Το κοιμητήριο Ροσάλες – Διήγημα

Με ξεχωριστή χαρά το Ερυθρό Καγκουρώ εξασφάλισε και «δημοσιεύει» το  εξαιρετικό Διήγημα «Το κοιμητήριο Ροσάλες» του David Vivanco Allepuz σε μετάφραση από τα ισπανικά της καλής φίλης Μάχης Σ.

Σας αφήνουμε στη χαρά της ανάγνωσης.

 

Το κοιμητήριο Ροσάλες

 

Όταν κατέβηκε από το λεωφορείο στο Κοιμητήριο Ροσάλες ήταν πια φθινόπωρο. Τη μισή ώρα που κράτησε η ελικοειδής διαδρομή του λεωφορείου στο εσωτερικό της νεκρόπολης, από την κύρια είσοδο μέχρι την εκκλησία της Αγίας Καρδιάς, στο πιο ψηλό σημείο, η κυρία Μαρία διαπίστωσε πώς το σχετικά ζεστό πρωινό του Σεπτεμβρίου είχε γίνει μια δυσάρεστη Κυριακή. Θα μπορούσε μάλιστα να πει ότι κάτι περίεργο συνέβαινε στο μέρος που βρισκόταν.

 

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής στα σωθικά της πόλης των νεκρών, της διαδρομής που περνούσε δίπλα από κενοτάφια με σκουριασμένες τις μισάνοιχτες σιδερένιες πόρτες τους, με τους γερανούς του λιμανιού να φαίνονται σαν στολίδια στο φόντο, από ήσυχα μονοπάτια και πολυόροφα κτίσματα με καθ’ ύψος τάφους, από πρόσφατα μνήματα και τεμπέληδες γάτους και γλάρους που κοιτούσαν αυθάδικα όρθιοι πάνω στους πέτρινους σταυρούς, μεταλλικά πλαίσια από παλιές κορνίζες που συνυπήρχαν με αναμνηστικά στα πιο πρόσφατα μνήματα όπως φωτογραφίες γενεθλίων και καρτ-ποστάλ και κασκόλ της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης, είχε αρχίσε να φυσά ένας αέρας όπως στις ταινίες φρίκης και ο ουρανός είχε πάρει έναν χρώμα μαβί που σε προκαλούσε να διακόψεις πριν την ώρα του τον καθιερωμένο φόρο τιμής στους νεκρούς και να πάρεις για το δρόμο της επιστροφής το πρώτο λεωφορείο που θα εμφανιζόταν. Συνήθιζε να κάνει την ετήσια επίσκεψη στον τάφο των γονιών της Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο για να αποφύγει την αποπνικτική ζέστη του καλοκαιριού ή τα πλήθη που συνέρρεαν στο Κοιμητήριο Ροσάλες τη Μέρα των Νεκρών. Έτσι μπορούσε να βρίσκει θέση στο λεωφορείο και να εξασφαλίζει με σχετική ευκολία μία από τις σκάλες για να ανέβει στον τάφο που βρισκόταν στον τρίτο όροφο του Τοίχου A του Συγκροτήματος 12 της Πλατείας Σαν Αγουστίν, πράγματα καθόλου εύκολα όσο πλησίαζε η 1η Νοεμβρίου.

 

Κάθισε στη στάση και έψαξε στην τσάντα της το κλειδάκι του τάφου. Τίποτε δεν είχε αλλάξει στην πλατεία από την τελευταία φορά. Αναγνωριζόταν εύκολα μέσα από το ίδιο λεωφορείο λόγω του τεράστιου τσιγγάνικου τάφου που ήταν το σήμα κατατεθέν της: μία Παρθένος από γαλάζιο γύψο σε φυσικό μέγεθος, περιτριγυρισμένη από ψεύτικα κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα, προς τιμήν των λειψάνων των Αντόνιο και Τσίκι εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια και οι Μορένο φρόντιζαν να είναι πάντα το μνήμα άψογο. Λίγο πιο πάνω, και στη σκιά μιας συστάδας κυπαρισσιών, μια άλλη παλιά γνώριμη. Ο ετοιμόρροπος και μισοκαλυμένος με βρύα σταυρός του ζοφερού μνήματος της Ρακέλ Σανχουάν, της αρτίστας και ηθοποιού του κινηματογράφου που η φήμη της είχε περάσει τα σύνορα εκεί στα χρόνια του 1920 και του 1930. Η κυρία Μαρία παραξενεύτηκε. Κάποιος είχε αφήσει πάνω στην ταφόπλακα ένα μπουκέτο φρέσκα γαρύφαλα· δεν θα είχε περάσει ούτε βδομάδα. Κάποιος θαυμαστής που νοστάλγησε τα παλιά; Κάποιος συγγενής; Ο καιρός δεν ήταν κατάληλος να περνάει κάποιος την ώρα του με τέτοιες σκέψεις. Έδεσε ένα μαντήλι στο λαιμό της και σήκωσε μέχρι επάνω τον γιακά της ζακέτας της. Πήρε το χαλικόστρωτο δρομάκι στα δεξιά και έστριψε στο τρίτο μονοπάτι στα αριστερά. Ρώτησε έναν υπάλληλο που κουβαλούσε τα διαλυμένα υπολείμματα από ένα παλιό φέρετρο με το μικρό όχημά του αν θα μπορούσε να της φέρει τη σκάλα που φαινόταν στο τέλος του μονοπατιού. Αυτός την κοίταξε δύσθυμα και αποφάσισε ότι πιο πολύ βαριόταν να σκεφτεί μια πειστική δικαιολογία παρά να περπατήσει κάποια μέτρα. Επέστρεψε σε λίγα λεπτά κουβαλώντας τη βαρειά μεταλλική σκάλα. Εν τω μεταξύ, η κυρία Μαρία είχε βγάλει από την τσάντα της το καθαριστικό για τα τζάμια, κάτι παλιόπανα, ένα φτερό για το ξεσκόνισμα, κάτι ψεύτικα λουλούδια από τους Κινέζους και ένα πράσινο πλαστικό κουβαδάκι το οποίο γέμισε με νερό από τη βρύση. Το νερό έβγαινε παγωμένο. Από εκεί μπορούσε να δει τόσο τη θάλασσα, στα ανατολικά, όσο και το παλαί ντε σπορ, τον πύργο των τηλεπικοινωνιών και το εθνικό μουσείο τέχνης, στα δυτικά. Ευχαρίστησε τον υπάλληλο του νεκροταφείου για τη διευκόλυνση κι εκείνος, ανοίγοντας την πόρτα του οχήματός του, της έδωσε να καταλάβει, σηκώνοντας το δεξί του χέρι χωρίς να την κοιτάζει, ότι την είχε ακούσει.

Ανεβασμένη στην σκάλα, άνοιξε το πορτάκι και έριξε νερό στο τζάμι. Με προσοχή γιατί δεν στηριζόταν καλά. Άκουσε το μικρό όχημα του υπαλλήλου να παίρνει μπροστά και να απομακρύνεται. Πέρασε το βρεγμένο κουρελόπανο από τη μέσα πλευρά του τζαμιού. Την παραξένεψε η απουσία της κυρίας Τερέσα. Η Τερέσα, η γειτόνισσα του τέταρτου τάφου στον δεύτερο όροφο, μετρώντας από τα αριστερά του τοίχου, ερχόταν κάθε Κυριακή για να καθαρίσει το μνήμα στο οποίο αναπαυόταν ο σύζυγός της, συνταξιούχος πυροσβέστης. Όπως της είχε πει κάποτε, από τότε που πέθανε ο σύζυγος, εκείνη έλειψε από το κυριακάτικο ραντεβού της μόνο μια φορά όταν έσπασε το πόδι της, την άνοιξη του 1994. Ποτέ δεν της είχε πει πότε πέθανε ο άνδρας της αλλά από τον τρόπο που μιλούσε η ηλικιωμένη γυναίκα, αυτό θα πρέπει να είχε συμβεί εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια.

 

Κοίταξε το ρολόι της. Δέκα και είκοσι. Ίσως η κυρία Τερέσα να είχε αποφασίσει να πάρει το λεωφορείο των δέκα και μισή και ακόμη της έμενε χρόνος να τη χαιρετήσει, να τη ρωτήσει πώς ήταν, να μιλήσουν για το καλοκαίρι που τελείωνε, για τα πονάκια τους, για τα εγγόνια τους. Ψέκασε με το καθαριστικό την εξωτερική πλευρά του τζαμιού και την καθάρισε με το πανί. Επανέλαβε το ίδιο και στην μέσα πλευρά και κατέβηκε από τη σκάλα για να αλλάξει το νερό. Διέκρινε μια νεκρική πομπή στο Συγκρότημα 5. Καθάρισε καλά τη μαύρη, μαρμάρινη επιφάνεια στην οποία φαίνονταν χαραγμένα τα ονόματα της οικογένειας. Τη σκούπισε με το βρεγμένο πανί και μετά με ένα στεγνό και διαπίστωσε με ανησυχία ότι το μάρμαρο δεν ήταν καλά στερεωμένο. Θα ειδοποιούσε ένα γραφείο κηδειών να ερχόταν κάποιος να ρίξει μια ματιά και να ‘κολλήσει’ την πλάκα με τσιμέντο. Μούσκεψε τα δύο γυάλινα μικρά βάζα που στόλιζαν δεξιά και αριστερά τον τάφο, μετά τα σκούπισε και άλλαξε τα πλαστικά λευκά λουλούδια που είχε αφήσει την προηγούμενη χρονιά με άλλα κίτρινα. Έκλεισε την πόρτα και κατέβηκε τη σκάλα.

Αφού ξαναέβαλε τα πάντα στην τσάντα, έριξε μια ματιά στο ολοκληρωμένο έργο της, μια ιεροτελεστία που συνήθιζε πριν φύγει. Έτριψε μεταξύ τους τα χέρια της που είχαν παγώσει. Όπως έλεγε η ίδια, ο τάφος έδειχνε μια χαρούλα. Είχε πλήρη επίγνωση ότι δεν έκανε κάτι για τους γονείς της αλλά αισθανόταν πιο ήρεμη. Είχε επίσης την βαθειά πεποίθηση ότι τα παιδιά της δεν θα έκαναν τίποτε παρόμοιο ούτε για αυτήν ούτε για τους παππούδες τους. Κάνα χρόνο το πολύ πολύ. Μετά θα τα παρατούσαν. Όμως αυτή η πεποίθηση δεν συνιστούσε λόγο για να μη συνεχίσει να κάνει αυτό που η ίδια θεωρούσε πρέπον: να αποτίει έναν ταπεινό φόρο τιμής στους χαμένους γονείς, να διαλαλήσει σε όσους περνούσαν από τον Τοίχο A του Συγκροτήματος 12 της Πλατείας Σαν Αγουστίν (τους υπαλλήλους του κοιμητηρίου, τα περίλυπα προσκυνήματα συγγενών, τους γάτους) ότι ο δον Λεοπόλδο Ντολθ και η δόνια Φιλομένα Καρβαχάλ δε Ντολθ συνέχιζαν να έχουν κάποιον που τους φρόντιζε ακόμη διότι δεν υπήρχε τίποτε πιο λυπηρό σ’ αυτόν τον κόσμο (ούτε στον άλλο) από έναν ξεχασμένο τάφο. Πάντα έλεγε ότι οφείλουμε σεβασμό στους νεκρούς· σε όλους χωρίς εξαίρεση, ακόμη και σε εκείνους που δεν είχαν μάθει πώς να τον κερδίζουν όσο ζούσαν. Όρθια δίπλα στη σκάλα ξέχασε για μια στιγμή το κρύο που άρχιζε να της περονιάζει τα κόκκαλα και στάθηκε λιγάκι κοιτώντας την πλάκα του τάφου των Μαρτίνεθ Ινιέστα (κάθε χρόνο έπεφτε εκεί το μάτι της επειδή τα επίθετα της οικογένειας συνέπιπταν με εκείνα της κουνιάδας της), στο Riposa in pace των Ιταλών, στον τάφο της οικογένειας Μόρτε Ντεγογιάδα (πάντα της τραβούσε την προσοχή αυτή η παράδοξη ένωση οικογενειών) ή σ’ εκείνο των Κριζανόφσκι, τόσο καλά φροντισμένο, σ’ εκείνα τα συγκλονιστικά ανώνυμα μνήματα που οι πόρτες τους ήταν κλεισμένες με τσιμέντο και οι υπεύθυνοι του δήμου είχαν γράψει με μαύρα γράμματα, προσωρινός τάφος, Μανουέλ Παλόμο Βαλιέντε, 10-12-1973 ή ιδιοκτησία της οικογενείας Κορτές Αλβαράδο. Κάπου κάπου σκεφτόταν ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο λυπηρό από έναν νεκρό που τον έχουν εγκαταλείψει οι δικοί του, δεν υπάρχει τίποτε πιο λυπηρό από αυτές τις ειδοποιήσεις έξωσης που υπάρχουν στους τάφους που δεν έχουν πληρωθεί: Δεν ανανεώθηκε η χρήση του μνήματος σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κανονισμού των Κοιμητηρίων, προθεσμία ανανέωσης από 1 Σεπτεμβρίου μέχρις 30 Νοεμβρίου. Τίποτε, μα τίποτε πιο λυπηρό.

 

Η κυρία Τερέσα επισκεπτόταν την άλλη άκρη. Η αφοσίωσή της για τον χαμένο σύζυγο, οι συνεχείς επισκέψεις της στον άνδρα που τον οποίο είχε μοιραστεί πάνω από τη μισή ζωή της έρχονταν σε αντίθεση με τα σπασμένα και λερωμένα τζάμια, και τα μπουκέτα που είχε αφήσει κάποιος εκεί πριν από δεκαετίες σ’ εκείνα τα ξεχασμένα μνήματα. Η συνηθισμένη εξερεύνηση πριν αποχαιρετήσει το κοιμητήριο την έφερε στον τέταρτο τάφο, μετρώντας από τα αριστερά, του δεύτερου ορόφου. Ξαφνικά, ένοιωσε ότι της ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι και της φάνηκε πως θόλωνε η όρασή της και ρίγησε από ανησυχία. Πίστεψε πως θα λιποθυμήσει και πιάστηκε ενστικτωδώς από τη σκάλα μόλις ένιωσε να ζαλίζεται. Ένας κόμπος στο λαιμό της έπνιξε μια κραυγή πόνου. Εκεί ήταν η Τερέσα, η πιστή φύλακας του δεύτερου ορόφου και της χαμογελούσε. Ήταν ένα χαμόγελο φιλικό, καλοσυνάτο. Τα μαλλιά της είχαν γίνει καστανοκόκκινα, όπως όταν την είχε γνωρίσει, μόνο που τώρα ήταν λυτά. Δεν θυμόταν να την έχει δει ποτέ τόσο νέα. Όμως δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν αυτή, με ένα πουλόβερ με γιακά ζιβάγκο, το μενταγιόν με την Παρθένο των Παθών και τα γκρίζα μάτια της, τόσο ζωντανά να κοιτάζουν κάπου αόριστα, εκεί, μπροστά. Ήταν εκείνη· μια φωτογραφία σε οβάλ, παγωμένο σμάλτο, δίπλα στο πορτραίτο του συζύγου της, με τη στολή του, αποχρωματισμένη πια από τον ήλιο και τη βροχή. Τερέσα, Τερέσα…

 

Σηκώθηκε ένας αέρας παγωμένος. Ίσα που προλάβαινε το λεωφορείο της επιστροφής. Κατηφόρισε το χαλικόστρωτο μονοπάτι με το κεφάλι σκυφτό, τα χέρια στις τσέπες και βήμα ζωηρό. Τερέσα, Τερέσα… θα τα ξαναπούμε του χρόνου, Τερέσα…

David Vivancos Allepuz

Ο συγγραφέας David Vivancos Allepuz

 

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Το κοιμητήριο Ροσάλες – Διήγημα

  1. Ο/Η Κ.Κ.Μοίρης λέει:

    και σ’ άλλα τέτοια (οι προτάσεις σας είναι εγγύηση)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s