Μνήμη που αντιστέκεται, γλώσσα που επιμένει

Χριστόφορος Μηλιώνης

«Καλαμάς κι Αχέροντας»

Α έκδοση, Στιγμή 1985

Επανέκδοση, Κέδρος 1990

Πραγματικά ευτυχισμένη η στιγμή που πιάνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο ξεχασμένο, ένα ανάγνωσμα που δεν πρόφθασες να διαβάσεις στην εποχή του και σ’ αποζημιώνει με το παραπάνω για 25 χρόνια καθυστέρησης.

Έτσι αισθάνθηκα όταν τέλειωσα την τελευταία σελίδα από τη συλλογή διηγημάτων «Καλαμάς κι Αχέροντας» του Χριστόφορου Μηλιώνη[1], πρώτη έκδοση εκδόσεις Στιγμή 1985, επανέκδοση Κέδρος 1990. Τιμημένο το βιβλίο τούτο στην εποχή του με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, για ότι αυτό σημαίνει.

Δέκα διηγήματα. Μικρά στο μάτι. Σύντομα. Λακωνικά. Δέκα ιστορίες που ορθώνουν τελικά έναν ολόκληρο κόσμο. Τον κόσμο της μνήμης και του αγώνα για τη διατήρηση της. Της μνήμης που συμπιέζεται, αλλά αντιστέκεται.

Μνήμες της Κατοχής, του Εμφυλίου, της φτώχιας, των ρημαγμένων χωριών, των διωγμένων «ανταρτόπληκτων πληθυσμών». Μνήμες που διεκδικούν το δικό τους  ζωτικό χώρο, που συγκρούονται με το παρόν (το τότε παρόν του 1985). Άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους τον κόσμο της μνήμης που δεν έχει ξοφλήσει. Έτσι μετατρέπεται το σήμερα σε έναν «μη τόπο», σε ένα πεδίο όπου οι «παλιές ιστορίες» είναι ζωντανές, δρουν, αναπνέουν.

Μουργκάνα

Θα μπορούσε να είναι μια μεμψίμοιρη αναφορά, μια ακολουθία πίκρας που δε γεννάει τίποτα. Κι όμως η αριστουργηματική προσέγγιση του Μηλιώνη, η μαστοριά στο στήσιμο των ιστοριών, η ζεστή σάρκα των προσώπων, απογειώνει την αφήγηση.  Οι πλαγιές της Μουργκάνας της θεοσκότεινης, που ηχεί ακόμα ο ήχος του πυροβολικού, τα καμένα σπίτια, τα λιθόστρωτα σοκάκια στα Γιάννενα, το ντουμάνι της ταβέρνας, γίνονται η ζώσα πραγματικότητα , τόσο που μέσα της βυθίζεσαι. Αντάρτες, ρουφιάνοι, γερμανοί, χωρικοί που πεινάνε για το ψωμί, «φάτσες της αγοράς» που μπεκροπίνουν και τραγουδούν και τόσα άλλα πρόσωπα περιδιαβάζουν τις σελίδες του βιβλίου με τον αέρα του δικού τους χώρου. Κι η μνήμη εξακολουθεί ν’ αντιστέκεται τόσο που διασχίζει και σύνορα για να βρεθεί στο χωριό Μπελογιάννης των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Ουγγαρία. Γεφυρώνοντας όχι μόνο γεωγραφικές αλλά, κυρίως χρονικές αποστάσεις.

Χωριό Μπελογιάννης Ουγγαρία

Καταστάσεις οικείες σε όσους τις έζησαν (είτε οι ίδιοι, είτε μέσα από τις αφηγήσεις της γενιάς που τις έζησε). Αναρωτιέμαι βέβαια τι σημαίνουν για έναν αναγνώστη σημερινό (του 2010) όλα αυτά. Και ποιο ρόλο μπορεί να έχει τελικά ο μυθοπλαστικός αναστοχασμός στη σχέση μας με την ιστορία αλλά και την σημερινή πραγματικότητα μέσω της ιστορίας.

Κι όλα αυτά σε μια γλώσσα ρέουσα και ζωντανή, καθόλου επιτηδευμένη χωρίς φτιασίδια (και γι’ αυτό ακριβώς μια γλώσσα που κρύβει πίσω της επίπονη δουλειά και μόχθο).

Σ’ αυτά τα δυο πεδία της μνήμης και της γλώσσας ο Χ. Μηλιώνης συνομιλεί με τον Ισμαήλ Κανταρέ και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Τόλμημα σίγουρα, ύβρις ίσως έλεγαν κάποιοι. Αλλά τόλμημα απόλυτα πετυχημένο, τόλμημα που στη ματιά του αναγνώστη έρχεται αβίαστα, δεν ξενίζει, αλλά αιχμαλωτίζει ακόμα περισσότερο την προσοχή και τη συμμετοχή.

Καμμένο σπίτι από του ναζί στην Ήπειρο

Αυτά για το βιβλίο του Χριστόφορου Μηλιώνη. Μου γεννήθηκε ωστόσο ένας ακόμα προβληματισμός. Γιατί άραγε το διήγημα, ως μορφή γραφής είναι πανθομολογούμενα μια «αντιδημοφιλής» φόρμα πεζογραφίας στις μέρες μας;

Μια επιφανειακή ανάγνωση των πραγμάτων θα έλεγε ότι στην εποχή μας, με την έλλειψη χρόνου, με τη συσσώρευση υποχρεώσεων στον υποψήφιο αναγνώστη, το ευσύνοπτο και βραχύ του διηγήματος θα είχε ένα σημαντικό προβάδισμα απέναντι σε πολυσέλιδα μυθιστορήματα. Κι όμως δεν είναι έτσι, το διήγημα απαιτεί εγρήγορση, αντίληψη, αυξημένη ευαισθησία. Με το διήγημα δεν μπορείς να «ξεχαστείς», αν δε σου μιλήσει στις λιγοστές σελίδες του πάει το έχασες. Συνεπώς στους καιρούς που ζούμε έχω την αίσθηση ότι ευνοείται η «ευκολία» στην ανάγνωση και το διήγημα αυτή την ευκολία δεν τη διαθέτει.

Και σαν υστερόγραφο δεν μπορώ παρά να μοιραστώ μαζί σας την σχεδόν ξεχασμένη όμορφη αίσθηση της άκοπης σελίδας του βιβλίου που απαιτεί την παρέμβαση του χαρτοκόπτη πριν αρχίσεις να διαβάζεις…

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Μνήμη που αντιστέκεται, γλώσσα που επιμένει

  1. Ο/Η Τσαλαπετεινός λέει:

    Σε ευχαριστώ!
    Μου θύμισες ότι το είχα- την δεύτερη έκδοση του Κέδρου- και δεν το είχα διαβάσει.
    Αρχίζω αμέσως μια που δεν έχω να κόψω σελίδες. 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s