Ζωή Δανεικιά – Διήγημα

Ήτανε άριστος μαθητής στο Γυμνάσιο, πρώτος. Πράγμα όχι εύκολο τα χρόνια εκείνα τα προπολεμικά. Κι ακόμα πιο δύσκολο για γιο μικρο-αγρότη από χωριό ορεινό. Όμως δεν ήταν μόνο ότι τα έπαιρνε τα γράμματα  κι έκοβε το μυαλό του, ήταν και δουλευταράς. Ξενυχτούσε πάνω από τα βιβλία κι αν κάτι δεν το έπιανε με την πρώτη, έσπαγε το κεφάλι του μέχρι να το καταλάβει. Σε νοικιασμένη κάμαρα στη Χώρα, όπου πάσχιζε να του φτάσει το ψωμοτύρι του ολόκληρη βδομάδα.

Ήτανε χρόνια φτωχά. Φτωχά και ζορισμένα. Κι η απόφαση που έλαβε ο γονιός του, να τον γράψει στη Νομική Αθηνών μόλις πήρε το χαρτί του Γυμνασίου κι αυτή δεν ήταν εύκολη απόφαση. Ένιωθε όμως ότι δεν έπρεπε να κόψει το δρόμο του γιου του τέτοιος λαμπρός μαθητής που ήτανε.  Τον έβλεπε ήδη δικηγόρο, με τσάντα και κύρος και σεβασμό. Κι ας αναγκάστηκε, ο πατέρας, να σταματήσει το μικρότερο γιο στην Πρώτη Γυμνασίου και να τον πάρει μαζί στο μεροκάματο. Έτσι γινόταν εκείνη την εποχή. Κάθε απόφαση έχει το τίμημά της.

Βρέθηκε στην πρωτεύουσα Σεπτέμβρη του 1936. Γράφτηκε στη Σχολή και νοίκιασε δωμάτιο σε αυλή στη Νεάπολη. Τα έφερνε δύσκολα, το ισχνό επίδομα που τσίμα τσίμα κατάφερνε να του στέλνει ο πατέρας του έφτανε με το ζόρι για το νοίκι του. Έκανε κάτι μεροκάματα σερβιτόρος και τα κουτσοκατάφερνε. Στα μαθήματα όμως πήγαινε καλά. Τα χοντρά συγγράμματα  του Δικαίου τα είχε λιώσει, ξενυχτώντας στο φως της λάμπας. Και περνούσε τα μαθήματα στην ώρα τους.

Τα καλοκαίρια γύρναγε στο χωριό για κάτι λίγες μέρες. Ήταν το καμάρι των γονιών του, το καμάρι του χωριού. Παλικάρι μετρημένο, σοβαρό, λιγομίλητο. Οι περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν ως φτιαγμένο δικηγόρο, τον έβλεπαν κιόλας τα συμφέροντά τους να υπερασπίζεται. Κάποιοι βέβαια σούφρωναν τα φρύδια τους, κοιτάζοντας με τσιμπήματα ζήλιας παιδί παρακατιανών ν’ ανοίγει με μεγάλα βήματα το δρόμο για καλύτερη ζωή. Αλλά χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις…

 

Κόντευε να τελειώσει ο Ιούνιος του 1939. Είχε τελειώσει το Τρίτο Έτος κι έβλεπε πια μπροστά του το πτυχίο. Τον τελευταίο μάλιστα καιρό τα πράγματα του πήγαιναν όλο και καλύτερα. Κόντευε να κλείσει χρόνος πια που δούλευε εισπράκτορας στους Ηλεκτρικούς Τροχιόδρομους Αθηνών – Πειραιώς, στα τραμ δηλαδή. Κάποιοι χωριανοί με προσβάσεις στο τότε καθεστώς είχαν μεσολαβήσει. Κι εκείνος είχε φανεί αντάξιος. Συνεπής στη δουλειά, ούτε γκρίνιαξε για τις δύσκολες βάρδιες, ούτε για τίποτα. Εκτιμούσε με το παραπάνω το σταθερό βδομαδιάτικο που του επέτρεπε να συνεχίζει τη σχολή χωρίς το φόβο της πείνας.

Προχωρημένο απομεσήμερο. Η ζέστη θα έπιανε σε λίγο να καταλαγιάζει όπως ο ήλιος έγερνε. Σάββατο και το σχόλασμα της βάρδιας σήμαινε ξεκούραση και ολόκληρη Κυριακή μπροστά τους. Η αλλαγή του θα γινόταν στα Χαυτεία, μπροστά στα «Ηνωμένα Βουστάσια». Εκεί θα κατέβαινε από το όχημα και θα παρέδιδε το τσαντάκι του εισπράκτορα με εισιτήρια και εισπράξεις στο συνάδελφο της επόμενης βάρδιας. Για το βραδάκι είχε στο νου του να βρεθεί με κάποιους χωριανούς που βρίσκονταν στην πρωτεύουσα για καμιά παγωμένη μπίρα στις ψησταριές της Ομονοίας. Μετρημένα πράγματα και αξιοπρεπή.

Όλοι το είδαν να έρχεται εκτός από εκείνον. Όλοι το κατάλαβαν πριν συμβεί, εκτός από εκείνον. Είδαν το τραμ της αντίθετης κατεύθυνσης, εκ Συντάγματος, με ήχο στριγκό των σπασμένων του φρένων, με σπίθες στις σιδηροτροχιές, με το καμπανάκι του να χτυπάει έξαλλα. Είδαν τον τροχιοδρομικό στη θέση του οδηγού να χειρονομεί και να φωνάζει χωρίς ν’ ακούγεται ότι φρένα δεν είχε. Όλοι το είδαν εκτός από εκείνον. Εκείνος είχε γυρισμένη την πλάτη, προσπαθούσε να καταλάβει τι του έλεγε ο συνάδελφος εισπράκτορας. Δεν πρόλαβε να γυρίσει να δει, δεν πρόλαβε.

Το τραμ χωρίς να καταφέρει να κόψει ταχύτητα ούτε στο ελάχιστο, τον έριξε μπρούμυτα στο έδαφος. Ύστερα με όλο το βάρος και την ορμή του πέρασε από πάνω του. Του έκοψε το πόδι, του ρήμαξε τη ζωή. Όταν ξεπέρασε τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις στα νοσοκομεία γύρισε με μια βαλίτσα χάρτινη στο χωριό.  Χωρίς πτυχίο και με σύνταξη αναπηρική. Κόντευε να τελειώσει το 1939.

 

Τον καλοδέχτηκαν στο χωριό ή όχι; Ποιος μπορεί μετά από τόσα χρόνια να το πει. Σίγουρα στάθηκαν δίπλα του οι γονιοί του και τ’ αδέρφια του. Ειδικά εκείνος ο μικρός αδερφός που του «είχε κόψει το δρόμο» τον αγκάλιασε πιο ζεστά από όλους.

Όμως το χωριό δεν άργησε να δείξει και τα κρυμμένα, για τόσα χρόνια, νύχια του. Ξεχείλισε η υποχθόνια μοχθηρία όσων είχαν δει κάποιον να υψώνεται απροσδόκητα, δικαιωμένη από την εξίσου αιφνίδια πτώση του. Ήταν εποχή με μεγάλες αναταραχές, σε λίγο ξέσπασε ο πόλεμος. Λίγο πριν ωστόσο είχαν ξεκινήσει τα σούσουρα και τα παρατσούκλια.

Είναι χιλιάδες οι τρόποι που μπορεί μια μικρή κοινότητα ανθρώπων, από εκείνους που είναι αξιοπρεπείς και ευγενικοί, που κάνουν τους μεγάλους σταυρούς στην εκκλησία, να χλευάσει, να σταμπάρει, να τσαλακώσει, να υποτάξει όσους έχει βάλει στο μάτι.

Τα λέγανε στο καφενείο, ψιθυριστά και στο αυτί στην αρχή. Και κρυφογελούσαν καθώς τσούγκριζαν το ρακί τους. Αργότερα ξεθάρρεψαν και τα έλεγαν πιο δυνατά ξεκαρδισμένοι. Ο σακάτης, ο κουτσός, ο κούτσαβλος, ο μισερός. Και το πιο φαρμακερό γιατί ήταν τάχα ευρηματικό κι ευφάνταστο και τα συνδύαζε όλα «ο κουτσοδικηγόρος».

Τον πρώτο καιρό ο ίδιος δεν το καταλάβαινε. Όταν τον έπιανε να πάει στο καφενείο, κι ήταν πάντα κι ο μικρός αδελφός μαζί του, κουβέντα άσχημη δεν έλεγαν μπροστά του. Αλλά σιγά σιγά άρχισαν να φτάνουν στ’ αυτιά του τα παινέματα που του στόλιζαν πισώπλατα οι χωριανοί. Ήξερε, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί γιατί δεν μπορούσε να το καταλάβει. Τι τους είχε φταίξει; Σε τίποτα δεν τους είχε φταίξει. Δικά του ήταν τα όνειρα, δικός του λογαριασμός κι η συντριβή τους, εκείνους τι τους έμελε;

Μέχρι που μια βραδιά του το ξεφούρνισαν κατάμουτρα. Στο καφενείο ήταν σε εξέλιξη μια διαμάχη ανάμεσα σε δυο γείτονες περιβολάρηδες για το νερό από το κοινοτικό πηγάδι, συνηθισμένα πράγματα. Σε μια στιγμή ο ένας από τους δυο γύρισε και του ζήτησε τη γνώμη του. Τι στην οργή δυο κουτσονομικούλια είχε προλάβει να τα μάθει.

Σκούπισε τα γυαλάκια του κι άρχισε χαμηλόφωνα, όπως πάντα έκανε, να λέει τη γνώμη του. Μόλις ο άλλος κατάλαβε ότι του έδινε άδικο τον διέκοψε οργισμένα: «Δεν μας παρατάς κι εσύ με τις σοφίες σου ρε κουσοδικηγόρε!»

Αυτό ήταν, σηκώθηκε, βγήκε αργά κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Έσυρε το σακάτικο ποδάρι του μέχρι το πατρικό του. Κλείστηκε μέσα κι αποφάσισε να διαγράψει μονοκοντυλιά τη ζωή του…

 

Κλείστηκε. Κλειδώθηκε. Μανταλώθηκε. Κλείστηκε από τους έξω, στέγνωσε μέσα του. Στο καφενείο ούτε ξαναπάτησε στη ζωή του, με τους χωριανούς η σχέση του ήταν καλημέρα καλησπέρα μέχρι εκεί. Πικρό λόγο δεν είπε ποτέ του ίσως γιατί ποτέ του δε μίλησε. Ζούσε με τη σύνταξή του και τα λίγα μποστανικά που του έδινε ο μικρός μπαξές που φρόντιζε με κόπο λόγω της  αναπηρίας του. Αν είχε ποτέ στο μυαλό του να φτιάξει οικογένεια, να κάνει παιδιά κανείς ποτέ δεν το έμαθε.

Δίπλα του ο χρόνος, η ζωή, η ιστορία περνούσαν και προσπερνούσαν. Τελείωσε ο πόλεμος, ήρθε κι άλλος πόλεμος αδελφοκτόνος τελείωσε κι αυτός. Έγιναν πράγματα θαυμαστά, πράγματα νέα. Μέχρι και στο φεγγάρι έφτασε ο άνθρωπος κι ετοιμαζόταν να πάει ακόμα μακρύτερα. Εδώ είχαμε βασιλιά και τον διώξαμε, ήρθαν άλλοι κυβερνήτες, τα πράγματα καλυτέρεψαν και πρόσφατα χειροτέρεψαν ξανά.

Το χωριό έπιασε ν’ αδειάζει από κόσμο, καθώς όλο και περισσότεροι έπαιρναν στα χέρια τους  τη βαλίτσα του μετανάστη και κινούσαν γι’ αλλού. Έπειτα τα τελευταία χρόνια έπιασε να γεμίζει κόσμο τα καλοκαίρια, κόσμο που έκανε τουρισμό.

Σπίτια ρημάξανε, άλλα σπίτια καινούργια υψώθηκαν. Ήρθε το ηλεκτρικό κι ο κοινοτικός φωτισμός. Τα δρομάκια στρώθηκαν στην αρχή με τσιμέντο κι αργότερα με πλάκες. Η πλατεία του χωριού άλλαξε όψη τρεις φορές κι ήταν βέβαιο ότι θα άλλαζε κι άλλες.

Όλα αυτά τα άκουγε, τα μάθαινε, τα καταλάβαινε, δεν τα ζούσε.

Ο μόνος που είχε κρατήσει σχέση κοντινή ήταν ο μικρός αδερφός. Εκείνος του χτυπούσε την πόρτα κάθε πρωί, εκείνος του έλεγε καληνύχτα κάθε βράδι. Τον σεβόταν, τον αγαπούσε, τον προστάτευε. Ήταν λες και το δυστύχημα είχε αλλάξει τη σειρά και τις ηλικίες, άλλος ήταν τώρα ο μικρότερος.

Ο μικρός αδερφός έκανε οικογένεια, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα. Λεφτά δεν έκανε ποτέ του, πάντα για το μεροκάματο πάσχιζε, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία.

Για τον μεγάλο, η επαφή με τον κόσμο, η επαφή με τη ζωή ήταν η οικογένεια του μικρότερου. Χαιρόταν με τις χαρές τους, στενοχωριόταν με τις λύπες τους, αγωνιούσε με τις ανησυχίες τους. Αυτοί ήταν ο κόσμος του, ο δεσμός που τον κρατούσε.

Ζούσε μόνος του στο πατρικό τους, ο μικρός αδερφός είχε χτίσει ακριβώς δίπλα. Ζούσε με τα παλιά του τα βιβλία της Νομικής, την εφημερίδα που καθημερινά του έφερνε ο μικρός, το ραδιάκι με τις μπαταρίες που του έφερνε τις ειδήσεις, τις κεραμιδόγατες της γειτονιάς που πάντα ένα πιάτο φαΐ τους άφηνε.

Από παραξενιά της τύχης, ο μικρός αδερφός έφυγε πρώτος από τη ζωή πριν μερικά χρόνια. Από τις τελευταίες του παραγγελίες στα παιδιά του ήταν «μην αφήσετε μόνο το θείο σας, δεν έχει άλλον από σας…»

Τις προάλλες,  οι καμπάνες στο χωριό χτύπησαν πένθιμα αγγέλλοντας την αποδημία του. Λίγοι, ελάχιστοι ακολουθήσαμε το ταπεινό του ξόδι. Να ήταν και κάποιοι εκεί, από κείνους που πριν από χρόνια του είχαν κολλήσει τη ρετσινιά, σίγουρα θα ήταν. Ο χρόνος, είπαμε, είχε περάσει, κι από κείνους είχαν μείνει ελάχιστοι.

Το ασπρόμαυρο τοιχοκόλλημα έγραφε «ετών 90». Δεν έλεγε την αλήθεια. Είκοσι και κάτι χρονών παλικάρι ήταν τον Ιούνιο του 1939 όταν τελείωσε η ζωή του. Η υπόλοιπη, ήταν ζωή δανεικιά.

Copyright Κ.Ζ. 2011

Μνήμη Δ.Π.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Ζωή Δανεικιά – Διήγημα

  1. Ο/Η Κώστας Ζυρίνης λέει:

    Είναι η ανατομία της τότε ελληνικής κοινωνίας που, όμως, άλλαξε. Προς το χειρότερο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s