Καταρίνα Βιτ – Διήγημα

***

Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά ζόρια που μ’ έκαναν να πάρω την απόφαση να περάσω εκείνο το χειμώνα του 1984 στο χωριό της μάνας μου. Ήταν κι άλλα πολλά που δεν είναι η ώρα για να τα λέμε τώρα πια. Ήταν κυρίως ότι και στη δουλειά και στη ζωή μου τα είχα κάνει σκατά, αυτό ήταν γεγονός. Από πολλές απόψεις. Κι ήταν στο τέλος τέλος αυτή η αίσθηση που μας πιάνει ώρες ώρες, να μαζευτούμε στο καβούκι μας, να περάσουμε αθέατοι τον καιρό μέχρι να ξεκινήσουμε πάλι.

Το πατρογονικό της μάνας μου στο Βραχώρι, μεγάλο πέτρινο παλαιικό σπίτι, ήταν δίπατο κι έστεκε ακριβώς στην είσοδο του χωριού. Ο χρόνος είχε κάνει βέβαια τη δουλειά του, το σπίτι είχε χρόνια να κατοικηθεί και να συντηρηθεί προφανώς. Τα κεραμίδια στη μιαν άκρη έμπαζαν, η μούχλα είχε εγκατασταθεί σε κάποια από τα δωμάτια, τα κουφώματα ήθελαν άλλαγμα το δίχως άλλο.

Έτσι όταν έφτασα, αρχές Οκτώβρη ήταν, οι περισσότεροι χωριανοί κούνησαν τα κεφάλια. Σιγά μην τα κατάφερνε να μείνει άνθρωπος χειμώνα καιρό σε κείνο το ρημάδι. Τα κουτσοκατάφερα όμως. Αχρήστεψα όλο το επάνω πάτωμα που είχε και τις περισσότερες αβαρίες κι έφραξα τη σκάλα με χοντρές σανίδες. Περιορίστηκα στις δυο κάμαρες του ισογείου και στο κουζινάκι της γιαγιάς μου. Άσπρισα βιαστικά τα ντουβάρια να σκεπαστούν οι μούχλες, έστησα την ξυλόσομπα. Εκεί και το υπνοδωμάτιο και τα πάντα. Το στοιχειώδες λουτρό ήταν στην αυλή, πράγμα άβολο ειδικά στην παγωνιά της νύχτας, αλλά, κι αυτό, ήταν άλλη ιστορία.

Με το χωριό της μάνας μου το Βραχώρι, είναι η αλήθεια, ποτέ δεν είχα πολλές σχέσεις. Μεγάλωσα στην Αθήνα και ούτε που το έβαζε ο νους μου λίγους μήνες πριν πάρω την απόφαση να πάω να μείνω εκεί. Καλά καλά το μέρος δεν το ήξερα. Μόνο κάτι παλιά καλοκαίρια πιτσιρίκος αχνοθυμόμουν. Κι ύστερα κάτι βιαστικά ανταμώματα με ξαδέρφια και λοιπούς συγγενείς σε γάμους, βαφτίσια ή κηδείες. Για όλους αυτούς και για τους υπόλοιπους χωριανούς ήμουν ένας μακρινός πατριώτης, ένα άγραφο χαρτί, κάποιος που η γενιά του κρατούσε από τον τόπο τους, αλλά και πάλι δεν τον καλογνώριζαν.

Άλλωστε και το Βραχώρι, απομονωμένο καθώς ήταν στα βόρεια του νησιού της μητέρας μου, μάζευε με το ζόρι 300 πάνω κάτω κατοίκους τους χειμωνιάτικους μήνες… ούτε γύρευε περισσότερους. Κι οι Βραχωρίτες πάλι κλειστοί και περήφανοι δεν αποζητούσαν παρέες και συντροφιές στη Χώρα ή στα γύρω χωριά.

Μια δυο φορές τις πρώτες μέρες, κάποιες μακρινές θειάδες με κάλεσαν για το καλωσόρισμα μετά υποχρεωτικού τραπεζώματος. Μετά, όταν ένιωσαν ότι βγήκε η υποχρέωση, όχι σε μένα στη μάνα μου, δεν το επανέλαβαν. Άλλωστε ο χειμώνας στο Βραχώρι, εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, ήταν μια εποχή δύσκολη και παράξενη. Ο κόσμος κλεινόταν νωρίς στο σπίτι τις μεγάλες νύχτες, τσακισμένος από την ολοήμερη δουλειά στα χωράφια. Οι κοινωνικές συναναστροφές, λιγοστές έτσι κι αλλιώς, περιορίζονταν στο ελάχιστο. Ποιος να κοιτάξει λοιπόν τον άγνωστο;

Τα οικονομικά μου, σας το είπα εξ αρχής, ήτανε χάλια, πιο χάλια δε γίνονταν. Κάτι πενταροδεκάρες που είχα μου έφταναν με το ζόρι να μην πεινάσω, άντε και να οικονομάω το πακέτο με τα φτηνιάρικα τσιγάρα μου. Όπως ο καιρός περνούσε όμως καταλάβαινα ότι, ούτε καν αυτές οι ελάχιστες πενταροδεκάρες δε θα ήταν  αρκετές για να βγάλω τη δύσκολη εποχή. Μέχρι να καλοκαιριάσει και να ζητήσω δουλειά σε κανένα τουριστικό μαγαζί της κοντινής παραλίας. Ανάγκη πάσα να βρεθεί κανένα στραβό μεροκάματο λοιπόν.

Το μεροκάματο βρέθηκε με τη μεσολάβηση ενός μακρινού μπάρμπα. Με πήρε κοντά της μια κομπανία, έτσι τις λέγαμε τότε, ένα συνεργείο δηλαδή, μαστόρων. Όταν λέμε μάστορες  εννοούμε ότι καταπιάνονταν με ότι είχε να κάνει με την οικοδομή. Χτίστες, μαραγκοί, αυτοδίδακτοι ηλεκτρολόγοι κι υδραυλικοί, μπογιατζήδες, τα πάντα έκαναν. Ήταν βέβαια κατ’ επάγγελμα αγρότες, οπότε οι δουλειές αυτές ήταν πάντα έκτακτες, αν υπήρχε κανένα μερεμέτι να γίνει, ή στην ακόμα πιο σπάνια περίπτωση που κάποια οικοδομή –συνήθως ομογενή- δεν ήταν συμφέρουσα για τους εργολάβους της Χώρας οπότε έπαιρναν υπεργολαβία τη δουλειά.

Θα μου πείτε, καλά κι εσύ τι στην ευχή έκανες με κείνη την κομπανία;  Λίγο απ’ όλα, απ’ όλα και τίποτα. Δε λέω άμαθος ήμουν ούτε είχα καταπιαστεί ποτέ με τέτοια πράγματα, παιδί της πόλης και του σχολείου και του πανεπιστημίου βλέπετε. Αλλά από την άλλη πρόθυμος ήμουν να κάνω ότι μου λέγανε κι ότι μου δείχνανε, μικρός ήμουν και τα κουράγια μας μεγάλα. Και τελικά, το είπαμε, τα είχα ανάγκη τα λεφτά. Μπορεί να γύριζα τσακισμένος στην κούραση στο σπίτι μόλις νύχτωνε, τόσο που κάποιες βραδιές δεν είχα ούτε κουράγιο ν’ ανάψω την ξυλόσομπα, οι άμαθοι κουράζονται περισσότερο είναι γνωστό, αλλά τα ένα δυο μεροκάματα την εβδομάδα, βόηθαγαν να τη βγάλουμε καθαρή, κι αυτό όσο να πεις το εκτιμούσα και το παραδεχόμουν.

Οι σχέσεις μου με τα υπόλοιπα παιδιά της μαστοράντζας δεν ήταν ούτε καλές ούτε άσχημες. Εντάξει στη δουλειά καλά τα πηγαίναμε, έκανα άλλωστε ότι μου έλεγαν πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αλλά από εκεί και μετά ήταν σα να ορθώνονταν ένα αόρατο τείχος ανάμεσά μας. Ήταν βλέπεις γιατί αυτοί ήταν παιδιά που είχαν μεγαλώσει μαζί, είχαν παίξει μαζί μπάλα στο ξερό γήπεδο, είχαν πάει –όσο πήγαν- μαζί σχολείο, είχαν μοιραστεί τις ίδιες εφηβικές μαγκιές, κάποιοι είχαν περάσει και στρατιωτικό παρέα. Από την άλλη εγώ ήμουν ένας ξενόφερτος που για το μεροκάματο περνούσε κάποιες ώρες μαζί τους, άντε μοιραζόταν και το κολατσιό την ώρα της ανάπαυλας. Και στην τελική, όπως το είχε πει ο Γεράσιμος, που αργότερα χάθηκε σε δυστύχημα με τρακτέρ «εσύ ρε φίλε μιλάς αλλιώς» σχολιάζοντας όχι μόνο τις λιγοστές κουβέντες μου, αλλά και την επίπεδη «πρωτευουσιάνικη» προφορά μου, που δεν είχε βέβαια σχέση με το βαρύ Βραχωρίτικο ιδίωμα.

Τα πηγαίναμε όμως καλά. Υπήρχε μια απόσταση μεταξύ μας, ένα χάσμα που όλοι είχαμε αποδεχτεί και κανένας δεν αποφάσιζε να διαβεί. Αλλιώτικοι ήμασταν αλλά μακριά κι αγαπημένοι. Όλοι; Εκτός από έναν, το Σάκη.

Ο Σάκης. Ο άτυπος ηγέτης της κομπανίας. Τέσσερα πέντε χρόνια μεγαλύτερος μου, όπως τώρα σκέφτομαι θα τριαντάριζε τότε. Μάγκας. Αρχηγός. Εκείνος έκανε τα νταραβέρια με εργολάβους της Χώρας κι έπαιρνε, για λογαριασμό όλων, τις καλύτερες δουλειές. Μελαχρινός και λεβεντόπαιδο χωρίς αντίρρηση. Ακόμα λεύτερος που το γλένταγε όπως λέγανε. Κι όχι μόνο στα καλοκαιρινά πανηγύρια, αλλά και στα μπουζούκια και στα μπαράκια της Χώρας όπου κατέβαινε με το χιλιοτρακαρισμένο αγροτικό του, τρέχοντας με παράτολμες ταχύτητες σε στροφές που σου έκοβαν την ανάσα.

Αυτός ο Σάκης λοιπόν, για κάποιους απροσδιόριστους λόγους με είχε βάλει στο μάτι από την πρώτη μέρα. Ή μάλλον τώρα πια, μετά από χρόνια, καταλαβαίνω τους λόγους. Τι δουλειά έχει ετούτο το ξένο σώμα μεταξύ μας θα έλεγε, που κολλάει με τη δικιά μας την κομπανία, σιγά μην του δώσουμε κι αέρα θα σκεφτόταν. Και συνέχεια μου την έλεγε, για θέματα δουλειάς εννοείται, με πειράγματα, με ειρωνείες, με σαρκασμούς. Είχε μάλιστα καταλάβει ότι τις νύχτες που είχα για ώρες αναμμένο το ηλεκτρικό ξενυχτούσα διαβάζοντας –όλα μαθαίνονται στα χωριά-  βρήκε πώς να ταιριάξει όμορφα το κορδόνι της κοροϊδίας. Τις όχι λίγες φορές που έκανα κάποια μαλακία στη δουλειά, ο Σάκης είχε έτοιμη την ατάκα: «εμ αυτά δεν τα γράφουνε τα βιβλιαράκια που διαβάζεις ρε μεγάλε!…»

Μου την έσπαγε; Και βέβαια μου την έσπαγε τι νομίζετε δηλαδή. Κυρίως γιατί με έβγαζε συνέχεια μπροστά, μια εποχή μάλιστα που δεν είχα καμιά όρεξη να είμαι μπροστά αλλά μόνο πίσω και απαρατήρητος… Γιατί δε μ’ άφηνε στην ησυχία μου παρά μόνο συνέχεια με τσίγκλαγε; Κάνα δυο φορές με είχε φτάσει στο αμήν να απαντήσω και να γίνει καβγάς τρικούβερτος, που θα σήμαινε και τη δια παντός αποβολή μου από το συνεργείο. Ειδικά μια φορά που κάτι χαλίκια στον ανήφορο μου αναποδογύρισαν το καροτσάκι με τα βουβά τα τούβλα, κι ακούστηκε η πρόγκα του Σάκη, ένας θεός ξέρει πως κρατήθηκα και δεν του σφύριξα το τούβλο στο δοξαπατρί του παλιομαλάκα.

Αλλά κρατήθηκα. Για πολλούς λόγους κρατήθηκα. Τα είχα κάνει, σας το είπα, γενικώς σκατά στη ζωή μου από άλλες ιστορίες, δε μ’ έπαιρνε να τα ξανασκατώσω κι εκεί. Κι ύστερα είπαμε, ήταν δύσκολος χειμώνας ο χειμώνας του 1984.

 

***

Ήταν δύσκολος χειμώνας, ο χειμώνας του 1984. Κι οι πιο δύσκολες μέρες ήταν εκείνα τα μέσα του Φλεβάρη, όταν νιώθεις το κρύο, τις βροχές, τα χιόνια, να παρατραβάνε να έχουν ξεχειλώσει, να μη λένε να τελειώσουν. Όλα ετούτα μου φαίνεται ότι σωρευτικά λειτουργούσαν.

Εκεί που στην πρώτη δυνατή βροχή όλοι λέγαν «επιτέλους λίγο νεράκι η γης έχει στεγνώσει» όταν οι βροχές σ’ έχουν για τα καλά κλείσει πάνω από βδομάδα και δε δείχνουν διάθεση να σταματήσουν ξυπνάς, ακούς την καταιγίδα στα κεραμίδια και βρίζεις «άει στο διάολο σαπίσαμε πια…».

Εκεί που το πρώτο χιόνι το υποδέχτηκες παιδιάστικα όλο χαρά, το τρίτο και το τέταρτο που κλείνει τους δρόμους για μέρες, χαλάει τις βρύσες, κρυσταλλώνει τα πάντα το υποδέχεσαι μουρμουρίζοντας «άι σιχτιρ, κωλόκαιρος…».

Αλλά εκείνος ο χειμώνας του 1984, για μένα είχε το πρόσθετο και βαρύ στοιχείο της μοναξιάς. Δε λέω την απόφασή μου να εξοριστώ μόνος μου την είχα πάρει. Με καθαρό μυαλό και πλήρη συνείδηση. Δε μετάνιωνα. Μόνο που στην πορεία μου έβγαινε δύσκολη. Όχι από τίποτα κακουχίες και βάσανα, από σιωπή και πλήξη.

Γιατί στ’ αλήθεια περνούσαν μέρες που δεν άλλαζα με άνθρωπο κουβέντα, πέρα από κάτι μακρινές καλημέρες. Πέρα από το καθιερωμένο βδομαδιάτικο τηλεφώνημα, από το κοινοτικό γραφείο, στους δικούς μου «όλα καλά; Κι εμείς όλα καλά…», και μια αραιή αλληλογραφία που είχα κρατήσει μ’ ένα φίλο και μάθαινα νέα και κουτσομπολιά όλης της παρέας, άλλες γέφυρες επικοινωνίας δεν είχα κρατήσει με τον κόσμο που, έτσι πίστευα τότε, είχα αφήσει πίσω μου.

Τα βιβλία που είχα κουβαλήσει μαζί μου τα είχα διαβάσει δυο και τρεις φορές το καθένα, όρεξη καμιά δεν είχα να κατέβω στο μικρό βιβλιοπωλείο της Χώρας και ν’ αναζητήσω καινούργια. Με το χωριό σας το είπα, πολλά πολλά δεν είχαμε. Άλλωστε και τα μεροκάματα είχαν εκείνες τις μέρες πάρα πολύ αραιώσει λόγω του καιρού. Πάλι καλά που υπήρχε το καφενείο του Μάνθου.

Ήταν το μόνο καφενείο, μαγειρείο και ταβέρνα στο Βραχώρι. Δύσκολα το χωριό θα σήκωνε και δεύτερο. Άσε που ειδικά τους χειμωνιάτικους μήνες, πολύ αμφίβολο είναι ότι ο καφενές του Μάνθου άφηνε έστω και λιγοστό κέρδος. Η βάσιμη υποψία μου τότε, και βεβαιότητα σήμερα, είναι ότι ο Μάνθος υπέργηρος και συνταξιούχος κρατούσε το μαγαζί μόνο και μόνο για να λέει μια καλημέρα με τους συνομήλικους φίλους του και, αυτό ήταν το πιο σπουδαίο, να πίνει εν ειρήνη το ρακί του χωρίς την γκρίνια της κυρά Ματρώνας στο σπίτι…

Σύχναζαν καθημερινά τα γερόντια του χωριού πολύ πρωί και νωρίς το απόγευμα για να πιούν τον καφέ τους. Αν κάποιος έλειπε πάνω από μια μέρα οι υπόλοιποι έψαχναν να δουν τι του συνέβη. Κάπως πιο αργά, μόλις άρχιζε η βραδιά, περνούσαν και μερικοί μεσόκοποι χωριανοί. Καμιά πρέφα, κανένα τάβλι έπιναν κι από ένα ρακί κι έπειτα έφευγαν ψόφιοι στην κούραση. Γύρω στις οκτώ με οκτώμισι μέναμε εγώ κι ο καφετζής. Με κοιτούσε με πονηριά κι έφερνε τη μποτίλια με το ρακί καθώς και δυο πιατάκια ψευτομεζέδες στο τραπεζάκι, θρονιάζοντας τα παραπανίσια κιλά του πλάι μου. Δεν είχαμε πολλές πολλές κουβέντες, τι να λέγαμε άλλωστε, μόνο τσουγκρίζαμε και «εβίβα»… πίναμε κι οι δυο πολύ εκείνο το χειμώνα.

Το μάτι μας ήταν στυλωμένο στην 22άρα έγχρωμη τηλεόραση. Ο Μάνθος  πολύ καμάρωνε τη σαν ντουλάπα JVC που του είχε φέρει κοψοχρονιά ένας ναυτικός από κοντινό χωριό. Της είχε σκαρώσει με ούπα και το τρυπάνι του ράφι σε περίοπτη θέση στο μαγαζί του. Ήταν περήφανος πολύ.

Εκείνη την εποχή, δεν ξέρω πόσοι το θυμούνται, είχαμε δυο κανάλια μονάχα στην ελληνική τηλεόραση. Την ΕΤ1 και την ΕΤ2. Όμως ο Μάνθος δεν έπαυε στιγμή, περισσότερο όταν ήταν κι άλλοι μπροστά, λιγότερο όταν  είμασταν οι δυό μας, να παίζει με το γιαπωνέζικο τηλεκοντρόλ. Ακόμα και με τα δυο κανάλια ο κυρ Μάνθος ο καφετζής ήταν πραγματικός πιονιέρος αυτού που σήμερα θα λέγαμε ζάπινγκ.

Βλέπαμε τα πάντα: ταινίες, σίριαλ, ντοκιμαντέρ, τα πάντα. Το καλύτερο όμως και των δυο μας ήταν οι ειδήσεις. Ο Μάνθος βαμμένος καραμανλικός, εγώ πάλι αντιθέτων απόψεων, κι οι δυό όμως τα βρίσκαμε τελικά στην κουβέντα και τσουγκρίζαμε το ποτηράκι μας για το τελευταίο.

Α… κι αυτό πήγαινα να το ξεχάσω, η μεγάλη αγάπη του κυρ Μάνθου και της αφεντιάς μου ήταν οι αθλητικές εκπομπές. Κι ακόμα περισσότερο οι αθλητικές διοργανώσεις. Εκείνο το δύσκολο χειμώνα του 1984, εκείνο το Φλεβάρη,  έλαβαν χώρα οι χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες στο Σεράγεβο της Γιουγκοσλαβίας.

Τότε ήταν που ο Μάνθος, εγώ, κι άλλος ένας, ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα κι αμετάκλητα την Καταρίνα.

Είχαμε παρακολουθήσει εντυπωσιασμένοι την Τελετή Έναρξης και μετά είχαμε στρωθεί για ώρες να βλέπουμε τα άγνωστα σε μας χειμερινά αθλήματα. Όχι ότι σκαμπάζαμε από τέτοια, κι ο καφετζής κι εγώ άσχετοι είμασταν, αλλά κάτι η καλή θέληση κάτι οι εξηγήσεις των εκφωνητών κάτι καταλαβαίναμε.

Όταν ήρθε η ώρα του καλλιτεχνικού πατινάζ των γυναικών ο εκφωνητής μας είχε προϊδεάσει ότι το μεγάλο φαβορί ήταν η αμερικάνα αθλήτρια. Ο καφετζής είχε στρίψει πίσω από το τεζιάκι του κάτι να ετοιμάσει για μεζέ, όταν έφτασε η σειρά μιας 19χρονης από την Ανατολική Γερμανία.

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό να χαζεύω, εκείνο το όμορφο και δυνατό κορίτσι, κλεισμένο στο μαύρο κορμάκι με τα άσπρα παγοπέδιλα, να διασχίζει άνεμος σωστός την πίστα. Έβλεπα ένα θαύμα πάνω στον πάγο, κι όταν απογειώθηκε για το τριπλό σάλτο και προσγειώθηκε με δύναμη και χάρη, είχα συνειδητοποιήσει ότι η ομορφιά ήταν εκεί μπροστά στα μάτια μου.

Έβλεπα και δεν έβλεπα, το μυαλό μου έπαιρνε παράξενες στροφές, η λεπίδα από τα παγοπέδιλα της, έφερνε βόλτα όλη μας της ζωή, τραγουδούσε νόμιζες σε ρυθμούς που ξεπερνούσαν εκείνο το χειμωνιάτικο βράδι, πήγαιναν πολύ μακριά από το απομονωμένο Βραχώρι, από την κλεισούρα και τη δυσφορία  εκείνου του χειμώνα.

Μόλις τελείωσε την προσπάθεια αντιλήφθηκα ότι και ο γερο καφετζής είχε απομείνει με τα μάτια ορθάνοιχτα και το πιατάκι με το μεζέ μετέωρο πάνω από το τραπέζι.

«Παναγιά μου… ποιος είναι ετούτος ο κορίτσαρος;…» με ρώτησε.

«Καταρίνα Βιτ, Ανατολική Γερμανία» του απάντησα.

«Κουμουνίστρια έ; Χαλάλι της τέτοια κούκλα που είναι».

Είχαμε συνεννοηθεί δε χρειαζόταν άλλα. Στρωθήκαμε να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια, η Καταρίνα στην πρώτη της συμμετοχή ήταν σχεδόν ισόπαλη στη βαθμολογία με την αμερικάνα αθλήτρια, το μεγάλο φαβορί. Έμενε μόνο το μακρύ πρόγραμμα στο τέλος που θα ξεκαθάριζε τα πράγματα.

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε με θόρυβο η πόρτα  του καφενείου και μπούκαραν ο Σάκης και η συντροφιά του. Κουβαλούσαν την παγωνιά της νύχτας και ανάσες από καφετέριες της Χώρας όπου  θα σκότωναν την ώρα τους νωρίτερα.

Ο Σάκης στήθηκε με τα χέρια στη μέση, άρχοντας και κυρίαρχος του μαγαζιού, και γύρισε στον καφετζή:

«Τι είναι αυτά τα αδερφίστικα που βλέπετε μωρέ, γύρνα ρε Μάνθο στο άλλο που έχει μπάλα…» κι έκανε το χέρι του να πιάσει το τηλεκοντρόλ.

Αυτό ήταν σκέφτηκα, τώρα θα τον κάνω τον καβγά που σπρώχνω πίσω όλο το χειμώνα. Ο μαλάκας το παραξήλωσε.  Ως εδώ και μη παρέκει. Το μυαλό μου έτρεξε στον αέρα του Σάκη, στις ειρωνείες του, στους σαρκασμούς του. Με την άκρη του ματιού μου είδα, την Καταρίνα με την κόκκινη εμφάνιση να έχει βγει ήδη στον πάγο και να ετοιμάζεται για το πρόγραμμά της.

Έπιασα το χέρι του Σάκη και τον κοίταξα στα μάτια:

«Εμείς που βλέπουμε τούτη τη Θεά, είμαστε οι αδερφές και σεις που θα δείτε τα στραβοπόδαρα του Ρότσα είστε οι άντρες, ε… Σάκη;»

Στο μαγαζί έπεσε σιωπή. Τα άλλα παιδιά της κομπανίας που τον καβγά τον περίμεναν αργά ή γρήγορα είχαν πάρει τη θέση του θεατή. Ο καφετζής είχε κι εκείνος μαρμαρώσει και μαζευτεί στη γωνιά του. Ο Σάκης αρπαγμένος τράβηξε το χέρι του κι άνοιξε το στόμα του έτοιμος ν’ απαντήσει. Τότε ακούστηκαν τα πρώτα μέτρα της μουσικής κι η Καταρίνα γλίστρησε με δύναμη στον πάγο.

Ο Σάκης ασυναίσθητα κοίταξε την τηλεόραση. Έπεσε πάνω στη στιγμή του πρώτου τριπλού σάλτου. Κοκάλωσε. Έμεινε εκεί να κοιτάει. Με το χέρι του μηχανικά τράβηξε ένα κάθισμα κοντά του κι έκατσε. Σα να είχε δώσει το σύνθημα κάθισαν κι οι υπόλοιποι.

Μείναμε έτσι για πέντε λεπτά, ακούγονταν μόνο η μουσική κι η βελούδινη φωνή του εκφωνητή που έδινε χαμηλόφωνα εξηγήσεις για ότι βλέπαμε. Όταν η Καταρίνα τελείωσε την προσπάθεια το παγοδρόμιο κόντεψε να πέσει από τα χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές. Κάτι παρόμοιο έγινε εκείνο το βράδι και στο καφενείο του Μάνθου στο Βραχώρι.

«Τι ήταν αυτό ρε συ;» με ρώτησε ο Σάκης που είχε κολλήσει δίπλα μου.

«Καταρίνα Βιτ, Ανατολική Γερμανία» πετάχτηκε ο καφετζής με τον αέρα του γνώστη.

Παρακολουθήσαμε τον τελικό του καλλιτεχνικού πατινάζ μέχρι το τέλος. Πανηγυρίσαμε, λίγο ποδοσφαιρικά είναι η αλήθεια, μόλις η Καταρίνα για ένα μόλις δέκατο στη βαθμολογία ενός κριτή πήρε την πρώτη θέση και το πρώτο της χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιακούς Αγώνες.

 

***

Εκείνος ο δύσκολος χειμώνας του 1984 κύλησε ήρεμα στο υπόλοιπο μέρος του. Με το Σάκη δε γίναμε φίλοι και κολλητοί εκείνο τον καιρό. Οι αποστάσεις παρέμεναν, ούτε ήταν εύκολο να ξεπεραστούν σε μια νύχτα.

Το Μάιο παρουσιάστηκε η ευκαιρία που περίμενα, δουλειά σε καλοκαιρινό μαγαζί με πληρωμένο κατάλυμα. Άφησα το Βραχώρι και κατηφόρισα προς τις παραλίες. Όταν ήρθε ο Σεπτέμβριος ένιωσα έτοιμος να κάνω άλλη μια προσπάθεια στα προσωπικά μου και στα επαγγελματικά μου στην πρωτεύουσα.  Αυτή τη φορά η προσπάθεια πήγε καλά. Παρέμεινα στην Αθήνα.

Στο Βραχώρι γύρισα αρκετές φορές τα επόμενα χρόνια. Για μικρά διαστήματα. Όταν απέκτησα τα αναγκαία χρήματα, έκανα τις απαραίτητες δουλειές στο σπίτι της μάνας μου, ώστε να γίνει ξανά κατοικήσιμο. Εξυπακούεται ότι πήρα το Σάκη γι’ αυτές τις δουλειές.

Τα χρόνια περνούσαν κι η Καταρίνα Βιτ θριάμβευε. Ολυμπιακά μετάλλια, παγκόσμιοι κι ευρωπαϊκοί τίτλοι. Μετά επαγγελματική καριέρα και η φωτογράφηση στο Playboy που πολλούς έκανε να στραβομουτσουνιάσουν. Εμένα δε με πείραξε, ούτε και το Σάκη.

Γιατί με τα χρόνια όποτε συναντιόμασταν με το Σάκη πάντα το κουβεντιάζαμε. Κι όταν είμαστε σε κοινές παρέες στο Βραχώρι είχε μόνιμες τις δυο ατάκες του.

«Ετούτος εδώ είναι ο μόνος που με είπε ‘αδερφή’ και δεν τον πλάκωσα» διέστρεφε ελαφρώς τα γεγονότα βέβαια, αλλά εκείνος έτσι το πίστευε, τι σημασία είχε.

Ή σε άλλες ευκαιρίες όταν κάποιος τον ρωτούσε πως έγινε και γνωριστήκαμε η απάντηση στερεότυπη:

«Γουστάραμε την ίδια γκόμενα κάποτε παλιά… σε κανέναν μας δεν έκατσε…» και χαμογελούσε αινιγματικά.

***

Τις προάλλες, πάλι χειμώνας με κρύο ήτανε, με πήρε τηλέφωνο αξημέρωτα στο κινητό η Ευγενία, η μεγάλη κόρη του Σάκη. Έκλαιγε με λυγμούς το κορίτσι, τόσο που δεν καταλάβαινα τι έλεγε, κάτι μέσες άκρες έπιασα μόνο «πατέρας… εγκεφαλικό… Ιπποκράτειο.», αυτά ξεδιάλυνα.

Έτρεξα, πρώτη φορά πάτησα τόσο το γκάζι στο μεγάλου κυβισμού αμάξι μου. Μόνο για τη μόστρα το είχα τόσα χρόνια, είχε φτάσει φαίνεται προχτές η ώρα να βγάλει τα –πολλά- λεφτά του.

Έφτασα, σε μια στιγμή μου φάνηκε, τόσα χιλιόμετρα νύχτα, χωρίς να το σκεφτώ, εγώ που την οδήγηση και μάλιστα νύχτα τη μισούσα.

Ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά, όπως σκαρφάλωνα τις πλακόστρωτες ανηφόρες στο Βραχώρι. Έμαθα το θάλαμο, απέξω γνώρισα δύσκολα την Ευγενία, είχα πάνω από δέκα χρόνια να τη δω…

Τι κοπελάρα στ’ αλήθεια. Μπουκιά και συχώριο θα έλεγε ο πατέρας της. Ψηλή, μελαχρινή, με μάτια όμορφα, κλαμένα.

Τη ρώτησα βιαστικά «βαρύ ισχαιμικό, όλη η αριστερή πλευρά παράλυτη, ημιπληγία, δεν ξέρουμε αν έχει επαφή…»

Μπήκα αθόρυβα στο δωμάτιο. Τον είδα. Α ρε Σάκη. Να μη σας πω πως τον είδα. Πήγα κοντά του, τον χάιδεψα. Α… ρε Σάκη. Μετά μου ήρθε η ιδέα.

Στο πορτοφόλι μου, δίπλα στις αναπόφευκτες πιστωτικές κάρτες, από διαχρονική εμμονή είχα πλαστικοποιημένη τη φωτογραφία της Καταρίνα Βιτ. Από εκείνους τους Ολυμπιακούς στο Σεράγεβο. Γυναίκα μας, κόρη μας, γκόμενά μας, αδερφή μας… ποιος ξέρει.

Του κρατούσα τρυφερά το κεφάλι, τον ανασήκωσα λίγο και την έβαλα μπροστά στα μάτια του.

Δεν ξέρω τι λένε οι δόκτορες, οι γιατροί, οι νοσοκόμες, οι ειδικοί, οι βδέλλες σπεσιαλίστες που τους πληρώνει η οικογένεια να έρθουν να τον δούνε.

Όλες αυτές οι κουφάλες, δεν ξέρω.

Θα μείνει φυτό; Ή σύντομα θα ταξιδέψει γι’ αλλού;

Ένα ξέρω και ψέματα δε λέω απόψε που έχει πιάσει να χιονίζει στο Βραχώρι.

Μόλις είδε την ασπρόμαυρη φωτογραφία, την Καταρίνα Βιτ να χορεύει στον πάγο στο Σεράγεβο… ο Σάκης, ο Σάκης ο μάστορας, αυτός ο παλιομαλάκας, εμένα μου έκλεισε το μάτι. Τσακίρικα.

copyright KZ 2011

ευχαριστώ το Γιώργο και τη Σοφία

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

13 Responses to Καταρίνα Βιτ – Διήγημα

  1. Μπράβο, βρε Καγκουρώ, με συγκίνησες πρωινιάτικα.
    Ευχαριστώ!

  2. Ο/Η rogerios λέει:

    Εξαιρετικό!!!

    Μπάζαρα ήδη.

  3. Ο/Η Τσαλαπετεινός λέει:

    Να μη θες να τελειώσει…
    Στα 5 καλύτερα ποστ που έχω διαβάσει τα τελευταία δύο χρόνια.
    Σε ευχαριστούμε

    rogerios : Πρέπει σε μερικά να μπορούμε να ρίχνουμε διπλή ψήφο στο μπαζ. Μια δεν φτάνει

  4. Ο/Η Κ.Κ.Μοίρης λέει:

    τι ήταν τούτο ;;;;;

    να συνέλθω, να σχολιάσω, τωρα αδυνατώ

    (μην πας Αυστραλία, εδώ να μείνεις)

  5. Ο/Η redkangaroo λέει:

    Αγαπητοί φίλοι σας ευχαριστούμε (κι η Καταρίνα κι η αφεντιά μου!), για τα καλά σας λόγια. Το Καγκουρώ πολύ χαίρεται που σας συγκίνησε!

  6. Ο/Η ΕΥΡΥΓΩΝΙΟΣ λέει:

    εξαιρετικος οπως παντα…

  7. Ο/Η σοφια αγγελου λέει:

    Σ’ ευχαριστώ, καλό μου Καγκουρώ…. και δικοί μου η Καταρίνα , ο Σάκης, η βραδινή οδήγηση και το χάδι…… (τι μου έκανες πρωινιάτικα………………)

  8. Ο/Η Riski λέει:

    Μαγεία… Έξοχο!
    Μπράβο!
    Ήταν κι εμένα αγαπημένη μου η Καταρίνα, ακόμα είναι.

    Αλλά αν πάθω εγκεφαλικό -Τσαλαπετεινέ, σ’ εσένα μιλάω κι εσένα χρεώνω γι’ αυτό- καταλαβαίνεις ότι δεν θα είναι ώρα για πειράματα, πάλι τον Τζόνι να μου φέρεις κι ας μην ξέρει πατινάζ.

  9. Ο/Η Landau Red λέει:

    μπράβο κανγκουρώ, έξοχο! Και συγκινητικό…

  10. Ο/Η Τσαλαπετεινός λέει:

    Καγκουρώ, όχι απλώς μας συγκίνησες, αυτή η ανάρτηση έχει γίνει το στέκι μας.

    Riski: Έλα, πάμε και θα βάλω τον Ντέπ να μάθει πατινάζ για χατήρι σου.

  11. Ο/Η vasiliki λέει:

    Σε ευχαριστώ πολύ που έδωσες ποιότητα στο χρόνο που αφιέρωσα στο υπέροχο αυτό διήγημα….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s