Ο Γερουσιαστής – Διήγημα

Συνεχίζοντας τη μεσογειακή του περιήγηση το Ερυθρό Καγκουρώ συναντήθηκε με το φίλο Marco Peressi και το Γερουσιαστή του, που όλοι καταλαβαίνουμε ποιος είναι. Έκατσε και το μετάφρασε το μικρό αυτό διήγημα (πήρε και τα φώτα της Μ.Σ. στην επιμέλεια) και σας το σερβίρει. Και σκέφτεται πόσο πολύ το περιστατικό θα μας άρεσε αν είχε συμβεί σε κάποιον από τους καθ’ ημας «πατέρες του έθνους».

 

Ο γερουσιαστής

Il senatur

Του Marco Peressi

Το ταβερνάκι βρισκόταν κοντά στο σταθμό του τρένου, είχε μια μικρή αίθουσα και ακόμα πιο μικρή κουζίνα. Η επιγραφή «Τρατορία Μόντε Ρόζα» αποτελούσε κατάλοιπο της παράδοσης των ονομάτων του περασμένου αιώνα του τύπου «Χρυσό Λιοντάρι», ή «Τρατορία του Ταχυδρομείου» ή «Του Ταξιδιώτη». Αφεντικό ήταν ο πατέρας του Μπέπε, ενώ ο Μπέπε δούλευε ως σερβιτόρος.

Είχε περάσει από κει για να βρει τον φίλο του, αλλά έφτασε στη λάθος στιγμή. Μπορεί να ήταν μόνο δωδεκάμισι το μεσημέρι, αλλά ήταν από εκείνα τα καταραμένα μεσημέρια τα γεμάτα με κόσμο. Στην αίθουσα σερβίρανε και ο Άλντο και ο Μπέπε, πατέρας και γιος, αλλά ο πατέρας δούλευε και στην κουζίνα, όντας και μάγειρας και ιδιοκτήτης. Με άλλα λόγια γινόταν ο κακός χαμός.

Ο Τζάνι επιστρατεύθηκε μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, και διατάχθηκε να δώσει ένα χεράκι, χωρίς να προλάβει ν’ απαντήσει. Ο Άλντο του φόρεσε μια παλιά ποδιά, και του ανέθεσε μισή ντουζίνα καθήκοντα, όλα απλά πράγματα, ενώ ο Μπέπε  τον κοίταγε με συμπάθεια σα να του έλεγε «υπομονή».

Ήταν σε εξέλιξη ένα γεύμα προς τιμήν ενός πολύ γνωστού πολιτικού, που τον συνόδευε ολόκληρη Αυλή από παρατρεχάμενους και γλείφτες. Το μενού περιλάμβανε ψάρι, συνταγές απλές και γρήγορες. Η πιο σημαντική δουλειά, σ’ αυτή την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ήταν η επίβλεψη του ψησίματος καραβίδων που ήταν εκείνη την ώρα στα κάρβουνα.

Οι πόρτες της κουζίνας ανοιγόκλειναν συνέχεια, χτυπώντας σαν πόρτες ενός σαλούν, με πατέρα και γιο να έρχονται με βρώμικες πετσέτες και άδεια μπουκάλια και να βγαίνουν με τα χέρια γεμάτα πιάτα.

Ο Τζάνι είχε ένα δυνατό κρυολόγημα, που το συνόδευε ένας βήχας επίμονος κι ενοχλητικός. Ασθένεια εποχιακή, η ετήσια και ακριβής στην άφιξή της χειμωνιάτικη βρογχίτιδα.

Στα μικρά διαλείμματα ανάμεσα στη μία και στην άλλη δουλειά, κατασκόπευε την αίθουσα.

Όσο περισσότερο την παρατηρούσε, τόσο περισσότερο του φαινόταν αντιπαθητική αυτή η κωλόφατσα, στην κορυφή του τραπεζιού, να φουσκώνει με έκφραση ευχαρίστησης για το φαΐ και περιφρόνησης για τους ίδιους τους συνδαιτημόνες του, που δεν έχαναν ευκαιρία να του ρίχνουν υπόγειες και ευλαβικές ματιές. Οι τρισάθλιοι…

Il senatur!

Ένας ξαφνικός βήχας του καθάρισε το φλέγμα από τα πνευμόνια. Του βγήκε μια ροχάλα, μια μπάλα ολόκληρη από θολό φλέγμα, και ζητάμε και συγγνώμη για την λεπτομερή περιγραφή. Θέλησε να απαλλαγεί: την έφτυσε, μπροστά στον Μπέπε που και διασκέδαζε και ανησυχούσε, ακριβώς πάνω στην αναμμένη ψησταριά. Σκεφτόταν ότι η καυτή επιφάνεια θα την εξάτμιζε στο άψε σβήσε: λάθεψε στο σημάδι και πέτυχε μια καραβίδα.

Καθώς φοβόταν την εμφάνιση του Άλντο, που άνθρωπο με κατανόηση δε θα τον έλεγες με τίποτα, βιάστηκε πιάνοντας μια σπάτουλα να καθαρίσει το οστρακοειδές. Μόνο που το φτύσιμο όχι μόνο δεν εξατμίζονταν αλλά άπλωνε κιόλας πάνω στην, τώρα πια καλοψημένη, καραβίδα. Όσο το άγγιζε με τη σπάτουλα, τόσο απλώνονταν σα λάστιχο.

Είχε τρομοκρατηθεί· το ίδιο κι ο Μπέπε. Κοιτάχτηκαν και σε μια στιγμή κατάλαβαν ότι είχαν χάσει το παιχνίδι. Σε λίγη ώρα θα έμπαινε ο Άλντο και, ανακαλύπτοντας τι έχει συμβεί θα τους έκανε μαύρους στο ξύλο. Ο γέρος δεν έπαιζε κι είχε και βαρύ χέρι. Μπορεί και να τους σκότωνε.

Μέσα στον πανικό πήρε τις δυο καραβίδες και τις έριξε σ’ ένα πιάτο ακριβώς τη στιγμή που έμπαινε ο πατέρας του Μπέπε.

«Ε…λοιπόν;», και δώστου μια βλαστήμια· «έτοιμες ή όχι οι καραβίδες;», κι άλλη βλαστήμια για κλείσιμο.

Βγήκε στην αίθουσα σα ρομπότ, με το πιάτο στο χέρι και πήγε, με αβέβαιο βήμα, προς το τραπέζι, όταν ακούστηκε μια φωνή πιο δυνατή από τις άλλες:

«Σε μένα, ευχαριστώ!».

Ήταν εκείνος, ο τιμώμενος, ο πολιτικός-αμφιτρύων, ο Υπερασπιστής των φτωχών και των κατατρεγμένων.

Ο Τζάνι, μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και, κάτω από το αυστηρό βλέμμα του πατέρα και τα κλειστά μάτια του γιου, σέρβιρε την άτιμη μερίδα. Μετά ώσπου να πεις κίμινο χώθηκε στην κουζίνα ψάχνοντας τρόπο να το βάλει στα πόδια. No way out.

Άκουσε την ίδια με πριν φωνή που υψωνόταν ξανά, βροντερή και αυταρχική.

«Άλντο! Έλα εδώ μια στιγμή να σου πω…».

Άσπρισε. Πλησίασε στη μισόκλειστη πόρτα και είδε τον Άλντο να πλησιάζει τον Γερουσιαστή της Ιταλικής Δημοκρατίας, ενώ ο Μπέπε τον κοίταγε έντρομος με την έκφραση αμνού πριν τη σφαγή.  Ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει, ένιωθε ήδη στην εντατική.

Μέσα στο θόρυβο, άκουσε πάλι το Γερουσιαστή:

«Συγγνώμη, ξέρω ότι οι μεγάλοι μάγειρες δεν αποκαλύπτουν ποτέ τα μυστικά τους γι’ αυτό και δε σε ρωτώ το μυστικό για τη σως πάνω στις καραβίδες, αλλά… στ’ αλήθεια πεντανόστιμη. Συγχαρητήρια».

Ο Άλντο δεν κατάλαβε, αλλά έσκυψε το κεφάλι ταπεινά και ευχαρίστησε, ίσως ήταν πολύ κουρασμένος.

Ο Τζάνι έβγαλε βιαστικά την ποδιά και άφησε το μαγαζί, χαιρετώντας ευγενικά τους παριστάμενους. Μια δουλειά επείγουσα, έκτακτη που δεν έπαιρνε αναβολή:

«Λυπάμαι αλλά πρέπει να φύγω».

«Ευχαριστώ Τζάνι, το μεροκάματο το κανονίζουμε το βράδι!».

Ούτε που γύρισε να κοιτάξει:

«Δεν κάνει τίποτα· ευχαρίστησή μου ήταν».

Κατά βάθος έλεγε αλήθεια.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to Ο Γερουσιαστής – Διήγημα

  1. Ο/Η rogerios λέει:

    Ωραίος! Μήπως έχεις κι υποψήφιους δικούς μας εθνοπατέρες για τον ρόλο; [νταξ. παρεκτρέπομαι]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s