Η ανήθικη φύση της εξουσίας

The House of Cards Trilogy – BBC


Η τριλογία House of Cards είναι μια τηλεοπτική σειρά του BBC σε τρεις κύκλους,  η οποία μεταδόθηκε από το 1990 έως το 1995.  Στον πυρήνα της σειράς βρίσκεται η πορεία του Francis Urquhart στελέχους του Βρετανικού Συντηρητικού Κόμματος, προς την ηγεσία του κόμματος και την πρωθυπουργία στην αρχή της δεκαετίας του 1990. Η σειρά από πολλές απόψεις εντάσσεται στο μεγάλο κύκλο έργων εναλλακτικής ιστορίας που βρίσκουν το σημείο εκκίνησης σε υπαρκτά αληθινά γεγονότα και τα «εξελίσσουν» με άλλον τρόπο από την πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ αυτό το «είδος» μπορούμε να κατατάξουμε μεγάλα έργα της λογοτεχνίας: το «1984» του Τζορτζ Όργουελ, είναι ένα από αυτάπου πρόχειρα μπορούμε να αναφέρουμε.

Καθόλου τυχαία το House of Cards αρχίζει με την παραίτηση της Μάργκαρετ Θάτσερ. Πραγματικό γεγονός το 1990. Η κορνιζαρισμένη φωτογραφία της Πρωθυπουργού αποκαθηλώνεται στο πρώτο επεισόδιο και έτσι γνωρίζουμε το «μαντρόσκυλο» της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Συντηρητικού Κόμματος Francis Urquhart να μας λέει εμπιστευτικά κοιτώντας μας στα μάτια «ήταν ωραίο όσο κράτησε». Κάποιος πρέπει να βρεθεί να «συνεχίσει το έργο της». Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο κάποιος;

Αυτό το τέλος είναι η αρχή για την ιστορία μας. Ανοίγει η κούρσα της διαδοχής. Ο ήρωας στην πρώτη φάση δεν είναι καν υποψήφιος: είναι ο απλός στρατιώτης, ο πιστός και ανιδιοτελής θεματοφύλακας των αρχών του κόμματος. Τα φαβορί της κούρσας αλληλοεξουδετερώνονται. Ο Urquhart ποντάρει στον πιο αδύναμο, σ’ εκείνον που αρχικά δεν έχει καμιά ελπίδα. Στήνοντας τον ιστό του γίνεται το δεξί του χέρι, ο βασικός υποστηρικτής του, τον οδηγεί στην πρωθυπουργία, δημιουργεί σχέση εξάρτησης στην οποία ο νέος πρωθυπουργός όλο και περισσότερο βασίζεται στον εξ απορρήτων του. Αρχίζει αμέσως να τον υποσκάπτει, τον οδηγεί σε γκάφες και λάθη, κυκλοφορεί στον Τύπο τα ένοχα μυστικά του, τον σπρώχνει στην παραίτηση. Για να βρεθεί αμέσως μετά σε πρώτο πλάνο, να γίνει –σχεδόν «χωρίς να  θέλει»- ο παράκλητος του κόμματος. Στο τέλος θα φτάσει στην κορυφή, στην πρωθυπουργία μέσα στη γενική ευγνωμοσύνη αφού σώζει το κόμμα τη δύσκολη στιγμή…

Δεν είναι η εξουσία που διαφθείρει το Francis Urquhart, ο ίδιος είναι επαρκώς διεφθαρμένος για να την κατακτήσει. Η βασική του διαφορά (και το μεγάλο του πλεονέκτημα) σε σχέση με τους ανταγωνιστές του είναι ο απροκάλυπτος, ο ανενδοίαστος κυνισμός του. Ο Urquhart δεν επικαλείται κάποιο όραμα, κάποιο πολιτικό σχέδιο που απαιτεί την εξουσία για να το κάνει πράξη. Θέλει την εξουσία απλώς, επειδή πιστεύει ότι είναι πιο ικανός από τους άλλους για να την αποκτήσει. Μάλιστα στην εξέλιξη της σειράς, αποσπά σχεδόν τη συνενοχή του θεατή.

Το εύρημα της σειράς είναι οι σε πρώτο πρόσωπο εμπιστευτικές αφηγήσεις του Urqhart, όπου όλα τα ανομολόγητα μυστικά του γίνονται κτήμα του θεατή. Από όλα τα πρόσωπα του έργου, ο θεατής είναι ο μόνος που δεν είναι παραπλανημένος δεν έχει αυταπάτες, τα γνωρίζει όλα εξ αρχής. Κι επίσης ο ήρωας διαφοροποιείται από τους αντιπάλους του επειδή όταν αναγκάζεται αναλαμβάνει αυτοπροσώπως τη βρώμικη δουλειά. Όταν χρειαστεί να διαπράξει φόνο το κάνει με τα ίδια του τα χέρια: η ανενδοίαστη συμμετοχή στο παιχνίδι αποκτά έτσι εν-σώματη διάσταση. Ο Urquhart δεν είναι φονιάς μόνο στη θεωρία αλλά φονιάς και στην πράξη, ηθικός και φυσικός αυτουργός ταυτόχρονα. Αυτό τον διαφοροποιεί αλλά και τον σφραγίζει.

Η πολιτική φιλοσοφία του συντηρητικού πρωθυπουργού δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το στυγνό, ακραίο νεοφιλελευθερισμό. Όπως ακριβώς στο παιχνίδι για την εξουσία δεν υπάρχουν χώροι για αυταπάτες, έτσι και στην άσκησή της επί της κοινωνίας δεν υπάρχει χώρος για ηθική. Τα νεοφιλελεύθερα credos (οι ικανοί θα επιβιώσουν, οι φτωχοί φταίνε για την κατάστασή τους, δεν θα πληρώσουν  οι άξιοι για τη διάσωση των ανάξιων) είναι η σημαία του Urquhart. Επιχειρήματα διατυπωμένα με ένταση, με κυνισμό και «πειστικότητα» όπως ακριβώς και στην πραγματική πολιτική. Ο Urquhart ενσαρκώνει την  «κοινή λογική», κατακτά τη συναίνεση των τμημάτων της κοινωνίας που τον ενδιαφέρουν: όλων εκείνων που υπηρετεί και κολακεύει αποκαλώντας τους άξιους και ικανούς και αδιαφορούν για τους υπόλοιπους. Στην ουσία σ’ αυτά τα κοινωνικά στρώματα καθρεφτίζεται ο επιθετικός ακραίος κυνισμός του ηγέτη: είμαι αυτό που θέλετε, αυτό που χρειάζεστε, αυτό που σας βολεύει, γι’ αυτό μη συζητάτε τις μεθόδους μου, μοιάζει να λέει.

Ο μόνος φορέας αντίδρασης στην κοινωνική φιλοσοφία και στην πολιτική πρακτική του Urquhart ενσαρκώνεται (στο 2ο κύκλο της σειράς), ούτε λίγο ούτε πολύ στη Μοναρχία. Πρόκειται για το νεοενθρονισμένο βασιλιά ο οποίος μόλις έχει διαδεχτεί τη μητέρα του στο θρόνο. Ο μονάρχης εκπροσωπεί τις «ξεπερασμένες» αξίες της προστασίας των αδύναμων, των σπαραγμάτων κοινωνικού κράτους που ακόμα επιβιώνουν, του ελάχιστου αλληλεγγύης και συνοχής. Ο μονάρχης θα φτάσει στη σύγκρουση με τον πρωθυπουργό του μέσα σε καθεστώς σύγχυσης και αβεβαιότητας, αμφιβάλλοντας διαρκώς για τις δυνάμεις και τα συνταγματικά όρια του. Θα προσπαθήσει να στηριχτεί στον υπόλοιπο πολιτικό κόσμο, σε ότι έχει απομείνει από τα συνδικάτα, ν’ απευθυνθεί στην κοινωνία. Στην αρχή φαίνεται ότι έχει απήχηση, ότι συγκινεί, αλλά σύντομα γίνεται σαφές ότι το εγχείρημα είναι καταδικασμένο. Από τη μια γιατί οι αξίες και οι κοινωνικές δομές στις οποίες απευθύνεται έχουν ήδη ισοπεδωθεί από την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, δίνουν μάχες οπισθοφυλακών, μοιάζουν ξεπερασμένες. Κι από την άλλη ο βασιλιάς απλά την κληρονόμησε την όποια εξουσία κατέχει, ενώ ο πρωθυπουργός την κατέκτησε (με όλα τα εγκλήματα και τα βρώμικα κόλπα), είναι σαφώς περισσότερο εκπαιδευμένος γι’ αυτήν.

Ο μονάρχης θα οδηγηθεί σε παραίτηση, πιεσμένος από το βάρος προσωπικού σκανδάλου που εξέθρεψε και την κατάλληλη στιγμή δημοσιοποίησε ο Urquhart. Θα αφήσει το θρόνο στον έφηβο γιό του, υπό την κηδεμονία της πρώην συζύγου του (καταλαβαίνουμε όλοι ποιαν εννοεί) και του πρωθυπουργού. Η σύγκρουση στο δεύτερο κύκλο της σειράς, είναι καταλυτική: δείχνει ότι ούτε καν οι από αιώνων παραδοσιακές δομές και θεσμοί της κοινωνίας δεν είναι ικανοί να αντισταθούν στον κατακερματισμό, στον κυνισμό, στην απροκάλυπτη ισχύ της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.

Στον τρίτο και τελευταίο κύκλο της σειράς, οι μηχανισμοί της εξουσίας δηλώνουν πλέον την αυτάρκεια και την παντοδυναμία τους. Η δύναμη των ΜΜΕ, τα οικονομικά συμφέροντα, το βρώμικο τριτοκοσμικό χρήμα που ποικιλοτρόπως ξεπλένεται σε καθόλα σεβαστά δυτικά τραπεζικά ιδρύματα, οι λαθρέμποροι όπλων που χαίρουν γενικής αποδοχής, οι μυστικές υπηρεσίες, συνθέτουν τον καμβά στον οποίο ο αρχικά πανίσχυρος Urquhart βασίζεται. Δείχνει τα δόντια του σε όλους, ουδείς τον απειλεί. Σκηνοθετημένες τρομοκρατικές επιθέσεις, εκβιασμοί, ψέματα, ένοχα μυστικά, πούλημα ακόμα και των πιο στενών συνεργατών, δολοφονίες, παρακολουθήσεις, εξόντωση των αντιπάλων είναι τα εργαλεία που χρησιμοποιεί. Και επειδή είναι ευφυής προετοιμάζει προσεκτικά τη δοξασμένη –και τακτοποιημένη- έξοδο του από τη σκηνή.

Αλλά δεν προλαβαίνει. Μεσολαβεί αιφνίδια και εκκωφαντική η πτώση του. Με τρόπο συνταρακτικό και απροσδόκητο, τον οποίον δε θ’ αποκαλύψουμε βέβαια. Μόνο που αυτή η Πτώση δεν οφείλεται σε αφύπνιση κάποιων ηθικών δυνάμεων, στην ενεργοποίηση κάποιων αντίρροπων κοινωνικών δυνάμεων που επιτέλους αντιδρούν. Η Πτώση δεν οφείλεται σε κάποιου είδους Νέμεση. Απλά οι δυνάμεις του συστήματος ξεπερνούν τον μέχρι προ τινός εκλεκτό τους. Δεν τον έχουν πλέον ανάγκη και μάλλον τις εκθέτει. Ο πρωθυπουργός καταρρέει μέσα σε ένα ζοφερό σκηνικό, όπου επιβεβαιώνεται η κυριαρχία των δυνάμεων που τον οδήγησαν στην εξουσία. Το σύστημα προετοιμάζεται για τον επόμενο. Δεν μπορείς να νιώσεις οποιουδήποτε είδους οίκτο για τον Urquhart. Ούτε όμως νιώθεις δικαίωση και ανακούφιση. Η Πτώση δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση Κάθαρση.

Ο   Francis Urquhart είναι ένας σκοτεινός ήρωας μεγάλου βεληνεκούς. Αυτό που καταλαβαίνεις όμως είναι ότι δεν είναι προϊόν μονάχα της αριστουργηματικής φαντασίας των συγγραφέων της σειράς. Είναι ακόμα και αποτέλεσμα του νεοφιλελευθερισμού σπρωγμένου στα όρια του. Ο ηγέτης δεν είναι απλό «πιόνι του συστήματος», κάτι τέτοιο θα αποτελούσε απλούστευση που θα αδικούσε τη μαστοριά και τη διεισδυτική ματιά του έργου. Αλληλεπιδρά με το σύστημα, συνδιαλέγεται μαζί του, το υπηρετεί και το εκμεταλλεύεται συγχρόνως.  Ενσαρκώνει τη συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία χωρίς φτιασίδια, χωρίς την απαραίτητη απολογητική ρητορική. Σε όσα εκμυστηρεύεται στο θεατή, είναι σα να βλέπεις υπαρκτά πολιτικά πρόσωπα που δεν έχουν την ανάγκη κολακείας ή δημιουργίας άλλοθι στο μέσο πολίτη. Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις «συνενοχής» με το θεατή. Στο κάτω κάτω ο Urquhart είναι ειλικρινής, δε λέει ψέματα στο θεατή, δε συγκαλύπτει τα εγκλήματα του μπροστά μας. Έχει βουτήξει τα χέρια του στο αίμα απλά γιατί οι άλλοι είναι ανάξιοι κι ο ίδιος ικανός να το κάνει. Η ηθική είναι αρρώστια των αδύναμων, ο ίδιος είναι, και το αποδεικνύει, ισχυρός. Ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτή την ακραία στάση και στα κελεύσματα κοινωνικού κανιβαλισμού που επικρατούν σε δυτικές κοινωνίες; Η όποια διαφορά είναι στο μέγεθος όσων τελικά γνωρίζουμε και όχι στην ουσία.

Την τριλογία τη στοιχειώνει σε όλη τη διαδρομή της ο σαιξπηρικός απόηχος. Οι παραπομπές σε έργα του βάρδου, και ειδικά στα έργα που έχουν στο επίκεντρο τους την εξουσία –όπως ο Μάκμπεθ και ο Ριχάρδος ο Γ΄-, είναι πανταχού παρούσες. Άλλωστε δίπλα στον Urqhart, κρατάει το ρόλο της η σύζυγός του: μια μεταμοντέρνα Lady Macbeth του τέλους του εικοστού αιώνα. Μαζί σχεδιάζουν, μαζί εκτελούν. Εκείνη του διαλέγει ερωμένες που θα του είναι πολλαπλά χρήσιμες. Εκείνη τον δικαιώνει a posteriori για τα εγκλήματα που διαπράττει με βάση το σκεπτικό που ήδη παρουσιάσαμε και το συμμερίζονται απόλυτα κι οι δυο τους: «είσαι ο άξιος, ο εκλεκτός, σε όποιον ή όποια μπει στο δρόμο σου αξίζει η καταστροφή ακόμα και ο θάνατος». Εκείνη τέλος αγωνίζεται για την τιμητική αποστρατεία, όταν η κατάρρευση είναι επικείμενη.  Κι εκείνη, τέλος, σε διαφοροποίηση με τη μακρινή σαιξπηρική πρόγονό της είναι εκείνη που απόλυτα ψύχραιμη θα επιβιώσει της πτώσης.

Είναι περιττό να τονίσουμε, για τους γνώστες των υψηλών προδιαγραφών παραγωγής του BBC, ότι ο τρόπος που έχει γυριστεί η σειρά πραγματικά την απογειώνει. Θα επιμείνουμε ιδιαίτερα στον πρωταγωνιστικό ρόλο που κατέχουν οι φυσικοί χώροι γυρισμάτων: το Γουεστμίνστερ, το Μπάκιγχαμ, οι πέριξ του Κοινοβουλίου παμπ των πολιτικών και των δημοσιογράφων, η Ντάουνινγκ Στριτ, τα ακριβά κλαμπ των ελίτ, τα μεγάλα ξενοδοχεία στο παρασκήνιο των συνεδρίων των Τόρρυς, οι εξοχικές επαύλεις της άρχουσας τάξης. Όλα αυτά σφραγίζουν την αληθοφάνεια της σειράς, δημιουργούν την αίσθηση ότι έχεις να κάνεις με μια αλήθεια, αγχωτική, δυσάρεστη και στενόχωρη.

 

Και βέβαια δεν πρέπει να παραλείψουμε τη μεγάλη ερμηνεία του Ian Richardson στον κεντρικό ρόλο του Francis Urquhart. Toν Ian Richardson ανάμεσα σε πολλά άλλα τον θυμόμαστε στην αριστουργηματική του ερμηνεία του προδότη κατασκόπου στους «Ανθρώπους του Σμάιλυ» του Τζον Λε Καρρέ και πάλι από σειρά του BBC της δεκαετίας του 1970. Στο House of Cards παίζει το ρόλο της ζωής του. Αποδίδει τον κυνικό διεφθαρμένο αρχηγό των Τόρρυς με ακρίβεια, λεπτότητα, αίσθηση του μέτρου. Την ίδια στιγμή ο ιδιαιτέρως απεχθής κεντρικός ήρωας, διακατέχεται από αίσθηση του χιούμορ, καλλιέργεια, ειρωνεία, οξύ πνεύμα, φλέγμα και όλα όσα απαρτίζουν το οπλοστάσιο της βρετανικής  ελίτ. “He’s a jolly good fellow… isn’t he?”

Υπάρχει μια φράση κλειδί της Τριλογίας που διατρέχει όλη την πολιτική διαδρομή του Francis Urquhart «αυτό είναι κάτι που ούτε κατά διάνοια δεν πρόκειται να παραδεχτώ δημόσια». Την απευθύνει σε ερωμένες, σε συνεργάτες, σε δημοσιογράφους, σ’ εμάς τους θεατές. Είναι η φράση που εκβιάζει τη συνενοχή μας, η φράση που αποκαλύπτει τη διττή φύση και τη βαθιά ανηθικότητα της εξουσίας. Η παραδοχή ότι ο δημόσιος λόγος είναι αυτός που είναι γιατί μας χαϊδεύει τ’ αυτιά, γιατί χρησιμεύει για να αποκοιμίζει τις υποψίες μας. Ο δημόσιος λόγος είναι το παραπέτασμα που συγκαλύπτει όσα πραγματικά συμβαίνουν στο σκληρό πυρήνα των παιχνιδιών εξουσίας. Σ’ αυτό τον κόσμο των παρασκηνίων, στην εγκληματική φύση των πρωταγωνιστών του πολιτικού παιχνιδιού –και μάλιστα όχι σε καμιά φανταστική χώρα αλλά στην πολύ πραγματική Βρετανία- μας προσκαλεί η Τριλογία του House of Cards. Γι’ αυτό και είναι κάτι περισσότερο από ένα καλοφτιαγμένο πολιτικό θρίλερ: είναι  μια παράδοξα αληθινή και άβολη για το μέσο θεατή – ψηφοφόρο απεικόνιση της χυδαιότητας της εξουσίας…

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s