήταν η Δευτέρα της Διακαινησίμου, η Νέα Δευτέρα όπως λέμε. Ήταν το δικό μας γλέντι. Όπου σ’ ένα βαθμό ήμασταν στα βήματα των μεγάλων. Προετοιμασίες σούβλας, προμήθειες, παραδοσιακές μουσικές, μαστοριές διάφορες, πατέντες για το δέσιμο του αρνιού και για ίσκιο στο σούβλισμα του. Κι όμως από την άλλη η ζωηράδα μας, ή το αίμα που έβραζε, ή ακόμα και η εκ γενετής παλαβομάρα που διακρίνει, μας οδηγούσε: σε βακχικές συνάξεις με κρασί άφθονο, σε γαστριμαργικές ακολασίες (δίχως χορτοφάγους που αργότερα προέκυψαν), σε ανοιξιάτικα ζευγαρώματα και συναντήσεις come Dio comanda, σε χορούς με δεξιοτεχνία και έμπνευση. Και τέλος σε καφέδες απολογισμού με θολωμένη πλέον τη συνείδηση.

Με άλλα λόγια μια χαρά την ψήναμε τη δουλειά. Κι ας φαινόταν τότε δύσκολο. Πάνω απ’ όλα κάνοντας τη νύχτα μέρα, κάτι που ανέτρεπε τις συντεταγμένες του χρόνου και του κόσμου των μεγάλων. Διότι εν τέλει η ζωογόνος ουσία όλης αυτής της συνάντησης, λάμβανε χώρα τις μικρές ώρες στα μπαρ. Όπου αποδεσμευμένοι από τα δεσμά που περιέγραψα, όρθιοι και όρθιες μπροστά  στον πάγκο, λικνιζόμενοι και λικνιζόμενες υπό τους ήχους του Iggy για παράδειγμα, κουβεντιάζοντας ασταμάτητα, έχοντας βάλει –επιτέλους- τη δική μας, τη λίγο πιτσιρικάδικη σφραγίδα στη νύχτα, ζούσαμε πλέον το δικό μας σκηνικό.

Αυταπάτη; Παραμύθιασμα; Ψευδαίσθηση; Κουραφέξαλα; Ποιος μπορεί αλήθεια να το πει;

Η ουσία είναι ότι στο πλοίο της αναχώρησης, γιατί υπήρχε και αυτό μην το ξεχνάμε… Εκεί γύρω στην Κυριακή του Θωμά –ασυμπάθιαστη μέρα κάτι σαν καθυστερημένος επίλογος-, στο πλοίο της αναχώρησης λοιπόν, προσπαθούσαμε να ξεμπλέξουμε το κουβάρι, να βρούμε τη μέση και την άκρη, να κάνουμε εκτίμηση και απολογισμό. Και ανακεφαλαιώνοντας, να εκτοξεύσουμε εκείνες τις μέρες τις ανοιξιάτικες σε μια άλλη προοπτική.

Σ’ εκείνα τα ταλαιπωρημένα βαπόρια, σ’ εκείνα τα σαλόνια της Β θέσης, όπου στρώνονταν οι υπνόσακοι, έγιναν μεγάλες δηλώσεις, τράνταξαν το ντεκ βαρυσήμαντες κουβέντες, δόθηκαν υποσχέσεις… ακόμα και όρκοι. Άλλες υποσχέσεις κρατήθηκαν άλλες όχι.

Είπαμε…

Ήταν τέλη της δεκαετίας του 1980 κι αρχή εκείνης του 90… κι όλα τα ωραία θ’ ακολουθούσαν!

….

Από το «τελετουργικό» που προσπάθησα να πω, εκείνο που επιμένει, επιζεί, όσο κι αν συμπιέζεται κάποιες φορές, είναι το ουζάκι του Μεγάλου Σαββάτου.

Αδημονούμε! Αδημονώ!

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

4 Responses to Πάσχα στο Νησί (80s & 90s)

  1. Ο/Η paperback writer λέει:

    πολύ όμορφο… πόσο με πάει στο δικό μου νησί ακόμα και πιο παλιά… εγώ τα βαρελότα τα φοβόμουν… αλλά εκείνη η φάση ήταν η εισαγωγή για το καλοκαίρι που ερχόταν… αγαπημένο μου πάσχα εκείνο του 83…

  2. Ο/Η kkmoiris λέει:

    τι να σχολιάσεις και να μη το χαλάσεις…

  3. Ο/Η Pollyanna λέει:

    Πολύ με έχεις συγκινήσει και μ’εχεις ταξιδέψει με τις τελευταίες σου αναρτήσεις:-) Σ’ευχαριστω πολύ που μοιραζεσαι τις αναμνήσεις σου μαζί μας! Ειδικά απο το νησί σου ποου το αγαπάω πολύ αν και για μένα που φοβάμαι τα μπομπακια το Πάσχα στο Βροντάδο ηταν άσκηση θάρρους: P

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s